Σελίδες

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2015

Μνήμη Γιώργου Ιωάννου

Της Αρχοντούλας Διαβάτη


Θυμάμαι την καθημερινή εκείνη του Φεβρουαρίου, τη μέρα της κηδείας του Γιώργου Ιωάννου, μια μέρα με κρύο και χιονόνερο, καθώς πηγαίναμε προς στην Αγιά Σοφιά, πριν από χρόνια. Εικοσιεννιά χρόνια. Να όμως που η οικογένειά του κράτησε όλα αυτά τα χρόνια το σπίτι του στα Εξάρχεια –οδός Δεληγιάννη– πληρώνοντας ενοίκια και ανατιμήσεις, μέχρι που ήρθε η ιμερτή μέρα και δόθηκε λύση στο πρόβλημα. Το αρχείο του σημαντικού συγγραφέα, η μόνη κληρονομιά, στεγάσθηκε στον γενέθλιο τόπο και άνοιξε την Κυριακή απόγευμα για το κοινό, στον έκτο όροφο του Βαφοπούλειου. 
Στα εγκαίνια ήρθε κόσμος πολύς που διάβαζε και αγαπούσε τα βιβλία του. Ήρθαν να τον χαιρετήσουν στο σπίτι του. Απαγγέλθηκαν ποιήματα και ακούστηκαν ηχητικά ντοκουμέντα και ομιλίες και μουσική απόδοση ποιημάτων, όλα αυτά στο μικρό θεατράκι και μετά άρχισε να στριμώχνεται ο κόσμος στα ασανσέρ για τον έκτο, για το αρχείο. Μεγάλη έκπληξη ο σοφά διευθετημένος χώρος. Το γραφείο του “ποιητή”, τα βιβλία του, οι πίνακες, το κρεβάτι με τη μπάντα στον τοίχο, τα χειρόγραφα των έργων του, φωτογραφίες, δίσκοι, αφίσες ήταν τα πράγματα και σήμαιναν κάτι που έπρεπε να αποκρυπτογραφήσουμε. Περιδιαβάζαμε μουδιασμένοι νιώθοντας το δικό μας αίμα, βαθιά μέσα μας τη ζεστή συγκίνηση, κάνοντας εδώ κι εκεί πηγαδάκια – σίγουρα δεν παράπεσαν τα πράγματα στο Μοναστηράκι κι ούτε στο Μπιτ παζάρ, όπως συμβαίνει με τα κατάλοιπα λιγότερο τυχερών συγγραφέων, είχε παρατηρήσει  ο γνωστός δημοσιογράφος στην επιμελημένη του παρουσίαση.

Και τώρα μόνοι, Γιώργο Ιωάννου...
Και τώρα μόνοι, Γιώργο Ιωάννου, σκεφτόμουν. Όπως εκείνος επισκεπτόταν –κατά τα γραφόμενά του– την προσφυγική Παναγία, τη Ρευματοκρατόρισσα, στην Αχειροποίητο, σε δυσκολίες και χαρές, και τα λέγανε σαν να πήγαινε επίσκεψη σε καμιά θεία του, «να χαϊδευτεί», ή στη γιαγιά του, έτσι κι εμείς να ερχόμαστε επίσκεψη, να συναντούμε τη γραφή σου, το σοβαρό και μελετημένο ύφος σου και τα θυμόσοφα σχόλια.

Η Δήμητρα, η μικρή αδερφή του ποιητή, μια ωραία μελαχρινή κυρία με κάτασπρα μαλλιά, είχε καθίσει κουρασμένη σε μια από τις πολυθρόνες στο σαλονάκι και νιώθοντας τόσο οικεία επιτέλους στο νέο αυτό αγαπημένο σπίτι, απαντούσε χαμογελώντας στις ερωτήσεις μου. Ναι, από την Ανατολική Θράκη ήταν και έκαναν –η οικογένειά της– γλυκά, σοροπιαστά στην «πατρίδα», εξ ου και το παρατσούκλι του πατέρα, «Σορολόπης», που κατάληξε να γίνει το επίθετό τους – αλλά ο Γιώργος δεν ήθελε, ντρεπόταν στο δημοτικό, και το αλλάξαμε. «Ελάτε για καφέ, θα σας πω κι άλλα...».


Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2015

Η ανέφικτη πορεία προς την έξοδο από τη ντουλάπα

Της Σοφίας Ιακωβίδου

ΤO ΓIATI γίνεται λόγος στο έργο του Ιωάννου, μοιάζει να έχει εν πολλοίς απαντηθεί από την κριτική, ακαδημαϊκή και μη: είναι τέτοιος ο αριθμός των μελετών και άρθρων πάνω στο θέμα της πόλης στο έργο του, ώστε αυτό το θέμα να έχει σχεδόν απορροφήσει τυχόν άλλα και εν τέλει η σκηνογραφία να έχει προσεχθεί περισσότερο από την παράσταση.

Αν, ωστόσο, θελήσουμε να εστιάσουμε στη δεύτερη, η πραγματική λογοτεχνική ταυτότητα του «συγγραφέα της Θεσσαλονίκης» θα αναδείξει τις σκιασμένες πλευρές της. Hδη το κείμενο που ανοίγει το «Για ένα φιλότιμο», Τα κελιά, θέτει το συγγραφικό του πρόταγμα: να βγάλει τους αναγνώστες από την πλάνη. «Θα 'μαι πολύ ευχαριστημένος όταν, μ' οποιονδήποτε τρόπο, αποχτήσω μέσα σ' αυτήν την πόλη ένα τέτοιο κελί δικό μου... να μη με βρίσκουν εύκολα. Aλλά κι αν με βρουν, να είμαι πανέτοιμος να απολογηθώ και να τους βγάλω μια για πάντα από την πλάνη», όπως λέει κλείνοντας το κείμενό του. Το τι είδους είναι η πλάνη αυτή, δεν απαντιέται μόνο σε επίπεδο φόρμας αλλά και περιεχομένου. Με την είσοδό του στην πεζογραφία, ο Ιωάννου δεν εισάγει απλώς ένα νέο λογοτεχνικό είδος, το πεζογράφημα. Προτείνει και μια θέα σ' έναν διαφορετικό κόσμο, θέτει ένα ερώτημα πάνω στις ιεραρχίες που δομούν την κοινωνία, υποδεικνύει ότι το υψηλό και το χαμηλό, το «πάνω» και το «κάτω» δεν παρουσιάζουν μόνο ρωγμές, αλλά και επικοινωνία. Στα Κελιά, με το πρόσχημα του στενού, κλειστού χώρου που «συγκεντρώνει το πνεύμα με την ψυχή, τα σφίγγει με το Θεό» περνάμε από το κελί του μοναχού στο κελί του φυλακισμένου και από τις τουαλέτες του στρατού σ' αυτές του σπιτιού - οι χώροι του ιερού, της λατρείας και της κρίσης μπερδεύονται με σωματικά εκκρίματα και ακαθαρσίες, σε μια ιδιότυπη ισοτοπία που μοιάζει να υποβάλλει η γλώσσα (κελί: φυλακισμένου/μοναχού) και να προεκτείνει ο συγγραφέας. Η πρακτική του ανακατέματος, που ο Ιωάννου της «Καταπακτής» διεκδικεί σε άλλο τόνο «θα σκαλίζω πια με την κουτάλα μου στον πάτο του καζανιού μου και ό,τι βγάλω. Oποιοι θέλουνε λαδιά… να πάνε σ' άλλου μάγειρα το καζάνι», προβάλλει ήδη από το πρώτο κείμενο (που δεν τοποθετείται τυχαία στην κορυφή του πρώτου βιβλίου, συνιστά τρόπον τινά το ποιητικό του μανιφέστο) αλλά πιο ήπια, μια και προσέχεται ιδιαίτερα το ύφος. «Εκείνο που μετράει περισσότερο είναι, νομίζω, ο τόνος της διαμαρτυρίας. Oύτε θρασύς, ούτε και να λυγίζει. Και τα δύο είναι ύποπτα. Δύσκολο όμως να πετύχεις τον σωστό τόνο, όταν σε κοιτάζουν τόσοι και τόσοι, περιμένοντας να διαπιστώσουν αυτό ακριβώς το πράγμα.» (Τα κελιά). Ο Ιωάννου πράγματι πέτυχε τον σωστό τόνο, και το ανατρεπτικό περιεχόμενο πέρασε σχεδόν απαρατήρητο με όχημα το νέο λογοτεχνικό είδος. Το πεζογράφημα κατάφερε να ισορροπήσει τον κίνδυνο της έκθεσης που δημιουργούσε η αδήριτη ανάγκη για εξομολόγηση, όντας μια φόρμα μικτή, κρυπτική, μακριά από τη γραμμική αφήγηση μιας ιστορίας, δίχως ήρωες που πιθανόν να οδηγούσαν σε ταυτίσεις με τον γράφοντα. «Hταν θεραπεία ως εκ θαύματος, συμφωνία εν ριπή οφθαλμού εκατοντάδων αντιθέσεων που σε καταξέσκιζαν», όπως θα πει στο απολογιστικό Εις εαυτόν λίγο πριν πεθάνει. Οι αντιθέσεις αυτές είχαν κοινωνικό έρεισμα και ιδεολογικές προεκτάσεις, όπως αυτές που εκφράζονται στα Κελιά, η θεραπευτική όμως λειτουργία της διευθέτησής τους μέσω της γραφής μαρτυρά το ψυχολογικό τους υπόβαθρο. Ένα βαθύ αίσθημα ενοχής, ένας διάχυτος φόβος ορίζει την τάση για απολογία, της δίνει διαστάσεις κοινωνικής καταγγελίας.


Eτσι, αν στα Κελιά ο αφηγητής του Ιωάννου περιφέρεται στα δικαστήρια προετοιμαζόμενος για την απολογία του σε περίπτωση που συλληφθεί για το αόριστο αδίκημα που αισθάνεται να έχει διαπράξει, στο κείμενο που κλείνει το «Για ένα φιλότιμο», τη Λυσσασμένη αγελάδα, ενοχοποιείται από τους υπόλοιπους πως έχει φάει μολυσμένο κρέας και σχεδόν απομονώνεται από τη μικρή κοινότητα, σύντομα όμως αποκαλύπτεται πως περισσότερο ύποπτοι από τον ίδιο είναι ο στρατηγός και ο δεσπότης. Οι διατροφικές συνήθειες αναλαμβάνουν εδώ να αποκαλύψουν την αβέβαιη ηθική των κρατούντων, μια και αποτελούν προνομιακό χώρο για άσκηση ελέγχου στις αντίστοιχες νόρμες - ο στρατηγός και ο δεσπότης είναι που τρώνε το καλύτερο κρέας, που όμως αποδεικνύεται μολυσμένο. H αλληγορία κρέας-σάρκα μόλις που υποβάλλει τον τύπο της «μόλυνσης». Είναι όμως κυρίως στο Λογοτιμήτη της «Σαρκοφάγου», που ο Ιωάννου αναζητεί πραγματικά σημεία που να επιβεβαιώνουν τη λογοτεχνική του γεωγραφία. Αυτήν τη φορά περιφέρεται στις φυλακές της Κασσάνδρας στη Χαλκιδική και, κρυφοκοιτάζοντας τη ζωή των κρατουμένων από τα παράθυρα των κελιών τους, τη συγκρίνει με αυτήν των μοναχών του γειτονικού Αγίου Oρους. «Πού είναι πιο ελεύθερα άραγε;» αναρωτιέται. «Εδώ μέσα ή στην οικογένεια, τον κύκλο και το υπαλληλίκι; Πάντως μοιάζει να είναι αφάνταστα λιγότερη απ' τη δική μου η μοναξιά τους. Καλύτερα, θαρρώ, πολύ καλύτερα σε μοναστήρι ή στις σκιερές φυλακές, μαζί μ' αυτούς που έκαναν το θέλημά τους, παρά έξω, με τους δισταχτικούς και αφυδατωμένους». Η αμέριστη συμπάθεια για τους καταδικασμένους, τους καταπιεσμένους, τους κοινωνικά υποδεέστερους ή και περιθωριοποιημένους, που αναβλύζει σε κάθε σημείο του έργου του Ιωάννου, φαίνεται εδώ καθαρά πως εκκινεί από τη δική του καταπίεση από τον οικογενειακό και εργασιακό κλοιό, από την αναστολή δικών του πράξεων και επιθυμιών. Και, όσο κι αν το ενδιαφέρον του διευρύνεται κοινωνικά, η εστία του είναι καθαρά ερωτική, αυτή ορίζει τους παραλληλισμούς και τις ιδεολογικές αποχρώσεις, όπως και τις προνομιακές σκηνογραφίες της αφηγηματικής δράσης. Λίγο ενδιαφέρει αν αυτή τοποθετείται στη Θεσσαλονίκη, στην Αθήνα ή στη Βεγγάζη της Λιβύης, μια και οι χώροι είναι παντού αντίστοιχοι, χώροι όπου συγκεντρώνονται ει δυνατόν αποκλειστικά άντρες της λαϊκής τάξης, σημεία που επιτρέπουν την κατανάλωση του θεάματος του αντρικού σώματος, πάντοτε στιβαρού, «δεμένου» από τη χειρωνακτική εργασία.

Τα λαϊκά σινεμά, Τα λιμενικά λουτρά στη Θεσσαλονίκη, φτηνά δωμάτια λαϊκών ξενοδοχείων στην Αθήνα ή Η πλατεία Αγίου Βαρδαρίου, που εύκολα εναλλάσσεται με την Ομόνοια κατά την αθηναϊκή περίοδο του συγγραφέα, παίρνοντας μάλιστα τις διαστάσεις του ομώνυμου βιβλίου («Ομόνοια 1980»), συνιστούν κάποιες μόνο από αυτές τις θέσεις-κείμενα, που προσφέρουν θέα στην ερωτική κίνηση, από την πλευρά ενός παρατηρητή που καταγράφει, διατυπώνει κρίσεις κοινωνικού περιεχομένου, περιγράφει, ενίοτε με λατρεία που αγγίζει την αγιογραφία, αλλά δεν συμμετέχει. Δεν είναι λοιπόν η πόλη που έχει σημασία αλλά το ψυχικό εκτόπισμα αυτής της στάσης - είτε πρόκειται για τον Ιωάννου στην πλατεία Ομονοίας, είτε για τον Ζωρζ Περέκ στην πλατεία Σαιν Σουλπίς στο Παρίσι να καταγράφει αναλυτικά οτιδήποτε καταρτίζοντας λίστες, πρόκειται για την ίδια σκέψη-κατάταξη, την ίδια επιθυμία να κάνουν το έξω μέσα, τη λεγόμενη «νευρωτική τακτοποίηση του παντός». Είναι χαρακτηριστικό πως δύο κείμενα του Ιωάννου που κάνουν λόγο για τον αποκλεισμό από τον έρωτα έχουν την αφηγηματική μορφή της λίστας. Aν όμως στις Κατηγορίες («Για ένα φιλότιμο») περιορίζεται σε μια κατάταξη αυτών που (αυτο)αποκλείονται από την ερωτική επαφή, στην «Καταπακτή» τούς εξαίρει, τους ανυψώνει σε κατά κόσμον μάρτυρες (Οι δικοί μου άγιοι), ενώ τη φορά αυτή περιλαμβάνει ανάμεσά τους και τον ομοφυλόφιλο, ιδιαίτερα τον θηλυπρεπή, λόγω της κοινωνικής κατακραυγής που ξεσηκώνει και μόνο με την παρουσία του. Eτσι, στο τελευταίο του καθαρά λογοτεχνικό βιβλίο, ο Ιωάννου κάνει εν μέρει λόγο για τον πανικό που σκορπά ο ομοφυλόφιλος, την ομοφυλοφοβία, την ίδια στιγμή που σε άλλο κείμενο της «Καταπακτής» παραδέχεται πως αυτή αποτελεί εσωτερικευμένη του κατάσταση («δεν ξεσφραγίζεσαι με τίποτα και δεν ξεφοβάσαι με τίποτα», Στη δύσκολη ώρα), ενώ στην Παραίτηση αποποιείται και την ίδια τη λέξη που δηλώνει την ερωτική του ταυτότητα, προτιμώντας να τον θεωρούν άφιλο: «Καλύτερα αυτό παρά το άλλο, που είναι ακόμη και στην ορθογραφία του δύσκολο με τα αλλεπάλληλα όμοια φύλα». Γίνεται έτσι σαφές τί είδους ήταν ουσιαστικά οι εξαγγελίες των Κελιών και ποια αλλαγή ευαγγελίζονταν - όχι μόνο αυτήν των αναγνωστικών έξεων. Πίσω από την ιδεολογική χροιά των κρίσεων για αμφίβολες ταξινομήσεις, πρόβαλλαν σταδιακά άλλου τύπου νόρμες, ερωτικές, και μια τάση για αναδιάταξή τους. Μόνο που τα μεσσιανικά οράματα του τύπου «επαναστατώ, άρα υπάρχουμε» προέρχονταν από κάποιον που δεν υπήρξε ποτέ επαναστατημένος ο ίδιος. «Δεν είσαι ο Χριστός για να σώσεις» παραδέχεται στα Βαθιά πηγάδια, ενώ ήδη στο πρώτο κείμενο της «Καταπακτής», το Εις λάκκον, μονολογεί: «Μην ελπίζεις σε τίποτα, δεν υπάρχει έλεος. Οι ρόλοι ποτέ δεν πρόκειται να αλλάξουν».
Ενώ λοιπόν στην «Καταπακτή» συντελείται το πέρασμα σε μια πιο τολμηρή έκφραση κι ένα συχνά απροκάλυπτο ερωτικό περιεχόμενο (που δεν δικαιώνεται πάντα λογοτεχνικά), κι ενώ έχει προηγηθεί το στάδιο του «Επιτάφιου θρήνου» που, σε μια άσκηση συγγραφικής δεξιοτεχνίας (και διεύρυνσης των ορίων του πεζογραφήματος), προσπαθεί να συμφύρει το θρησκευτικό με το σεξουαλικό στοιχείο, ένα ολόκληρο συγγραφικό πρόγραμμα μένει αδικαίωτο. Η «Καταπακτή», αντί να ανοίγει το σώμα του έργου, όπως υπόσχεται ο τίτλος, το κλείνει ματαιωτικά. Η καμπύλη προς την έξοδο από την ντουλάπα, τον τόπο της αντίστασης στην ορατότητα, που κατ' επανάληψη έμοιαζε να διαγράφει το έργο, μένει τελικά μετέωρη.


Πηγή: Σοφία Ιακωβίδου, ‘Η ανέφικτη πορεία προς την έξοδο από την ντουλάπα...’, Καθημερινή, ένθετο Επτά Ημέρες 13/2/2005, 20-21, και Δημήτρης Κόκορης (επιμ.), Για τον Ιωάννου: κριτικά κείμενα, Αιγαίον 2013, 388-393.

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2015

Γιώργος Ιωάννου: Ο μεγάλος υπαινικτικός

Λέξεις: Λέων Ναρ


30 χρόνια μετά, η αναφορά στο έργο του Γιώργου Ιωάννου παραμένει για μένα υπόθεση κάθε άλλο παρά εύκολη για διάφορους λόγους. Ο κυριότερος είναι ότι ο πατέρας μου μου μετέδωσε την απόλυτη εκτίμηση που έτρεφε απέναντι στο έργο του Ιωάννου, ο οποίος του είχε προλογίσει και το πρώτο του βιβλίο. Και δεν ήταν ο μόνος στον οποίο ο Ιωάννου έδειξε το δρόμο. Ανήκε σ’ αυτούς που τους βοήθησε να πρωτοπατήσουν και να ξανοιχτούν σε δικές τους δημιουργίες, οι οποίες διαφοροποιήθηκαν τελικά αρκετά από τις δικές του. Και γράφοντας «τους βοήθησε» εννοώ ότι τους μετέδωσε κάτι από το ένστικτο του πνευματικού του στοχασμού που αιχμαλώτιζε πραγματικά τα πάντα.
Ποιος άλλος συγγραφέας, άλλωστε, έστρεψε την προσοχή του στη συμβατικότητα των αισθημάτων, ποιος υπερασπίστηκε την ανθρωπογεωγραφία των μοναχικών τύπων της πόλης, ποιος κατέγραψε ιδανικότερα τη σύγχρονη νεοελληνική πραγματικότητα, καθιερώνοντας μάλιστα το προσωπικό του ύφος; Αλλά και ποιος καταδίκασε με τόση ακρίβεια τις κοινωνικές συμβάσεις και την μικροαστική αντίληψη, ποιος αντιτάχθηκε στην κοινωνική υποκρισία των ισχυρών; Μόνο ο Ιωάννου κατέγραψε και στιγμάτισε με εκείνο το ανεπανάληπτο, το υπόγειο, το μελαγχολικό του χιούμορ την αόρατη καθημερινότητα των ανθρώπων, μόνο αυτός υπήρξε τόσο αμείλικτος με τους σοβαροφανείς και έμεινε κοντά στους ταπεινούς ανθρώπους του μόχθου, στους καταπιεσμένους, τους κοινωνικά υποδεέστερους και περιθωριοποιημένους.
Μόνο στον Ιωάννου η κενότητα ενός δωματίου, οι άγνωστοι θεατές μιας πλατείας, το βλέμμα των περαστικών, το απρόσωπο πλήθος, οι λογής συμπεριφορές, είναι δίοδοι για σπαρακτικές εξομολογήσεις, που φωτίζουν, σχεδόν πάντα, τη συλλογική μνήμη. Και το πιο εκπληκτικό: Όλα αυτά τα κατάφερνε τη στιγμή που οι ήρωές του, ανήσυχοι, με ανεκπλήρωτους, συνήθως, πόθους, έψαχναν συχνά για έξοδο κινδύνου, μέσα σε μια αβάσταχτη ερημιά, μπλεγμένοι στους υπόγειους δρόμους της ψυχής τους.
Πρόκειται, λοιπόν, για έναν παρατηρητή που κατέγραφε τα πάντα, για έναν πραγματικό οδηγό που στέκεται πλάι σου σε κάθε βήμα, μια αληθινή φλέβα μνήμης και συνείδησης. Για ένα μοναδικό τεχνίτη που υποχρεώνει έμμεσα τον αναγνώστη να δει τις ιδεολογικές, ρεαλιστικές και θεατρικές παραμέτρους των κειμένων του και να επικεντρώσει τις παρατηρήσεις του στη σκηνογραφία, στη σκηνοθεσία και στους χαρακτήρες του. Ο αναγνώστης, γοητευμένος, συμμετέχει στη διαδικασία και υιοθετώντας την οπτική του αφηγητή αναζητά κι εκείνος το χαμένο χρόνο μέσα στην πόλη. Κινείται διαρκώς ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία και έχει συχνά την ψευδαίσθηση ότι συμμετέχει και ο ίδιος στα γεγονότα. Η αφήγηση, χαμηλόφωνη, μοιάζει προφορική εξαιτίας του κυρίαρχου εξομολογητικού τόνου, φτάνει μάλιστα συχνά στο σημείο να ταυτίζει το υποκείμενο της με τον ίδιο το συγγραφέα.
«Δεν περιορίζεσαι μέσα στα «κείμενα εποχής» μόνο στη μικρή ιστορία», έγραψε, «αλλά γράφεις για ό, τι μπορείς, για ό, τι πιστεύεις ότι μπορείς να καταθέσεις με αυθεντικότητα. Το χρώμα και ο τόνος της εποχής, ο αντίκτυπός τους στις ψυχές των ανθρώπων, δεν δίνεται ούτε από τις δημοσιογραφικές περιγραφές, ούτε από τις ξερές επιστημονικές εκθέσεις. Χάνονται αυτά, κι όμως είναι ο παλμός ο ίδιος. Εσύ αυτό προσπαθείς να συγκρατήσεις μέσα στα κείμενά σου.»
Το απόσπασμα αυτό από την Πρωτεύουσα των προσφύγων (σελ. 255) νομίζω ότι ενσωματώνει σε μία μόλις παράγραφο όλο το έργο του Ιωάννου. 30 χρόνια μετά από τον θάνατό του, στη Θεσσαλονίκη και πάλι. Ο Κωστής Μοσκώφ έγραψε ότι ο Ιωάννου «ρούφηξε τους σαρκοφάγους χυμούς της πόλης». Η Θεσσαλονίκη σήμερα μοιάζει να μην έχει χυμούς, παρόλο που η «λογοτεχνία της πόλης», με τον τρόπο που τη βίωσε ο Ιωάννου, εξακολουθεί να είναι μια αστική εμπειρία, με χωρικές εμμονές και κοινωνικές στοχεύσεις. Οι συχνές λογοτεχνικές περιδιαβάσεις στη Θεσσαλονίκη αποτελούν για τον Ιωάννου το πρόσχημα όχι για να περιγράψει αλλά για να αισθανθεί τα προσωπικά βιώματα που οι χώροι ανακαλούν στη μνήμη του, βιώματα αποθησαυρισμένα και αναπλασμένα, βιώματα που συνέθεσαν όψεις της «πόλης των φαντασμάτων», τριάντα χρόνια πριν από Μαζάουερ.
Πλάι στο συγγραφέα Ιωάννου όμως στέκει επάξια και ο ποιητής. Ο προκάτοχος του συγγραφέα, ποιητής Ιωάννου, ακολουθεί τον πεζογράφο σε όλο του το έργο, αυτός, άλλωστε, προανήγγειλε το πεζογραφικό έργο, από τη στιγμή που στο ποιητικό του corpus εμπεριέχονται οι βασικοί θεματικοί του άξονες, δοσμένοι με εξαιρετική λιτότητα, ακριβολογία και νοηματική συμπύκνωση. Σε κάθε ποίημα του μάλιστα θα έλεγε κανείς πως υπάρχουν ενσωματωμένα κι άλλα μικρότερα, που μπορούν να διαβαστούν είτε ως αυτοτελή είτε να νοηθούν ταυτόχρονα και ως εργαλεία για την καλύτερη πρόσληψη του κύριου ποιήματος.
Το έργο του Ιωάννου, το πεζογραφικό, το ποιητικό, το φιλολογικό δοκιμάστηκε στις συνειδήσεις των αναγνωστών, και ταξίδευσε στο χρόνο. Ο Ιωάννου, με τη μοναδική αμεσότητά λόγου και το προσωπικό μα τόσο οικείο ύφος του, που μαρτυρεί την εξαντλητική επεξεργασία που προηγείται, διεισδύει στα βάθη της ανθρώπινης ύπαρξης και αποτελεί τελικά σημείο σύνδεσης διαφορετικών ρευμάτων της νεοελληνικής πολιτιστικής παράδοσης.
*Στην επέτειο του θανάτου του Γιώργου Ιωάννου είναι αφιερωμένη η εξαιρετική εκδήλωση του Underground Εντευκτήριο που μπορείτε να πληροφορηθείτε εδώ.



Πηγή: http://www.parallaximag.gr/parallax-view/giorgos-ioannoy-o-megalos-ypainiktikos

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2015

Άγιον Όρος. Παναγιώτης Βοκοτόπουλος. Φωτογραφίες, 1956 - 2001

Το κείμενο που ακολουθεί είναι ο πρόλογος του ομότιτλου Καταλόγου της Εκθέσεως με τίτλο "Άγιον Όρος. Παναγιώτης Βοκοτόπουλος. Φωτογραφίες, 1956 - 2001". Η Έκθεση είχε πρωτοπαρουσιαστεί στους εκθεσιακούς χώρους της Αγιορειτικής Εστίας από τις 13 Μαΐου 2008 έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2008. 
Από τις 31 Ιανουαρίου τρέχοντος έτους, η εν λόγω έκθεση παρουσιάζεται στο Βελιγράδι, στην Κεντρική Βιβλιοθήκη του Δήμου Βελιγραδίου, σε συνεργασία με την Ακαδημία Επιστήμης και Τεχνών της Σερβίας, με το Ίδρυμα Φίλων του Αγίου Όρους Βελιγραδίου και με το Ίδρυμα της Μονής Χιλανδαρίου. Η Έκθεση θα διαρκέσει έως τις 17 Φεβρουαρίου. 
................................................................................................................

Έχουν κυλήσει 51 χρόνια από την πρώτη μου επίσκεψη στο Άγιον Όρος. Παρέα με τον κ. Παναγιώτη Mατορίκο, υπάλληλο του Yπουργείου Oικονομικών και δοκιμασμένο πεζοπόρο, που εγνώριζε το Άγιον Όρος και κατήρτισε το πρόγραμμά μας, και με τον Πέτρο Kατηφόρη, Έφορο του Tμήματος Aθηνών του  Ελληνικού Ορειβατικού Συνδέσμου, επισκέφθηκα τότε σε δύο εβδομάδες τα είκοσι μοναστήρια και μερικές σκήτες και ανέβηκα στην κορυφή. Στα πρόθυρα σήμερα της τετάρτης ή πέμπτης ηλικίας, απορώ με την ενεργητικότητα μου και την αντοχή που είχα στα 26 μου χρόνια. Στο Άγιον Όρος ξαναπήγα για σχετικώς μεγάλα διαστήματα  ― δώδεκα με δεκαπέντε μέρες ― το Πάσχα του 1961, 62 και 67 και το δεκαπενταύγουστο του 1975, και αργότερα για λίγες μέρες πάρα πολλές φορές. Η αλλαγή που διαπιστώνει κανείς στα πενήντα αυτά χρόνια είναι καταλυτική.  Το 1956 δεν υπήρχε κανένας αμαξιτός δρόμος, και οι μετακινήσεις γινόντουσαν πεζή ή με καΐκι. Με  εξαίρεση μερικές επεμβάσεις, π.χ. στην έδρα της Ιεράς Κοινότητος και στις Μονές Διονυσίου και Γρηγορίου, το δομημένο περιβάλλον δεν είχε αλλάξει από τις αρχές του αιώνα. Πρόλαβα στην τράπεζα του Pωσικού το ενιαίο χειρόμακτρο που απλώνεται σε όλο το μήκος του τραπεζιού, το οποίο βλέπομε στις βυζαντινές τοιχογραφίες του Μυστικού Δείπνου, και έχει τώρα αντικατασταθεί από χαρτοπετσέτες. 
Οι κοινόχρηστες εγκαταστάσεις υγιεινής ήταν αυτές που  περιγράφει και σχεδιάζει ο Ορλάνδος στην «Mοναστηριακή Aρχιτεκτονική». ζήτημα είναι αν σήμερα έχει μείνει μία για δείγμα. Είχες γενικά την αίσθηση ότι ο χρόνος έχει σταματήσει και ζεις σε καιρούς αλλοτινούς. Κάθε μονή είχε ένα χειροκίνητο τηλέφωνο, και στις ενδιάμεσες μονές μπορούσε κανείς να παρακολουθήσει τις  συνδιαλέξεις των γειτονικών ιδρυμάτων. Οι επισκέπται λιγοστοί, δυο τρεις ολιγομελείς παρέες το πολύ σε κάθε μοναστήρι, κυρίως ξένοι. Το διαμονητήριο σου επέτρεπε να διανυκτερεύσεις δύο νύκτες σε κάθε μονή, σύνολον σαράντα μερόνυκτα. Kαμία μονή δεν ζητούσε να ειδοποιηθεί εκ των προτέρων για την άφιξη προσκυνητών, ούτε έθετε όρια στον αριθμό των ατόμων που μπορούσε να φιλοξενήσει.


Κατά την πρώτη  μου επίσκεψη έβγαζα μόνο ασπρόμαυρες φωτογραφίες με μία παλιά Rolleiflex. Από το 1961 και μετά χρησιμοποιούσα και μια μηχανή 24χ36 ― αρχικά μία Retina Reflex και αργότερα διάφορους τύπους της Minolta― για να φωτογραφίζω με Kodachrome κυρίως κτήρια και τοπία. Δέχθηκα ευχαρίστως την πρόταση της Αγιορειτικής Εστίας να εκτεθεί στις αίθουσες της ένα μέρος της συλλογής μου εγχρώμων διαφανειών του Αγίου Όρους, και κατά προτίμησιν φωτογραφίες των δεκαετιών του 1960 και 70, που αποτυπώνουν το αθωνικό τοπίο, πριν αλλοιωθεί από την αλόγιστη διάνοιξη δρόμων, και το δομημένο περιβάλλον πριν από την ανακαίνιση και μετασκευή πολλών κτηριακών συγκροτημάτων. Εθεώρησα απαραίτητο να κυκλοφορήσει και κατάλογος της Εκθέσεως, που μάλιστα περιέχει περισσότερα θέματα από αυτά που μπορούν να εκτεθούν στις όχι ιδιαίτερα μεγάλες αίθουσες της Αγιορειτικής Εστίας. Έχουν βέβαια προηγηθεί σημαντικές εκθέσεις και εξαιρετικά λευκώματα, αλλά σε άσπρο και μαύρο. Εν αντιθέσει προς άλλους φωτογράφους απετύπωσα κυρίως κτήρια, λόγω και των επαγγελματικών μου ενδιαφερόντων. Στην έκθεση και τον κατάλογο περιλαμβάνονται απόψεις και λεπτομέρειες κτηρίων που κάηκαν, όπως μεγάλο μέρος της Μονής Χελανδαρίου, το ανατολικό τμήμα της Μονής Καρακάλλου, η βόρεια κόρδα του Βατοπεδίου και η καταπληκτική  αίθουσα υποδοχής του Ρωσικού, μονές των οποίων η όψη αλλοιώθηκε με μετασκευές. 
Απέφυγα την δημοσίευση φωτογραφιών φορητών εικόνων και κειμηλίων. έγχρωμες απεικονίσεις τους μπορεί εύκολα να βρει κανείς στην πρόσφατη βιβλιογραφία. Όσον αφορά στις τοιχογραφίες, περιορίσθηκα σε μερικές παραστάσεις των οποίων όσο ξέρω, δεν έχουν δημοσιευθεί έγχρωμες φωτογραφίες. Δεν θα είχε νόημα η δημοσίευση παραστάσεων του Πρωτάτου, του Βατοπεδίου ή του Xελανδαρίου, των οποίων υπάρχουν πολλές και καλές έγχρωμες απεικονίσεις.

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2015

Φως στο σχοίνισμα της γραφής


Της Αρχοντούλας Διαβάτη

Για το μυθιστόρημα του Γιάννη Ατζακά Φως της Φονιάς (εκδ. Άγρα).

Το Φως της Φονιάς (2013), το τέταρτο πεζογραφικό βιβλίο του Γιάννη Ατζακά, τρίτο μέρος της άτυπης αυτοβιογραφικής τριλογίας του, που άρχισε με τη νουβέλα Διπλωμένα φτερά (2007) και τον βραβευμένο Θολό βυθό (2008). Ακολούθησε βέβαια το Κάτω από τις οπλές, (2010), άλλης δομής και τεχνικής, εμβόλιμη στην τριλογία νουβέλα.
Στο Φως της Φονιάς  ο συγγραφέας έχει να επινοήσει τον έφηβο Γιάννη, το ορφανό του αντάρτη, που γυρνάει στο νησί του, στον Θεολόγο Θάσου μετά από οκτώ χρόνια περιπλάνησης στις παιδοπόλεις της μετεμφυλιακής Ελλάδας –τα τελευταία τρία χρόνια φιλοξενούμενος στη Θεσσαλονίκη, στην παράγκα του θείου του– για να ξαναφύγει το φθινόπωρο πάλι για την Καβάλα, όπως αποφάσισε –παρόλο το δραματικό της οικονομικό στένεμα– η γιαγιά του που τον στέλνει και τελειώνει εκεί το γυμνάσιο, με όλο και μεγαλύτερες επιτυχίες, κερδισμένες φιλίες, λογοτεχνικά διαβάσματα που σφραγίζουν τη ζωή του και έναν καθηγητή του που εμπνέει και εμπνέεται, νιώθοντας να παίρνει υπόσταση η διδασκαλία του από ένα παιδί με τα δικά του χαρακτηριστικά. Εδώ τον βρίσκει το γράμμα του χαμένου εξόριστου πατέρα, εδώ και ο έρωτας. Πρέπει και με τα δυο να αρχίσει και να τελειώσει. Με την αμφιθυμία του κατ’ αρχάς απέναντι σε έναν πατέρα που έρχεται κυριολεκτικά από τον άλλο κόσμο με ένα γράμμα του, μέχρι να εμφανιστεί στο τέλος της αφήγησης και της αλληλογραφίας, βοηθώντας από μακριά τον γιο που παραμέλησε τόσα χρόνια. Κι από την άλλη, με έναν δύσκολο ανεπίδοτο έρωτα που αξιώνεται να νιώσει και πηγαινοέρχεται από τότε αμήχανος στους δρόμους του νησιού και καιροφυλακτεί και παραφυλάει να δει τη φιγούρα της στο παράθυρο και περιδιαβαίνει τις εξοχές και τα ξωκκλήσια του νησιού με τη μαχαιριά της αγάπης κρυμμένη απ’ όλους, μοναχικός, θαμπωμένος, με τη μυστική μουσική που έγινε τώρα βόμβος και κείνο το απαλό φως άναψε πάλι μέσα του, έγινε φωτιά κόκκινη. Το παιδί που έχει τα λόγια λίγα κοιτάει μεθυσμένο το φως της Φονιάς, μάρτυρα της δοξαστικής ομολογίας του έρωτα, συνεκδοχή του άφθαρτου πρώτου πάθους, λυδία λίθο όπου δοκιμάζονται αισθήματα, σκέψεις και ιδέες, τα τρία αυτά φωτεινά καλοκαίρια, όσα θέλησε ο συγγραφέας να περάσει ο έφηβος Γιάννης στο νησί. Είναι γόνιμη η μοναξιά επειδή είναι δύσκολη. Η πρώτη μόνωση του έρωτα, καιρός μαθητείας και εγκλεισμού, κατά τον Ρίλκε, στα Γράμματα σε ένα νέο ποιητή.
Πίκρα και ματαίωση αλλά να που υπάρχουν ευτυχώς δυο τρεις φίλοι που πιστεύουν σ’ αυτόν, τον συντροφεύουν και τον ενθαρρύνουν να αναζητήσει από την άλλη πλευρά της δοκιμασίας την ταυτότητά του, την πηγή ίσως της συγγραφικής του συνείδησης, να αυτοπροσδιοριστεί, να βρει ακόμα το σχοίνισμα της γραφής, έναν άλλο έρωτα, και να τον κάνει μοίρα του, βάζοντας σε λέξεις τα παιδικά του βάσανα με τις περιπλανήσεις του στις παιδοπόλεις και την τωρινή ανένδοτη αγάπη του, ως συγγραφική ύλη.
Όπως στον συγγραφέα ως καλλιτέχνη του Τζόις είναι ολόκληρο το μυθιστόρημα μια διαδικασία εξέλιξης ωρίμανσης και χειραφέτησης μέσα από την οποία ο έφηβος ήρωας συγγραφέας βγαίνει από τα σκοτάδια του τραυματισμένου εαυτού και του καιρού του, γράφοντας ένα σπαρακτικό κείμενο εξαιρετικής συγκίνησης.
Είναι αυτοβιογραφία, και είναι γνωστό πως και η αυτοβιογραφία είναι κι αυτή μια αφηγηματική τεχνική, αφού το τι θα επιλέξει να πει και τι όχι για τα πράγματα ο συγγραφέας είναι η δική του μυθοπλασία, ο δικός του διάλογος με την Ιστορία.
Ο χρόνος της αφήγησης είναι γραμμικός μέσα από την τριτοπρόσωπη μονοεστιακή αφήγηση με το προσωπείο του Γιάννη Αρχοντή, το alter ego του συγγραφέα, ενίοτε και τη χρήση του ελεύθερου πλάγιου λόγου, χωρίς τις μοντερνιστικές εναλλαγές προσώπου ή τα φλασμπάκ που είχαμε στο πρώτο και στο δεύτερο βιβλίο. Το Φως της Φονιάς, εικόνες επιζωγραφισμένες μιας κλειστής αγροτικής κοινωνίας του ‘50, είναι ένα μυθιστόρημα διάπλασης, bildungsroman, κατά το δυτικοευρωπαϊκό πρότυπο, μαθητείας και μύησης, με την περιπλάνηση και τις δοκιμασίες του ήρωα υπαγορευμένες άλλωστε από τις ιστορικές συνθήκες της μετεμφυλιακής Ελλάδας, μια και η αγροτική κοινωνία της Θάσου, υπό βουλγαρική κατοχή στη δεκαετία του '40, με συμπλοκές “το κακορίζικο΄49” ανάμεσα σε αντάρτες, χωροφύλακες και Mάυδες, είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει να ενταχτεί ο νεαρός ήρωας, τώρα που γύρισε –οκτώ χρόνια μετά– από τις παιδοπόλεις για να γίνει από παιδί της Φρειδερίκης, το παιδί του αντάρτη, κι όχι απλά να τριγυρνάει ερωτευμένος στη φύση όπως ο Γλαύκος –στο ταξίδι με τον Έσπερο– του Άγγελου Τερζάκη ή ο Λοίζος στην Ερόικα, του Κοσμά Πολίτη  – αντίστοιχα ελληνικά μυθιστορήματα διάπλασης της γενιάς του ’30.
Είναι νομίζω η Φονιά ένα κατόρθωμα της γλώσσας θαυμαστό που δημιούργησε ο συγγραφέας με τη μνήμη και τη φαντασία του. Tοιχογραφία της ελληνικής επαρχίας της δεκαετίας του πενήντα με γλαφυρή, απροσδόκητη κάποτε, τη ντοπιολαλιά του νησιού, ανοίκεια και προς τον ίδιο τον ήρωα που γυρνάει ως ξένος, τις χοντράδες του γερο Ανέστη και της Κονταργυρής ή τις τρεις γριές Καπνηρίνες και τόσους άλλους ήρωες ταπεινούς της καθημερινότητας, ένα σύμπαν παπαδιαμαντικής αγιότητας. Oπωσδήποτε ούτε ενδοσκόπηση χωρίς ιστορικότητα είναι ούτε και ηθογραφία –αφού υπάρχει έντονη τόση αγωνία για το ψυχογράφημα του ήρωα και τη νοηματοδότηση της ζωής, σε επαφή πάντοτε με την ιστορική πραγματικότητα– και το σπουδαιότερο, έχει κερδηθεί ένα μοναδικό στοίχημα: η αλήθεια της επαρχιακής νησιωτικής κοινότητας, όπου μεγαλώνει ένα μικρό δέντρο κόντρα σε τόσους ενάντιους ανέμους, να γίνει μια στέρεη οικουμενική αλήθεια.

·        Η ΑΡΧΟΝΤΟΥΛΑ ΔΙΑΒΑΤΗ είναι συγγραφέας και εκπαιδευτικός.

Πηγή: http://www.bookpress.gr/kritikes/pezografia/atzakas-giannis-agra-fos-tis-fonias


Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2015

Τα μυστήρια και η μαγεία του μυστικισμού

Της Χρύσας Σπυροπούλου
 
Περιστρεφόμενοι δερβίσηδες Σούφι σε γραμμή,
πριν αρχίσει η παράσταση στο Binbirdirek Hall της Κωνσταντινούπολης.

Είναι εντυπωσιακή η πορεία και η συγγραφική εξέλιξη του Αχμέτ Ουμίτ (1960, Τουρκία), ενός συγγραφέα που έκανε την εμφάνισή του στα Γράμματα το 1989 με την έκδοση ποιητικής συλλογής, συνέχισε όμως, αφού ασχολήθηκε με το δοκίμιο, τη δημιουργική του πορεία γράφοντας μυθιστορήματα του αστυνομικού είδους. Μάλιστα, ορισμένα από αυτά διαδραματίζονται σε γειτονιές των Ρωμιών στην Κωνσταντινούπολη, και ίσως μια τέτοια επιλογή να αποτέλεσε και κίνητρο για τους Ελληνες εκδότες να τον ξεχωρίσουν και να προτείνουν στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό τα έργα του, με πρώτο το μυθιστόρημα «Ομίχλη και νύχτα» (Ωκεανίδα, 1999).

Από εκείνα τα πρώτα του μυθιστορήματα, ωστόσο, μέχρι τις «Μνήμες της Κωνσταντινούπολης» (στα τουρκικά κυκλοφόρησε το 2010) και με την «Πύλη του δερβίση» (στα τουρκικά «Η πύλη του μυστηρίου», 2008) η απόσταση είναι μεγάλη, γιατί ο Αχμέτ Ουμίτ ασκήθηκε στη δοκιμασία να ενώνει επιτυχώς την ιδέα και την εικόνα με τον λόγο, να δημιουργεί πειστικούς χαρακτήρες και ατμοσφαιρικές καταστάσεις, να χρησιμοποιεί διάφορες τεχνικές στην αφήγησή του. Δεν είναι τυχαίο ότι το 2010 ήρθε δεύτερος σε πωλήσεις συγγραφέας στην Τουρκία μετά την Ελίφ Σαφάκ, με την οποία έχει και άλλα κοινά σ’ αυτό το μυθιστόρημά του, πέρα από τις πωλήσεις των έργων τους, μιας και θεματικά «Η πύλη του δερβίση» μοιάζει πολύ με τους «40 Κανόνες της αγάπης» (2012, στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδ. Παπαδόπουλος). Πρόκειται για δύο βιβλία που αναφέρονται στην παράδοση των Σούφι και στο έργο των δύο σημαντικών προσωπικοτήτων του Ισλάμ, του Σεμς-ι Τεμπριζί, του περιπλανώμενου δερβίση που δολοφονήθηκε μυστηριωδώς, και του Μεβλανά Τζελαλεντίν Ρουμί, θεολόγου, ποιητή και μαθητή του πρώτου. Οι Σούφι, οι ασκητές του Ισλάμ, διακήρυσσαν, και μέσω της ποίησής τους, ότι το ανθρώπινο πεπρωμένο εξαρτάται από την ανεξιχνίαστη θέληση του θεού, του απολύτου όντος, με το οποίο ενώνεται το άτομο μέσω της πνευματικής ζωής και του μυστικισμού, της καθαρότητας και της σοφίας.

Πολλές ιστορίες σε μία
Το μυθιστόρημα του Αχμέτ Ουμίτ, λοιπόν, δεν είναι απλώς μια ιστορία του αστυνομικού είδους, αλλά πολλές ιστορίες μαζί μέσα σε μία, οι οποίες έχουν ως κύριο χαρακτηριστικό το μυστήριο. Και μπορεί το αστυνομικό είδος να στηρίζεται πρωτίστως στη λογική, ωστόσο εδώ ο συγγραφέας επιτυγχάνει να ενώσει το αίνιγμα της αστυνομικής ιστορίας με τα μυστήρια και τους γρίφους της ανθρώπινης ύπαρξης, όπως προβάλλονται αυτά από τη στάση και τον μυστικισμό των εκπροσώπων των κοινοτήτων των Σούφι. Οπως η ηρωίδα της Σαφάκ, η Ελλα, μυείται στον γοητευτικό και άγνωστο κόσμο της διδασκαλίας των μυστικιστών της Ανατολής, έτσι και η Κάρεν, η πρωταγωνίστρια στην «Πύλη του δερβίση», φτάνει από το Λονδίνο στην πόλη Ικόνιο, το κέντρο του Μεβλεβισμού, για να ερευνήσει μια πυρκαγιά σε ξενοδοχείο της πόλης και ένα φόνο, που θα την οδηγήσει σε έναν άλλο φόνο, ο οποίος είχε γίνει αιώνες πριν, αυτόν του Σεμς. Ετσι, το γεγονός αυτό θα την εισαγάγει στα «μυστήρια των κόσμων που είναι ψηλά και χαμηλά», για να δει εικόνες που μόνο η ίδια μπορεί να αντικρίσει. Το παρελθόν, άλλωστε, που βρίσκεται μες στο παρόν, αναβιώνει μέσω των ονείρων και των φαντασιώσεών της. Το ερώτημα περί της φύσεως των πραγμάτων επισκιάζει όλη την ιστορία, ενώ η σαφής διατύπωση της ινδικής ρήσης στην αρχή του βιβλίου, «ο κόσμος είναι ένα όνειρο μέσα σε όνειρο», επαναδιατυπώνει τον σαιξπηρικό στίχο: «Είμαστε πλασμένοι από την ύλη των ονείρων»· Ανατολή και Δύση πορεύονται, τουλάχιστον σε ποιητικά και, ώς ένα σημείο, φιλοσοφικά ζητήματα, αγαστά. Οι ιστορικές αναφορές και η παράδοση συμβαδίζουν με τη σύγχρονη πραγματικότητα, το παρελθόν συνομιλεί με το παρόν γόνιμα, η παράδοση με την καθημερινότητα, και κατ’ αυτόν τον τρόπο η ιστορία γίνεται πειστική, κάτι που δεν μπορούμε να πούμε ότι συμβαίνει με το σύγχρονο ελληνικό μυθιστόρημα.

Η ηρωίδα, ωστόσο, με τις δυτικές καταβολές, αλλά και τη σχέση της με την Ανατολή μέσω των διηγήσεων του Τούρκου πατέρα που εγκατέλειψε την οικογένειά του για να αφοσιωθεί στην πνευματική ζωή των Σούφι, θα εισέλθει σε έναν καινούριο κόσμο, στη μαγεία της Ανατολής, σ’ έναν κόσμο στον οποίο κυριαρχεί το μυστηριακό, το απόλυτο ον, το όνειρο και η ψευδαίσθηση, η «πνευματική πλευρά, η πνευματική διάσταση» των πραγμάτων. Στο Ικόνιο θα βρει την ευκαιρία να αναζητήσει την ταυτότητά της και να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς της με το τραυματικό παρελθόν, τους οικογενειακούς της δεσμούς, και θα θέσει στο τέλος, μέσω της αυτογνωσίας, εκ νέου και με αποφασιστικότητα, τους δικούς της όρους. Και δεν είναι τυχαίο ότι στο τέλος αυτής της εσωτερικής οδύσσειας, θα αποφασίσει να κρατήσει το παιδί που περιμένει, θα προχωρήσει στη ζωή της.

Εξαιρετική μετάφραση

Ο λόγος του Ουμίτ, σ’ αυτό το πολυδιάστατο έργο του, γίνεται πότε ποιητικός πότε ρεαλιστικός, αναλόγως της οπτικής γωνίας των ηρώων και της εποχής, ενώ τα σύμβολα είναι πολλά. Άλλωστε, η Κάρεν μπορεί να συμβολίζει την ίδια την Τουρκία, μια χώρα η οποία βρίσκεται ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή, ανάμεσα στον σύγχρονο τρόπο ζωής και τις παραδόσεις.

Η μετάφραση ευτύχησε στα χέρια του Θάνου Ζαράγκαλη, ο οποίος, για άλλη μία φορά, μεταφέρει στη γλώσσα μας με ιδιαίτερη προσοχή και ευαισθησία εξαιρετικά δείγματα της τουρκικής γραμματείας.

Αχμετ Ουμιτ
Η πύλη του δερβίση
μτφρ.: Θάνος Ζαράγκαλης
εκδ. Πατάκης, σελ. 526







Πηγή: http://www.kathimerini.gr/752432/article/politismos/vivlio/ta-mysthria-kai-h-mageia-toy-mystikismoy




Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2015

Διαβάζοντας της Κωνσταντινούπολη #2

Την Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2015 πραγματοποιήθηκε η πρώτη για το νέο έτος συνάντηση των μελών της Λέσχης Ανάγνωσης της Αγιορειτικής Εστίας.

Η συνάντηση ξεκίνησε με τον σχολιασμό του έργου του Μίκα Βάλταρι με τίτλο «Ιωάννης Άγγελος» το οποίο είχε ψηφιστεί κατά τη διάρκεια της προηγούμενης συνάντησης (και μετά από πρόταση του συγγραφέα Θωμά Κοροβίνη) ως το βιβλίο προς ανάγνωση. Θετικά ήταν τα περισσότερα σχόλια των μελών για το εν λόγω έργο, δίνοντας έμφαση στη συγγραφική δομή του βιβλίου, κατά την οποία ο Βάλταρι χωρίζει σε δύο μέρη: Στο πρώτο μέρος μας περιγράφει (κάποιες φορές με μεγάλη λεπτομέρεια) την ερωτική ιστορία του ήρωα με την κόρη του Λουκά Νοταρά ενώ στο δεύτερο και πιο δυνατό μέρος, μας εντυπωσιάζει αρχικά με τις σκηνές της πολιορκίας της Πόλης και ακολούθως με την Άλωση.
Βασικά ζητήματα της Άλωσης της Πόλης αναφέρονται στο βιβλίο, όπως η βοήθεια της Δύσης και των Λατίνων, η Σύνοδος της Φεράρας, το μεγάλο ζήτημα του fioloque η εσωτερική διαμάχη ενώ σε πολλά σημεία του έργου εμφανίζεται το μέγα θέμα «Καλύτερα το τουρκικό φακιόλι, παρά η λατινική καλύπτρα».
Όλα τα μέλη συμφώνησαν ότι τα ιστορικά στοιχεία που χρησιμοποιεί είναι ακριβή και κάπου εκεί ξεκίνησε και ένας μικρός διάλογος για τις πιθανές βιβλιογραφικές πηγές που χρησιμοποίησε ο συγγραφέας (οι οποίες δεν παρουσιάζονται στο βιβλίο) και κατά πόσο πρέπει να αναγράφονται (τακτική την οποία ακολουθούν πολλοί σύγχρονοι συγγραφείς πλέον) ή όχι.
Ακολούθως η συζήτηση ξέφυγε από τα πλαίσια του βιβλίου και ανοίχτηκε συζητώντας και σχολιάζοντας τα τραγικά γεγονότα που μόλις πριν μία ημέρα είχαν συμβεί στο Παρίσι, αρχής γενομένης από το ζήτημα του θρησκευτικού φανατισμού και των διαστάσεων που έχει λάβει στο σύγχρονο δυτικό κόσμο και καταλήγοντας στην ελευθερία του τύπου και του λόγου.
Κατόπιν επιλέξαμε (πάντα μέσα από τη διαδικασία της ψηφοφορίας) το επόμενο βιβλίο προς ανάγνωση, το οποίο είναι το έργο του Αχμέτ Ουμίτ με τίτλο «Μνήμες της Κωνσταντινούπολης». Παρακάτω ακολουθεί μία μικρή περίληψη του βιβλίου.
Μετά και την επιλογή του βιβλίου, ήρθε η ώρα της διασκέδασης. Αρχικά κόψαμε την Πρωτοχρονιάτικη Βασιλόπιτα το φλουρί της οποία έπεσε στον Γιώργο Μπασδάρη, στον οποίο ευχόμαστε καλή και ευλογημένη χρονιά. Ο τυχερός της παρέας έλαβε ως δώρο τον νέο Κατάλογο της Έκθεσης του Tim Vyner με τίτλο: «Tim Vyner: Μια εμπειρία ζωής στο Άγιον Όρος».

Ακολούθως την σκυτάλη πήρε το μικρό παραδοσιακό μουσικό σχήμα υπό την καθοδήγηση του Νεκτάριου Αντωνίου. Ακούσαμε παραδοσιακά κάλαντα από διάφορες περιοχές της Ελλάδας, ανατολίτικα τραγούδια ενώ το κέφι άναψε όταν φτάσαμε σε πιο σύγχρονες επιλογές με τραγούδια που κρατούν ως βάση τον παραδοσιακό ήχο. Έτσι τραγουδήσαμε όλοι μαζί τραγούδια των Θανάση Παπακωνσταντίνου, Σωκράτη Μάλαμα, Χαΐνηδες κ.α.
Το μουσικό σχήμα αποτελούνταν από τους: Νεκτάριο Αντωνίου (φωνή –σχολιασμό), Αργύρη Παπά (κιθάρα –φωνή), Παντελή Καραματσούκη (ούτι) και Μαρία Καραματσούκη (τουμπερλέκι). Ευχαριστούμε θερμά όλους τους μουσικούς για την υπέροχη βραδιά που μας χάρισαν, και ακόμα θερμότερες στον Νεκτάριο Αντωνίου για την άμεση ανταπόκριση του και την ιδιαίτερη φροντίδα.
Η επόμενη συνάντηση θα πραγματοποιηθεί μέσα στον Φεβρουάριο. Η ακριβής ημερομηνία θα ανακοινωθεί αργότερα.
Ήταν μια γεμάτη βραδιά τόσο από βιβλία, σκέψεις, αναγνώσεις όσο και από μουσική. Ήταν μια πολύ καλή αρχή για το νέο έτος!!!

Λίγα λόγια για το βιβλίο:

Μνήμες της Κωνσταντινούπολης 
Ümit, Ahmet
Εκδόσεις Πατάκη
Σελίδες: 687
"Αγναντεύαμε την πόλη απ' τη θάλασσα. Η Ιστανμπούλ ήταν σκεπασμένη με ομίχλη... Κι η θάλασσα το ίδιο... Σκεπασμένο με ομίχλη και το σκάφος μας... Αυτό που διακρίναμε ήταν οι μιναρέδες του Σουλταναχμέτ, ο τρούλος της Αγια-Σοφιάς, οι πύργοι του Τόπκαπι. Η πόλη έδινε την εντύπωση ότι ποτέ δεν είχε λεηλατηθεί, ποτέ δεν είχε καταστραφεί, ποτέ δεν είχε μολυνθεί. Η φύση είχε σκεπάσει με μια κατάλευκη ομίχλη ό,τι άσχημο υπήρχε στην πόλη. Σαν ένα στιγμιαίο όραμα λίγο πριν ανατείλει ο ήλιος... Σαν ένα μαγικό νέφος... Μια παραμυθένια εικόνα... Σαν μια ολοκαίνουρια αρχή... Νέα, ελπιδοφόρα, όμορφη... Αγναντεύαμε την πόλη απ' τη θάλασσα..." Ένα πτώμα ξαπλωμένο στη βάση του ανδριάντα του Ατατούρκ στο Σαράιμπουρνου. Στην παλάμη του ένα αρχαίο νόμισμα... Ωστόσο ούτε το πτώμα είναι το τελευταίο θύμα ούτε το νόμισμα το τελευταίο αρχαίο κέρμα. Επτά θύματα, επτά μονάρχες, επτά νομίσματα, επτά ιστορικά σημεία της Πόλης. Η μοναδική αλήθεια: η μακραίωνη ιστορία μιας πόλης μαγικής και αινιγματικής, της πόλης των πόλεων... Ένα μυθιστόρημα-ποταμός, όπου τα πάθη των ανθρώπων συναντούν την ιστορία, όπου η περιπέτεια κλιμακώνεται μαζί με τη συγκίνηση, ένα μεγάλο σύγχρονο παραμύθι που ξεκινά απ' το Βυζάντιο και την Κωνσταντινούπολη και φτάνει μέχρι τη σημερινή μητρόπολη Ιστανμπούλ των μεγάλων αντιθέσεων, ένα λογοτεχνικό μπεστ σέλερ που έχει μαγέψει περισσότερους από 300.000 αναγνώστες στην Τουρκία...