Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΚΑΜΠΡΙΕΛ ΓΚΑΡΣΙΑ ΜΑΡΚΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΚΑΜΠΡΙΕΛ ΓΚΑΡΣΙΑ ΜΑΡΚΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 15 Μαΐου 2014

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες: Ένας χαιρετισμός


Της Σοφίας Σταυριανίδου

Αργά τη νύχτα παραμονών της πιο θλιμμένης ημέρας του χρόνου, της Μεγάλης Παρασκευής, μου έφτασε με μήνυμα από καλό μου φίλο η είδηση του θανάτου του πιο αγαπημένου μου συγγραφέα, του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Είχε εδώ και λίγα λεπτά δημοσιευθεί στην EL PAIS. Πράγματι. Μεγάλη Παρασκευή. Σβέλτα, ήρθαν μηνύματα και από άλλους φίλους. Μια παράλυση, μια μοναξιά, ένα απέραντο κενό για τούτη την βίαιη απώλεια, ήταν τα πρώτα συναισθήματα. Ανακατεμένα με λίγη ευτυχία, γιατί οι φίλοι σου ξέρουν τόσο καλά αυτά που αγαπάς. Σημαίνει ότι έκανες κάτι καλά στη ζωή.
Εμείς που, ίσως με αυθάδεια, παινευόμαστε ότι είμαστε άνθρωποι των εικόνων και επικεντρωνόμαστε μονόμπατα σε αυτές, το όνομα του Μάρκες χρειάστηκε να το διαχειριστούμε/νε κάποιες φορές για τις κινηματογραφικές μεταφορές των βιβλίων του. Ο Μάρκες δεν ευτύχησε, κατά πλειονότητα, να δει επιτυχώς εικονοποιημένα τα υπέροχα μυθιστορήματά του. «Η Ιστορία της Αθώας Ερέντιρα και της Άσπλαχνης Γιαγιάς της» (Eréndira, 1984) από τον Ρούι Γκέρα ήταν μια μάλλον μονότονη και προβλέψιμη στην πλοκή της μεταφορά. «Το Χρονικός ενός Προαναγγελθέντος Θανάτου» (Cronaca di una Morte Annunciata, 1987) του Φραντσέσκο Ρόζι και σε διασκευή του Τονίνο Γκουέρα, ενώ ήταν άνοιγμα στο Φεστιβάλ των Καννών, χαρακτηρίστηκε φιλόδοξο και εντελώς μακριά από το πνεύμα του πρωτοτύπου. «Ο Συνταγματάρχης δεν Έχει Κανέναν να του Γράψει» (El Coronel no Tiene Quien le Escriba, 1999) του Αρτούρο Ριπστάιν ήταν μια σχετικά καλή μεταφορά και οι κριτικές δεν το κατακρεούργησαν. Το ίδιο ισχύει και για το «Περί Έρωτος και Άλλων Δαιμονίων» (Del Amor y Otros Demonios, 2010), την πιο πρόσφατη ταινία βασισμένη στο Μάρκες, την οποία σκηνοθέτησε η Χίλντα Χιντάλγκο από την Κόστα Ρίκα, στέκεται εγγύτερα του πρωτοτύπου δίχως να το βιάζει και, μάλιστα, ήταν η επίσημη πρόταση της χώρας για τα Όσκαρ του επόμενου έτους. Όσο για τον «Ερωτα στα Χρόνια της Χολέρας» (Love in the Time of Cholera, 2007) του Μάικ Νιούελ δεν ήταν παρά μια μεγάλη αποτυχία, όσο κι αν αποπειράθηκε, ιδιαίτερα προς το τέλος, να συμπυκνώσει με συναίσθημα την αγάπη των εβδομήντα χρόνων μεταξύ του Φλορεντίνο Αρίσα και της Φερμίνα Δάσα

Το να μεταφέρεις το Μάρκες στο σινεμά στάθηκε δύσκολο, παρά το ότι οι λέξεις του, οι προτάσεις του, τα νοήματά του είναι γεμάτα εικόνες, η γραφή του γεμάτη από αχανείς πολυσέλιδες παρεμβάσεις που σε πάνε σε άλλα σύμπαντα, σε «ταινίες» που αυτοβούλως και αυθορμήτως κατασκευάζεις στο μυαλό, αυτό που οι κάμερες και οι σκηνοθέτες δεν κατάφεραν και τόσο καλά να τυπώσουν στο celluloid. Ο κόσμος του Μάρκες λες και είναι ένα δημιούργημα που πρέπει να στέκεται στη μνήμη και το θυμικό των αναγνωστών, πολυσχιδώς, αφού κάθε μυαλό και κάθε καρδιά «σκηνοθετούν» τη δική τους ταινία, διυλίζουν τα δικά τους νοήματα, αντίστοιχα με τα βιώματα και τις εμπειρίες. Στη «Χολέρα», ειδικά, ένα αληθινό αριστούργημα που οι ταπεινές μου λέξεις αδυνατούν να αποδώσουν το μεγαλείο του, οι εικόνες του Νιούελ εισέβαλαν σα βιαστής στα ρυάκια του μυαλού μου για να απεμπολήσουν την υπάρχουσα «ταινία» μου, την κατάδική μου ταινία, το δικό μου δημιούργημα που ποτέ δεν ήθελα να αποχωριστώ, που ήμουν και είμαι «εγώ». Αυτή είναι η ανεκτίμητη ομορφιά τού αναγνώσματος και, εν προκειμένω, της επίδρασης του Μάρκες εσωτερικά: με χάραξε και, με έναν τρόπο, έπλασε αυτό που είμαι τώρα. Και τούτο είναι Τέχνη, γιατί, αν εκείνη στέκεται στην ακαδημαϊκότητα και δε σου αλλάζει τη ζωή, τότε σε τι χρησιμεύει; Χώστε τη στα συρτάρια και αφήστε τη στα άραχνα υπόγεια της σιωπής

Ο θάνατος, λες, είναι δημοκράτης. Ισχύει για όλους όμοια και αέναα. Συχνότερα, έρχεται δίχως να τον καλέσεις. Ογδόντα επτά χρόνια περπάτησε εδώ ο Μάρκες. Δεν μπορώ παρά να συλλογιστώ το υπέροχα ζεστό και ντροπαλό χαμόγελό του, στα λίγα πλάνα από κείνον που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο. Κείνες τις εικόνες από τις ευγνώμονες υποκλίσεις του στην Ακαδημία Γραμμάτων και Τεχνών, όταν έλαβε το Νομπέλ του. Τη γεμάτη αναγνώριση ζωή του. Τη γεμάτη αγάπη ζωή του, με οικογενειακή σταθερότητα. Το γεγονός – δόξα σοι ο Θεός – ότι έγραψε, έγραψε, έγραψε και μας έδωσε, μας έδωσε, μας έδωσε. Μας έδωσε τόσα που γίνεται πατέρας πνευματικός, ένας από τους εργάτες του στριφνού κόσμου μας για καλύτερους ανθρώπους, για καλύτερες συνυπάρξεις, για καλύτερες κοινωνίες, για καλύτερη ζωή. Είναι ανεκτίμητα όσα έδωσε. Το φυσικό του τέλος ήρθε, αλλά η παρακαταθήκη του αδιάλειπτα θα αναπνέει, θα φωτίζει και θα μας οδηγεί. Ο Φλορεντίνο Αρίσα έγινε φίλος μας. Και τον φέρουμε.

Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες υπήρξε προσφορά στη ζωή. Στους αιώνας των αιώνων.

Παρασκευή 9 Μαΐου 2014

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες: Δεν είναι εύκολο να γράφεις, όσο ιδιόρρυθμα ανόητος κι αν είναι ο συγγραφέας

του Κώστα Κρεμμύδα

«Αν μπορούσαμε να φτιάξουμε μια χώρα με όλους τους εξόριστους και καταδικασμένους της Λατινικής Αμερικής, αυτή θα είχε το μέγεθος του πληθυσμού της Νορβηγίας. Ποιητές και ζητιάνοι, μουσικοί και προφήτες, πολεμιστές και πλάνητες, όλα τα πλάσματα αυτής της υπερβατικής πραγματικότητας δεν ζητάμε τίποτα άλλο παρά λίγη φαντασία, γιατί το πιο ουσιαστικό μας πρόβλημα ήταν η έλλειψη συμβατικών μέσων για να μπορέσουμε να πιστέψουμε στη ζωή μας. Κι αυτός φίλοι μου, είναι ο σταυρός της μοναξιάς μας», έλεγε στις 8 Δεκεμβρίου του 1982 στην τελετή για την απονομή του βραβείου Νόμπελ ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες (Gabriel José García Márquez).
Αν σκεφτούμε πως το βιβλίο του «Εκατό χρόνια μοναξιάς», που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στα ισπανικά στις 5 Ιουνίου του 1967 από τον εκδοτικό οίκο της Καταλανής Carmen Balcells, μεταφράστηκε σε πάνω από 30 γλώσσες, απέσπασε τέσσερα εθνικά βραβεία, ξεπέρασε σε πωλήσεις τα 600.000 αντίτυπα, το όνομά του έγινε γνωστό σε εκατομμύρια ανθρώπους στον πλανήτη, οι απόψεις του μπόρεσαν να περάσουν από τον Φιντέλ Κάστρο μέχρι τον Μπιλ Κλίντον και τον κομαντάντε Μάρκος, αν θυμηθούμε πως οι συνεντεύξεις του γίνονταν για χρόνια πρωτοσέλιδα και όχι μόνο στο λογοτεχνικό χώρο, ενώ το έργο και η προσωπικότητά του ήταν σεβαστή για δεκάδες ηγέτες κρατών, τότε οφείλουμε να παραδεχτούμε την αναποτελεσματικότητα της τέχνης, τη μηδενική συμβολή της στη διαμόρφωση προϋποθέσεων για έναν καλύτερο κόσμο.
Κι όμως ο Μάρκες στα μυθιστορήματα, τις συνεντεύξεις, τις παρεμβάσεις του δεν έπαψε να υπερασπίζεται το πολιτικό/πολιτισμικό όραμά του να δημιουργηθεί η αληθινή, η μεγαλύτερη δημοκρατία του κόσμου από το Ρίο Μπράβο ως την Παταγωνία, μια ενότητα της Λατινικής Αμερικής όπως την ονειρεύτηκε ο Μπολιβάρ τις απόψεις που οποίου θεωρούσε «πιο επίκαιρες από ποτέ», διατύπωνε το αίτημα να ανακαλύψει από την αρχή η Ευρώπη και να σεβαστεί τη διαφορετικότητα αλλά και τις αξίες του λαού της, την πίστη των Λατινοαμερικάνων να διαμορφώσουν τη δική τους ζωή ελεύθεροι πέρα από τον πόνο, την αδικία τη φτώχεια, δεν έπαυε να αποκαλύπτει τις θηριωδίες της πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας, να ιστορεί μέσα από ένα κουβάρι εικόνων, αναμνήσεων, στιγμών, αιώνων, όσα θεωρούσε χρήσιμο να εκφράσει με την ελπίδα πως μπορεί κάποτε να εισακουστεί. Άλλωστε εδώ εδράζεται κατά κάποιον τρόπο και το σκεπτικό της απόφασης για το βραβείο Νόμπελ: «για τα μυθιστορήματα και τα διηγήματά του, στα οποία το φανταστικό και το πραγματικό συνδυάζονται σε έναν πλούσιο κόσμο φαντασίας, αντανακλώντας τη ζωή και τις συγκρούσεις μιας ηπείρου».

Ο Γκαμπριέλ Χοσέ Γκαρσία Μάρκες γεννήθηκε στις 6 Μαρτίου 1927 στο χωριό Αρακατάκα της Κολομβίας. Το 1947 ξεκίνησε να σπουδάζει Νομικά και Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο της Μπογκοτά. Την ίδια χρονιά δημοσίευσε σε εφημερίδα το πρώτο του διήγημα, «Η Τρίτη Παραίτηση». Το 1948 μετακόμισε στην Καρθαγένη για να συνεχίσει εκεί τις σπουδές του, ενώ από το 1954 εγκαθίσταται στην πρωτεύουσα της Κολομβίας κι αρχίζει να γράφει σε εφημερίδες και περιοδικά αναμετρούμενος τόσο με τη λογοκρισία όσο και με την πάγια αγωνία του συγγραφέα στην αναζήτηση του κατάλληλου θέματος, όπως σχολιάζει χιουμοριστικά στο άρθρο «Το προσκύνημα της καμηλοπάρδαλης»: Κατ’ αρχάς, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι αυτή η δουλειά, να γράφεις δεκατέσσερα εκατοστά ανοησίας κάθε μέρα, δεν είναι εύκολη, όσο ιδιόρρυθμα ανόητος κι αν είναι ο συγγραφέας. Έπειτα, υπάρχει το θέμα των δύο λογοκριτών. Ο πρώτος, ο οποίος βρίσκεται εδώ μέσα, δίπλα μου, κάθεται ντροπαλά κοντά στον ανεμιστήρα, διατεθειμένος να μην αφήσει την καμηλοπάρδαλη να έχει οποιοδήποτε χρώμα εκτός από εκείνο που φυσικά δημοσίως επιτρέπεται. Έπειτα, υπάρχει ο δεύτερος λογοκριτής για τον οποίο δεν μπορεί να ειπωθεί τίποτα χωρίς τον κίνδυνο ο μακρύς λαιμός της καμηλοπάρδαλης να μειωθεί στο ελάχιστο δυνατό. Τέλος, το ανυπεράσπιστο θηλαστικό φθάνει στον σκοτεινό θάλαμο του λινοτύπη, όπου αυτοί οι πολυσυκοφαντημένοι συνάδελφοι εργάζονται κοπιωδώς νυχθημερόν μετατρέποντας σε μολύβι ό,τι έχει γραφτεί επάνω σε ελαφριά και μηδαμινά φύλλα χαρτιού.
Πρώτα βιβλία του «Τα νεκρά φύλλα» (La hojarasca) το 1955, και «Ο Συνταγματάρχης δεν έχει κανέναν να του γράψει» (El coronel no tiene quien le escriba) που δημοσιεύθηκε το 1958 –χρονιά του γάμου του με τη φαρμακοποιό Μερσέδες Μπάρτσα Πάρδο με την οποία απέκτησε δύο γιους– στο περιοδικό Mito και κυκλοφόρησε το 1961. Με την κήρυξη της κουβανικής επανάστασης εγκαταστάθηκε στην Αβάνα όπου δούλεψε μέχρι το 1961 οπότε κι επέστρεψε στην Κολομβία κι από κει οικογενειακώς στο Μεξικό όπου έζησε μέχρι το θάνατό του στις 17 Απριλίου 2014, σε ηλικία 87. Τα τελευταία χρόνια είχε αποσυρθεί από τη δημόσια ζωή καθώς αντιμετώπιζε από το 1999 προβλήματα με τον καρκίνο των λεμφαδένων.

Το έργο του Μάρκες ίσως αποτελεί το ιδανικό για κάθε συγγραφέα: εδράζεται σε όσα έζησε, πόνεσε, αφουγκράστηκε, ονειρεύτηκε, βασισμένο αποκλειστικά στην ιστορία της πολύπαθης Λατινικής Αμερικής διαχύθηκε και εισπράχθηκε από την Ευρώπη –ίσως ο μόνος ισπανόφωνος συγγραφέας που «προσφέρει και δεν παίρνει τίποτα από την Ευρώπη» (Φ. Δ. Δρακονταειδής)–, ενώ ταυτόχρονα πέτυχε να μιλήσει για όσα τον έπνιγαν δίχως ευφυολογήματα και τερτίπια καλλιτεχνικο-αισθητικά: με λιτή γραφή, ποιητικότητα, ρεαλισμό, μετατρέποντας το εθνικό σε παγκόσμιο, αποδεικνύοντας πως η τέχνη, η μουσική, το μοντάζ, η «ξυλουργική της λογοτεχνίας» μπορεί κάποτε να μοντάρει μια ντουλάπα χρήσιμη και ασφαλή για την πραμάτεια μας και ν’ ανοίξει μια πόρτα στον κόσμο. Από κει και πέρα όλα επαφίενται σε μας, στην κρίση και τις δυνατότητές μας. Γιατί…, όπως καταλήγει και στο περίφημο μυθιστόρημά του, …ράτσες καταδικασμένες σ’ εκατό χρόνια μοναξιάς δεν θα χουν δεύτερη ευκαιρία πάνω στη γη.


Σάββατο 3 Μαΐου 2014

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες (1927-2014): 6 ιστορίες για τον Γκαμπίτο

Κείμενο: ΑΘΩΣ ΔΗΜΟΥΛΑΣ


Τα παιδικά χρόνια στην Αρακατάκα

«Πολλά χρόνια αργότερα, μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, ο συνταγματάρχης Αουρελιάνο Μπουενδία θα θυμόταν εκείνο το μακρινό απόγευμα που ο πατέρας του τον είχε πάει να γνωρίσει τον πάγο». Αυτή είναι η περίφημη εναρκτήρια πρόταση του μυθιστορήματος «Εκατό χρόνια μοναξιά», με τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες να έχει εξηγήσει ότι «ήταν επιβεβλημένο να χρησιμοποιήσω πάγο για την πρώτη πρόταση, επειδή στην πιο καυτή πόλη του κόσμου ο πάγος είναι κάτι μαγικό».

Ο πάγος παραπέμπει σε μια ιστορία από τα παιδικά του χρόνια, στις αρχές της δεκαετίας του ’30, στη μικρή πόλη της Κολομβίας Αρακατάκα, όταν ο παππούς του, ο φιλελεύθερος συνταγματάρχης Νικολάς Ρικάρντο Μάρκες, τον πήρε από το χέρι και τον πήγε σε ένα μαγαζί να δει ένα κατεψυγμένο ψάρι. «Το άγγιξα και ένιωσα ένα κάψιμο», είπε κάποτε ο συγγραφέας. Οι καθημερινές βόλτες παππού και εγγονού, οι επισκέψεις στο τσίρκο και στον κινηματογράφο, οι ιστορίες από τον πόλεμο των Χιλίων Ημερών (τον εμφύλιο του 1899) ήταν σπουδαία μαθήματα για τον μικρό Μάρκες. «Η σχέση μου με τον παππού μου ήταν ο ομφάλιος λώρος που με κράτησε σε επαφή με την πραγματικότητα». Τα βράδια άκουγε τις ιστορίες της γιαγιάς του, με φαντάσματα και νεκρούς, γεμάτες με τις δεισιδαιμονίες της μυθολογίας της Λατινικής Αμερικής. Το υπερφυσικό στοιχείο εισχώρησε στη συνείδησή του· η βάση του «μαγικού ρεαλισμού» που αργότερα θα χαρακτήριζε το έργο του είχε ως αφετηρία τα παιδικά του βιώματα. Αλλωστε η Αρακατάκα είναι το θρυλικό Μακόντο, η φανταστική πόλη από το «Εκατό χρόνια μοναξιά». Οι γονείς του απουσιάζουν. Ζουν σε άλλες πόλεις, με τον πατέρα του, έναν τυχοδιώκτη αυτοδίδακτο ομοιοπαθητικό γιατρό, να προσπαθεί να πετύχει ως φαρμακοποιός. Ο Γκαμπριέλ, το πρώτο από τα έντεκα παιδιά της οικογένειας, μεγαλώνει με τους παππούδες του και την αδερφή του. Με τους γονείς του θα βρεθεί πολύ αργότερα, σε ηλικία έντεκα ετών, αλλά η σχέση του μαζί τους δεν θα είναι ποτέ ιδιαίτερα στενή.

Δημοσιογράφος αντί δικηγόρος 

Στις αρχές της δεκαετίας του ’50 βρέθηκε στην πόλη Μπαρανκίγια και, καθώς δεν είχε χρήματα να νοικιάσει ένα κανονικό σπίτι, αναγκάστηκε να ζήσει ένα χρόνο στο δωμάτιο ενός οίκου ανοχής - όταν τα χρήματά του δεν έφταναν ούτε γι’ αυτό, έδινε αντί ενοικίου στον θυρωρό  ένα αντίγραφο από το τελευταίο του χειρόγραφο. Πλέον εργαζόταν ως αρθρογράφος στην εφημερίδα El Heraldo, καθώς μια καριέρα στη δημοσιογραφία τού φαινόταν πιο συναρπαστική από τα νομικά που είχε σπουδάσει στην Μπογκοτά και την Καρταχένα, χωρίς πάντως να έχει πάρει το πτυχίο του. Οταν ο πατέρας του πληροφορήθηκε ότι δεν σκόπευε να αποφοιτήσει και ότι είχε προτιμήσει το γράψιμο από τη δικηγορία, του είπε εκνευρισμένος: «Θα καταλήξεις να τρως χαρτί!».

Φυσικά δεν ήταν μόνο η δημοσιογραφία που είχε γοητεύσει τον νεαρό Μάρκες, αλλά κυρίως η λογοτεχνία. Είχε ήδη δημοσιεύσει τα πρώτα του διηγήματα, λαμβάνοντας μάλιστα θετικές κριτικές. Παράλληλα συνέχιζε να μελετά τους μεγάλους συγγραφείς της Δύσης, θαυμάζοντας τον Κάφκα (για τη «Μεταμόρφωση» είπε ότι του θύμιζε τον τρόπο που μιλούσε η γιαγιά του), τον Τζόις, τον Χέμινγουεϊ, τη Βιρτζίνια Γουλφ και περισσότερο από όλους τον Ουίλιαμ Φόκνερ. Αργότερα, η περίοδος που εργάζεται για την εφημερίδα El Espectador στην Μπογκοτά συμπίπτει με την κορύφωση της εμφύλιας διαμάχης που έμεινε γνωστή ως «La Violencia» και ο Μάρκες στοχοποιείται από το καθεστώς λόγω της τολμηρής και φιλελεύθερης αρθρογραφίας του. Τελικά φεύγει για την Ευρώπη, όπου εργάζεται ως ανταποκριτής για την El Espectador, προσπαθώντας παράλληλα να γνωρίσει την κουλτούρα της Γηραιάς Ηπείρου. Το συμπέρασμα, σύμφωνα με τον ίδιο, ήταν το εξής: «Οι περισσότεροι Λατινοαμερικανοί ανακαλύπτουν τον πολιτισμό όταν έρχονται στην Ευρώπη, για μένα όμως δεν ίσχυε το ίδιο». Δεν άργησε να επιστρέψει στον τόπο του.

Η γυναίκα της ζωής του


Μια μέρα, ενώ καθόταν ήρεμος στο «Γκραν Καφέ» του Καράκας (όπου ζούσε γράφοντας για την εφημερίδα El Momento), ο Μάρκες κοίταξε το ρολόι του, σηκώθηκε βιαστικά και είπε ότι πρέπει να προλάβει μια πτήση. Τον ρώτησαν πού πηγαίνει έτσι ξαφνικά και αυτός απάντησε: «Να παντρευτώ». Ολοι οι παρευρισκόμενοι σάστισαν, καθώς κανείς τους δεν γνώριζε ότι ο Μάρκες είχε κάποιο δεσμό. Σύμφωνα με τον ίδιο, την πρώτη φορά που είδε τη Μερσέδες Μπάρτσα, αυτός ήταν δεκαέξι ετών κι εκείνη εννέα. Ακολούθησε ένα πολυετές αλλά διακριτικό φλερτ - τα περισσότερα χρόνια η Μερσέδες αγνοούσε την ύπαρξή του. «Ο Γκαμπίτο με περίμενε να μεγαλώσω», είπε πολύ αργότερα.

Οταν η οικογένειά της μετακόμισε στην Μπαρανγκίγια, ο Μάρκες πήγαινε στο φαρμακείο του πατέρα της μήπως και τη συναντήσει, ενώ το 1950 εγκαινίασε στην εφημερίδα El Heraldo μια καθημερινή στήλη με τίτλο «Καμηλοπάρδαλη» - ήταν αφιερωμένη στη Μερσέδες, η οποία είχε μακρύ και λεπτό λαιμό. Τη στήλη υπέγραφε με το ψευδώνυμο Σέπτιμους, εμπνευσμένος από τον Σέπτιμους Γουόρεν Σμιθ, χαρακτήρα από το «Η κυρία Ντάλογουεϊ» της Βιρτζίνια Γουλφ. Τελικά, βρήκε το θάρρος να της ζητήσει να τον συνοδεύσει σε ένα χορό και αργότερα συμφώνησαν να παντρευτούν, αφού πρώτα η Μερσέδες θα ενηλικιωνόταν και θα τελείωνε το σχολείο. Μεσολάβησαν τα ταξίδια του Μάρκες στην Ευρώπη και τη Βενεζουέλα, αλλά τήρησε την υπόσχεσή του και επέστρεψε για να την παντρευτεί. Εμειναν μαζί όλη τους τη ζωή. Εκαναν δύο γιους, τον Ροδρίγο και τον Γκονσάλο. Το 1981, σε μια συνέντευξή του στο περιοδικό The Paris Review, ο Μάρκες δήλωσε ότι το μοναδικό πράγμα για το οποίο μετανιώνει στη ζωή του είναι ότι δεν έκανε και μια κόρη.

Ο Μάρκες οδηγούσε το λευκό του Οπελ κάπου ανάμεσα στην Πόλη του Μεξικού και το Ακαπούλκο, εκεί όπου σκόπευε να περάσει λίγες ημέρες διακοπών μαζί με τη Μερσέδες και τα δυο τους παιδιά. Ξαφνικά έκανε αναστροφή και ανακοίνωσε στην οικογένειά του ότι οι διακοπές ακυρώνονται. Τι είχε συμβεί; Αυτό που περίμενε σε όλη του τη ζωή. Είχε σκεφτεί τι ήθελε να γράψει: ένα βιβλίο για τις ρίζες του, το μεγάλο μυθιστόρημα της Λατινικής Αμερικής.

Μια ιδέα που άλλαξε τα πάντα

Η ιστορία αγγίζει τα όρια του μύθου και δεν ξέρουμε αν η «επιφοίτηση» αφορούσε μια γενική ιδέα, ένα ευρύ σκεπτικό ή, απλώς, την πρώτη πρόταση. Οπως και αν έχει, ο Μάρκες πέρασε ενάμιση χρόνο γράφοντας. Ζούσε ήδη από το 1961 στο Μεξικό, δίνοντας σενάρια για τον κινηματογράφο, κάτι που του απέφερε για πρώτη φορά αρκετά χρήματα. Το μικρό διαμέρισμα όπου έμενε αρχικά (είχε μόνο ένα στρώμα στο πάτωμα, ένα τραπέζι και δύο καρέκλες) αντικαταστάθηκε από ένα πολυτελές σπίτι με κήπο, γραφείο και ξενώνα, ενώ αγόρασε αυτοκίνητο και έστειλε τα παιδιά του σε ιδιωτικό σχολείο. Ηταν η εποχή της άνθησης της λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας και είχαν αρχίσει να ανατέλλουν συγγραφείς όπως ο Φουέντες, ο Κορτάσαρ και ο Λιόσα. Ο Μάρκες είχε μείνει πίσω, το ήξερε και βασανιζόταν. Επί ενάμιση χρόνο, λοιπόν, μόνο έγραφε και για να συντηρηθεί η οικογένειά του πούλησε το αυτοκίνητο και ό,τι άλλο μπορούσε. Ηταν μια περίοδος μεγάλων στερήσεων, στην οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, είχε καπνίσει 30.000 τσιγάρα και χρωστούσε 120.000 πέσος! Οταν τελικά ολοκλήρωσε το χειρόγραφό του, πήγαν μαζί με τη Μερσέδες να το ταχυδρομήσουν. Το δέμα θα κόστιζε 82 πέσος. Δεν είχαν τόσα κι έτσι έστειλαν μόνο τα μισά φύλλα. Μετά έβαλαν ενέχυρο μία θερμάστρα και ένα μίξερ και έστειλαν και το υπόλοιπο. Βγαίνοντας από το ταχυδρομείο, η Μερσέδες είπε: «Γκάμπο, αυτό που μας λείπει τώρα είναι το βιβλίο να είναι χάλια». Αλλά το βιβλίο ήταν το «Εκατό χρόνια μοναξιά».

Ο Κάστρο και ο Κλίντον

«Οταν πήγα σε ένα πανεπιστήμιο στη Βόρεια Αμερική, με ρώτησαν πώς συμβάδιζαν οι πολιτικές ιδέες του πατέρα μου με τα χρήματά του και τον τρόπο ζωής του. Απάντησα όσο καλύτερα μπορούσα, αλλά δεν υπάρχει ικανοποιητική απάντηση σε αυτό το ερώτημα». Αυτόν τον προβληματισμό του, ο Ροδρίγο, ο μεγάλος γιος του Μάρκες, τον έθεσε στους γονείς του και στον Φιντέλ Κάστρο τον Αύγουστο του 1979, όταν η οικογένεια επισκέφτηκε την Κούβα. Ο Κάστρο πρότεινε αστειευόμενος στον νεαρό ότι σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να λέει ότι όλα τα χρήματα τα ξοδεύει η μητέρα του.

Η φιλία του Κουβανού ηγέτη με τον Μάρκες άρχισε το 1959, στην πρώτη επίσκεψη του συγγραφέα στην Αβάνα, μετά την άνοδο του Κάστρο στην εξουσία. Πολλά χρόνια αργότερα, τη δεκαετία του ’90, ο Μάρκες θα προσπαθούσε να μεσολαβήσει ανάμεσα στον Κάστρο και τον Μπιλ Κλίντον, σε μια απόπειρα επικοινωνίας των δύο χωρών. Ο πρώην Αμερικανός πρόεδρος τον θαύμαζε και ήταν αυτός που ήρε την απαγόρευση της εισόδου του συγγραφέα στις ΗΠΑ (η οποία ίσχυε από το 1961 εξαιτίας της φιλοκουβανικής στάσης του), προσκαλώντας τον μάλιστα αρκετές φορές στον Λευκό Οίκο. Ο Μάρκες συνδέθηκε φιλικά και με τους γνωστότερους εκπροσώπους των γραμμάτων και των τεχνών της Λατινικής Αμερικής, αλλά και με αρκετούς πολιτικούς της Αριστεράς. Η πιο γνωστή ιστορία, πάντως, αφορά τον πολύ καλό του φίλο Μάριο Βάργκας Λιόσα. Η σχέση τους έληξε άδοξα το 1976, όταν σε μια κινηματογραφική πρεμιέρα ο Περουβιανός συγγραφέας υποδέχτηκε τον Μάρκες με μια γροθιά στο μάτι. «Γι’ αυτό που είπες στην Πατρίσια», του είπε. Εικάζεται πως ο Μάρκες είχε συμβουλεύσει τη σύζυγο του Λιόσα, έπειτα από μια κρίση στο γάμο τους, να ζητήσει διαζύγιο. Οι δύο άντρες δεν ξαναμίλησαν ποτέ.

Η φήμη και τα χρήματα

«Ο Ράντγιαρντ Κίπλινγκ έχει κοιμηθεί σε αυτό το κρεβάτι, όπως και ο Τόμας Μαν, ο Νερούδα, ο Αστούριας, ο Φόκνερ», σκέφτηκε και, αναστατωμένος, προτίμησε να κοιμηθεί στον καναπέ - είθισται η Σουηδική Ακαδημία να δίνει το ίδιο δωμάτιο του Grand Hotelhttp://cdncache-a.akamaihd.net/items/it/img/arrow-10x10.png στους νομπελίστες συγγραφείς, όταν αυτοί επισκέπτονται τη Στοκχόλμη για να παραλάβουν το βραβείο. Ο Μάρκες τιμήθηκε με το Νομπέλ Λογοτεχνίας το 1982, εκφωνώντας τον περίφημο λόγο «Η μοναξιά της Λατινικής Αμερικής». Ηταν ήδη αρκετά διάσημος, αν και είχε γράψει μόνο τρία μυθιστορήματα, τρεις νουβέλες και κάποια διηγήματα. Τα χρήματα του βραβείου είπε ότι θα τα χρησιμοποιούσε για να ιδρύσει μια εφημερίδα στην Μπογκοτά και να χτίσει το σπίτι των ονείρων του στην Καρταχένα. Στη συνέχεια, βέβαια, δήλωσε ότι «ξέχασε» αυτά τα χρήματα σε λογαριασμό σε μια ελβετική τράπεζα και τα χρησιμοποίησε 16 χρόνια αργότερα για να αγοράσει το περιοδικό Cambio της Μπογκοτά.

Αν και έζησε μεγάλο μέρος της ζωής του πολύ φτωχικά, από ένα σημείο και μετά έλυσε το οικονομικό του πρόβλημα για πάντα. Πλέον είχε την άνεση να ζητάει 50.000 δολάρια για μια ημίωρη συνέντευξη, ενώ διέθετε επτά σπίτια σε πέντε διαφορετικές χώρες στη Λατινική Αμερική και την Ευρώπη. Ταξίδευε πολύ, ζούσε πολυτελώς, ντυνόταν καλά και ξόδευε όσα χρήματα ήθελε. Το 2005 τον επισκέφτηκε στην Πόλη του Μεξικού ο επίσημος βιογράφος του, ο Τζέραλντ Μάρτιν. Την ώρα που κουβέντιαζαν, ο Μάρκες κοίταξε έξω από το παράθυρο. «Ξέρεις, μερικές φορές με πιάνει κατάθλιψη», είπε. Ο Μάρτιν τον ρώτησε γιατί. «Καταλαβαίνω ότι όλα αυτά τελειώνουν», απάντησε εκείνος. Από το 1999 του είχε διαγνωσθεί καρκίνος στους λεμφαδένες, τον οποίο ξεπέρασε λίγα χρόνια αργότερα, αλλά εν τω μεταξύ εμφάνισε συμπτώματα άνοιας. Πέθανε από πνευμονία την Πέμπτη
http://cdncache-a.akamaihd.net/items/it/img/arrow-10x10.png στις 17 Απριλίου στο σπίτι του στην Πόλη του Μεξικού.

5+1 Βιβλία για να γνωρίσετε τον Μάρκες

Εκατό χρόνια μοναξιά (1967)
Η δαιδαλώδης ιστορία τεσσάρων γενεών στη φανταστική πόλη Μακάντο, χαρακτηριστικό δείγμα του ρεύματος του μαγικού ρεαλισμού. Πούλησε περισσότερα από 30 εκατ. αντίτυπα παγκοσμίως.
Το φθινόπωρο του πατριάρχη (1975)
Η ζωή ενός Λατινοαμερικανού δικτάτορα, μιας μυθικής μορφής ακαθόριστης ηλικίας, που κυβερνά μια ανώνυμη χώρα. Σατιρική ματιά για τα καθεστώτα της εποχής.

Χρονικόν ενός προαναγγελθέντος θανάτου (1981)
Ο Μάρκες το χαρακτήρισε κάτι ανάμεσα σε νουβέλα και ψευδο-ρεπορτάζ, καθώς αναπλάθει την ιστορία μιας αληθινής δολοφονίας. Κυκλοφόρησε λίγο πριν από το Νομπέλ και έγινε αμέσως κλασικό.

Ερωτας στα χρόνια της χολέρας (1985)
Η μελαγχολική ερωτική ιστορία δύο νέων και ο παραλληλισμός της ανεκπλήρωτης αγάπης με τη θανατηφόρο ασθένεια. Θεωρείται ότι η βασική ιδέα προήλθε από την ερωτική ιστορία των γονιών του.

Ζω για να τη διηγούμαι (2002) 
Ογκώδης αυτοβιογραφική αποτίμηση της ζωής του Μάρκες, όπου διαφαίνεται η εμπλοκή του προσωπικού του βιώματος στο συγγραφικό του έργο.

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες: η βιογραφία του (2008)
Ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Τζέραλντ Μάρτιν παρουσιάζει κάθε πτυχή της ζωής του Μάρκες, δουλεύοντας τη συγκεκριμένη βιογραφία επί 17 χρόνια.