Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΛΜΠΕΡ ΚΑΜΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΛΜΠΕΡ ΚΑΜΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2014

ΑΛΜΠΕΡ ΚΑΜΙ (ΜΕΡΟΣ Α'): «ΝΑ ΜΗ ΦΟΒΑΣΑΙ!» της Ίρις Ράντις*


μετάφραση και επιμέλεια: Γιώργος Καρτάκης

Στις 7 Νοεμβρίου 2013, ο Αλμπέρ Καμί θα γινόταν 100 ετών. Ας κάνουμε ένα ταξίδι γνωριμίας με τους απογόνους του και τους τόπους όπου έζησε.
Εν ζωή υπήρξε ένας μύθος – ο πιο όμορφος Γάλλος συγγραφέας όλων των εποχών και ένας από τους σημαντικότερους στοχαστές και συγγραφείς του προηγούμενου αιώνα. Τον αποκαλούσαν ηθικολόγο, μια λατρευτική εικόνα ενός αδέκαστου διανοούμενου, που έκανε να διαλυθούν τα μεγάλα όνειρα της ανθρωπότητας για υπέρβαση, ιστορική ουτοπία και έρωτα, σαν σαπουνόφουσκες. Μας κληροδότησε μεγαλειώδεις, μαγικές προτάσεις, που στέκουν όπως ακλόνητοι γιγάντιοι βράχοι, διάσπαρτοι στη γλωσσική έρημο του 20ού αιώνα. Το όνομά του συνδέεται με ένα παράξενο ρίγος, ταυτόχρονα όμως καλύπτεται και από ένα επίστρωμα μαρμαρόσκονης.
Ο Αλμπέρ Καμί στο Παρίσι το 1957
Επ' ευκαιρία αυτής της επετείου είναι καιρός να ξαναθυμηθούμε αυτόν τον καταπληκτικό άντρα, που γεννήθηκε από μια αναλφάβητη στις 7 Νοεμβρίου 1913 στην Αλγερία πάνω στο γυμνό, λασπώδες έδαφος ενός αμπελώνα και πέθανε στις 4 Ιανουαρίου 1960, όταν το πολυτελές αυτοκίνητό του προσέκρουσε με μεγάλη ταχύτητα σε ένα πλατάνι καθ' οδόν προς το Παρίσι. Αυτόν τον σύγχρονο πρεσβευτή των ματαιώσεών μας δεν θα τον βρούμε καν στις προθήκες των βιτρινών ετούτη την επετειακή ημέρα. Για τούτο και ξεκίνησα αυτό το ταξίδι, οδεύοντας από τον μύθο προς τον άνθρωπο Καμί, στους ιδιαίτερους εκείνους τόπους, τους ανθρώπους, τα σπίτια και τα τοπία όπου έζησε.
Πρώτος σταθμός είναι το Παρίσι – η πόλη που στην εποχή του υπήρξε η παγκόσμια πρωτεύουσα της λογοτεχνίας. Ο Σαρτρ, η Μποβουάρ, ο Μπέκετ, ο Ζιντ, ο Μπρετόν, η Ντιράς – όλοι ζούσαν εδώ. Μέχρι και σήμερα φέρνει κανείς στον νου του το Παρίσι εκείνης της εποχής σαν μια μαυρόασπρη εικόνα, ένα τόπο όπου οι άνθρωποι κυκλοφορούσαν με βαριά, μακριά παλτά και σοβαρά πρόσωπα, όπου οι διανοούμενοι κάθονταν σκυμμένοι γύρω από τα τραπέζια των καφέ σαν παίκτες του ράγκμπι λίγο πριν από το σφύριγμα της εκκίνησης. Το Παρίσι είναι η πόλη που ανέδειξε τον Καμί. Το γαλλικό θέατρο, οι Γάλλοι ηθοποιοί, η δημοσιογραφία, ο υπαρξισμός είναι αδιανόητα χωρίς το Παρίσι.
Ακόμα ζουν εδώ κάποιες από τις αλλοτινές ερωμένες του, γριούλες σήμερα με τρεμάμενες φωνές. Εδώ ζει ο 68χρονος γιος του, Ζαν Καμί, που κατοικεί μόνος στο διαμέρισμα των γονιών του στην οδό Rue Madame, κάθεται στην πολυθρόνα του πατέρα του και καπνίζει, παίζει στο πιάνο της μητέρας του και βγαίνει σπάνια από το σπίτι. Εδώ ζει ο εγγονός του, συγγραφέας Νταβίντ Καμί, που του μοιάζει πάρα πολύ. Εδώ πηγαίνει ακόμα καθημερινά ο παλιός του φίλος Ροζέ Γκρενιέ, ένας καλοστεκούμενος 94χρονος, στο γραφείο του των Εκδόσεων Gallimard.
O Καμί δεν είναι εδώ. Βρίσκεται θαμμένος στο κοιμητήριο του Λουρμαρέν στη Νότια Γαλλία. Επί προεδρίας Σαρκοζί υπήρχε η επιδίωξη να μεταφερθούν τα λείψανά του στο Παρίσι, στο Πάνθεον, πλάι στον Βολταίρο, τον Ρουσό και τον Μαλρό – μακριά από τους απλούς ανθρώπους με τα πλαστικά τριαντάφυλλα και τα πορσελάνινα μη με λησμόνει των δημόσιων τάφων του αγροτικού νεκροταφείου. Ο γιος του ήταν αντίθετος. Ήταν βέβαιος πως το Παρίσι θα ήταν ο λάθος τόπος για τον πατέρα του μετά θάνατον – όπως εξάλλου ήταν και εν ζωή.

Δεν μπορεί να ειπωθεί πως ο Καμί μισούσε το Παρίσι. Ο ίδιος, ωστόσο, γράφει το 1945: «Μετανιώνω για τα πληκτικά και μαύρα χρόνια που έζησα στο Παρίσι». Όλη τη ζωή του υπήρξε ένας «ξένος» στο Παρίσι. Η ευτυχία, για την οποία γίνεται ασταμάτητα λόγος στα μυθιστορήματα, τα δοκίμια και τα θεατρικά του έργα, χάθηκε μετά την άφιξή του, στα 27 του χρόνια, σ' αυτή την πόλη – σ' αυτή την «έρημο μιας χρήσης», όπως την ονόμαζε.
Περιεργάστηκα τις πιο απίθανες ώρες της ημέρας και της νύχτας το μεγάλο οροφοδιαμέρισμα της οδού Rue Madame, που ο Καμί είχε αποκτήσει ως επιτυχημένος επιτέλους συγγραφέας έχοντας πουλήσει την Πανούκλα το καλοκαίρι του 1947 εκατό χιλιάδες φορές μέσα σε λίγες εβδομάδες, όπου κατοικεί σήμερα ο γιος του. Πέντε δωμάτια στον δεύτερο όροφο, δυτικά. Η τελευταία διεύθυνση του άντρα, που στα 24 του είχε γράψει πως θα ήθελε να βρεθεί «στα βάθη του διαστήματος».
Πώς έκανε το λάθος, ειδικά ο Καμί, να αγοράσει αυτό το σκοτεινό διαμέρισμα, που πραγματικά δεν το βλέπει ποτέ ήλιος; Τι χρήση είχε; Υπήρξε κάτι σαν αποθηκευτικός χώρος για τη σύζυγο και τα παιδιά του; Για τη Φρανσίν, με την οποία διατηρούσε από το 1940 έναν αποτυχημένο γάμο, και τους Ζαν και Κατρίν, τα δίδυμα, που ήρθαν στον κόσμο το 1945, μολονότι ο ίδιος είχε υποσχεθεί στην ερωμένη του, την ηθοποιό Μαρία Σασαρέ, ότι εφεξής θα αγαπούσε την Αλγερινή σύζυγό του «σαν να ήταν αδελφή του»; Εδώ, σ' αυτόν τον σκοτεινό δεύτερο όροφο στο τέλος αυτού του γάμου, κατά τη διάρκεια του οποίου είχε πηδήσει ήδη μια φορά από το παράθυρο της ψυχιατρικής κλινικής όπου είχε εγκλειστεί, η Φρανσίν σήκωσε το ακουστικό του τηλεφώνου, για να πληροφορηθεί ότι ο άντρας της είχε συντριβεί πέφτοντας πάνω σε ένα δέντρο.
Το κατεστραμμένο Facel Vega, στο οποίο ο Καμί βρήκε τραγικό θάνατο το 1960
Ο Καμί και οι γυναίκες: ένα δύσκολο κεφάλαιο στη ζωή του και, σίγουρα, όχι το καλύτερο. «Εκτός του έρωτα η γυναίκα είναι βαρετή» – δυστυχώς η φοβερή αυτή φράση υπάρχει στα ημερολόγιά του. Κι όμως, η ζωή του υπήρξε γεμάτη γυναίκες – συνήθως ηθοποιούς, καλλιτέχνιδες, δημοσιογράφους, τις οποίες ως επί το πλείστον είχε ερωτευτεί. Στα έργα του παρουσιάζονται ως κομπάρσοι, ως ευφραντικά σκηνικά αντικείμενα, όπως λόγου χάριν η στενογράφος στον Ξένο, με την οποία πηγαίνει στο κρεβάτι μετά τον κινηματογράφο και την κηδεία της μητέρας του. Αρέσκεται στην περιγραφή των πιο ακραίων σημείων του αντρικού κορμιού, των αυτιών, των κλειδώσεων στα πόδια, των ρωμαλέων ώμων, των φρυδιών, των χειλιών, του λαιμού. Το σώμα αποτελεί στο σύμπαν του το πιο σκληρό νόμισμα, είναι το ευαγγέλιό του. Ωστόσο, στην περιγραφή του γυναικείου κορμιού είναι ένας αναλφάβητος. Το γυναικείο σώμα είναι «ένα δύσμορφο ζώο». Αυτό που του προξενεί εντύπωση στις νεαρές γυναίκες είναι τα «απαθή πρόσωπα» και η «φυσική αφέλεια».
Αν και δεν θα ήταν σωστό να ηθικολογεί κάποιος σε σχέση με αυτόν τον σπουδαίο ηθικολόγο, είναι αλήθεια πως υπήρξε ένας «χρήστης» γυναικών, κάποιος που κατέστρεφε τον ίδιο του τον εαυτό αλλά και ό,τι υπήρχε ολόγυρά του. Παντρεύτηκε πρώτη φορά στα 21 του χρόνια, όταν ήταν ακόμη ένας φυματικός δανδής στο Αλγέρι που δεν έδινε σε οποιονδήποτε το χέρι. Η πεθερά του, μια πλούσια γιατρός, πλήρωνε τα κοστούμια του, το δε νεαρό ζευγάρι ζούσε στους λόφους με θέα τη Μεσόγειο, στο Μπέβερλι Χιλς της πόλης. Την ίδια εποχή προσχώρησε για λίγους μήνες στο Κομμουνιστικό Κόμμα, μιμήθηκε οικτρά στα ερωτικά του γράμματα την ακανθώδη γλώσσα της κοινωνικής τάξης στην οποία είχε ενταχθεί με τον γάμο του και έγραφε στομφώδη άρθρα στη φοιτητική εφημερίδα του μέντορά του, του Ζαν Γκρενιέ. Στα 23 του, έχοντας ήδη χωρίσει, διέμενε σε ένα κοινόβιο με νέες γυναίκες, γόνους εύπορων οικογενειών αποίκων, σε μια βίλα στην άνω πόλη του Αλγερίου. Εκεί συνέγραψε και τα πρώτα διηγήματά του, τα οποία περιγράφουν τη ζωή του στο άλλο, το φτωχό Αλγέρι, τη νεότητά του χωρίς τρεχούμενο νερό, χωρίς ρεύμα, χωρίς βιβλία, χωρίς ραδιόφωνο, χωρίς λόγια – σε μια χιλιόχρονη σιωπή, την οποία καμιά φορά διέκοπταν οι ήχοι από τα χτυπήματα που του έδινε η γιαγιά του με το καμτσίκι. Δεν υπήρξε εποχή στη ζωή του –εκτός από τους πρώτους μήνες στο Παρίσι– που να μην έχει ταυτόχρονα πολλές ερωμένες. Πραγματικά, ωστόσο, αγάπησε μόνο τη μητέρα του, μια γυναίκα με αυτιστικές τάσεις, που δεν εξωτερίκευε συναισθήματα. Μέσα σε αυτή τη μητρική σιωπή εμπνεύστηκε το έργο του, ενώ αυτή η ίδια σιωπή υπήρξε ο γνώμονας, το μέτρο με το οποίο έκρινε τον κόσμο.
Μια μέρα χτυπάω επιτέλους το κουδούνι του διαμερίσματος της οδού Rue Madame, που φέρει το όνομα Καμί εδώ και πάνω από εξήντα χρόνια. Ο Ζαν Καμί δεν μπορούσε να αποφασίσει αν όντως ήθελε να με συναντήσει ή όχι. Πολλές φορές είχε συμφωνήσει για μια συνάντηση στο τηλέφωνο και ύστερα από λίγο την είχε πάλι ματαιώσει, γιατί «Δεν αισθανόταν καλά», «Σίγουρα θα πέθαινε μέχρι την επόμενη εβδομάδα», «Έπρεπε απροόπτως να πάει στον γιατρό», «Ήταν κουρασμένος». Όταν όμως στάθηκα απέναντί του στον σκοτεινό διάδρομο του σπιτιού, άστραψε από χαρά: «Έτσι ακριβώς σας φανταζόμουν», είπε. Η συνάντηση, που ως τότε φαινόταν αδιανόητη, έμοιαζε να του κάνει καλό.
Τα δίδυμα αδέλφια έχουν μοιράσει μεταξύ τους και τον εσωτερικό διχασμό του πατέρα τους. Ο Αλμπέρ Καμί, ο οποίος έστεκε αναποφάσιστος ανάμεσα στο δίλημμα της ιδιαίτερα ενδιαφέρουσας θλίψης της ζωής του διανοούμενου στο Παρίσι και της στωικής ευτυχίας που υποσχόταν η απλοϊκή ζωή στις ακτές της Μεσογείου, κληροδότησε στα παιδιά του αυτό το παρισινό διαμέρισμα και ένα εξοχικό σπίτι στην Προβηγκία. Ο γιος κληρονόμησε το διαμέρισμα και τη στοχαστική μελαγχολία του πατέρα του, η κόρη κατοικεί στο μεγάλο σπίτι στο Λουρμαρέν, ζώντας έτσι καθένας μόνος του ως το τέλος κι από ένα τμήμα της ασυμφιλίωτης ζωής του πατέρα τους. Μεταξύ τους δεν έχουν μιλήσει πια εδώ και χρόνια.

Ο χρόνος μοιάζει σαν να έχει σταθεί εδώ και μισόν αιώνα στο διαμέρισμα. Μοιάζει λες και ο ίδιος ο Καμί να έχει μόλις βγει από τον χώρο και έκτοτε να μην έχει προστεθεί τίποτε άλλο αξιόλογο, εκτός από πακέτα τσιγάρων. Επάνω στο παλιό πιάνο της Φρανσίν υπάρχει μια φωτογραφία του Ρομπέρ Γκαλιμάρ, ανεψιού του ιδρυτή του ομώνυμου εκδοτικού οίκου, ο οποίος πέθανε τον Ιούνιο του 2013 και υπήρξε επί πολλά χρόνια ο σύντροφος της Κατρίν, κόρης του συγγραφέα. Στη βιβλιοθήκη είναι ακόμα τα βιβλία του Καμί. Μόνο τα γράμματα και τα χειρόγραφά του, που μέχρι πριν από λίγο καιρό βρίσκονταν διασκορπισμένα εδώ κι εκεί στο διαμέρισμα, φυλάσσονται πια στη βιβλιοθήκη του Εξ-αν-Προβάνς.
Ο Ζαν, καθισμένος απέναντί μου σε μια φθαρμένη ανοιχτόχρωμη πολυθρόνα, μιλά τόσο σιγά, λες κι έχει χάσει κάθε ανάμνηση σε σχέση με τη συνήθη ένταση της φωνής, όταν κανείς βρίσκεται με συντροφιά άλλων ανθρώπων. Στο μπαλκόνι αυτής της κατοικίας έχουν τραβηχτεί οι διάσημες φωτογραφίες των γονιών του. Ο Καμί καπνίζοντας πίπα και η Φρανσίν με κλειστό ως επάνω, λευκό πουκάμισο. Ήταν το έτος 1952.
Ο Ζαν μού λέει ότι την προηγούμενη μέρα ασχολήθηκε δεκαέξι ώρες με τη συγγραφή του ημερολογίου του. Ωστόσο, κατάφερε να γράψει μόνο μισή σελίδα. Αμέσως μετά μιλά, χωρίς να πάρει σχεδόν ανάσα, για τους Καντ, Γιουνγκ και Πασκάλ, τον Τρότσκι και τον Φρόιντ, τον Σοπέν και τον Σούμπερτ. Θυμάται από μνήμης ολόκληρα αποσπάσματα απ' τα έργα του πατέρα του. Απαγγέλλει τα οργισμένα λόγια που ο Μερσό, ο ξένος, απευθύνει στον ιερέα της φυλακής, όταν ήδη καταδικασμένος σε θάνατο περιμένει να εκτελεστεί η ποινή. Πρόκειται για μια από τις πιο συγκινητικές σκηνές του βιβλίου. Ο δολοφόνος Μερσό, έχοντας αγανακτήσει από τις αβάσιμες και παιδαριώδεις υποσχέσεις, με τις οποίες ο χριστιανισμός θολώνει τις καρδιές, εκφράζεται υπέρ της «τρυφερής αδιαφορίας του κόσμου» – λες και το παράλογο είναι ένας Θεός που από καιρό σε καιρό αποκαλύπτεται μέσα στη μεγαλειώδη ματαιότητά του.
Αυτή η αδιαφορία βρήκε τον στόχο της μετά την κυκλοφορία του Ξένου το 1942, στην παράδοξη μοντέρνα αίσθηση της απελπισίας, από την οποία κανείς δεν θέλει πια να λυτρωθεί, αφού αποτελεί επίσης την ίδια την ελπίδα. Μέσα σ' αυτή τη στάση δεν κρυβόταν μόνο μια τολμηρή σκέψη, που συνδυαζόταν τέλεια με τα μαύρα ζιβάγκο, αλλά και ένας αμυντικός μηχανισμός ενάντια σε καθετί που τρομάζει και προξενεί πόνο στον άνθρωπο από εκείνη την εποχή και μετά, που πρέπει να θεωρήσει δεδομένο ότι όλο και κάποιος ίσως να τον περιμένει μερικές φορές στο Café de Flore, αλλά κανείς δεν θα τον προσμένει στο αχανές διάστημα. Όποιος είναι αδιάφορος δεν έχει να φοβάται τίποτα. Ούτε τον φασισμό μπροστά στην πόρτα του, αλλά ούτε και την παράλογη αίσθηση για την ύπαρξη της ζωής. Το μυθιστόρημα όφειλε αρχικά να φέρει τον τίτλο Ο αδιάφορος. Σ' αυτό συνέτεινε επίσης το ότι ο ήρωας απλά αρνείται να συμμετέχει στις συνήθεις γνωμοδοτήσεις της κοινωνίας και δεν κλαίει στην κηδεία της μητέρας του. Αν έχει κάτι να πει, τότε αυτό που λέει, είναι συνήθως: «Αυτό δεν σημαίνει τίποτα». Ο αδιάφορος προτιμά να κοιτά κατάματα τη ματαιότητα, από το να συμφωνήσει με την ιδεολογική και συναισθηματική φλυαρία μιας εποχής. Ωστόσο, η κοσμοθεωρία του απέναντι στις επικρατούσες προκαταλήψεις δεν είναι κενή και μάταιη, αλλά γενναία και ζωντανή. Εκφράζεται στη σιωπή και στο πλάτος, στην πολυσημία του κόσμου και της εσωτερικότητας, και λυτρώνει τους οπαδούς της από τον τρόμο της μονομέρειας. Ο γιος του δεν μπορεί ακόμα να καταλάβει πώς ο 26χρονος πατέρας του έγραψε ένα τέτοιο μεγαλειώδες και πρωτοποριακό έργο, το οποίο απετέλεσε λύτρωση για εκατομμύρια αναγνώστες σε ολόκληρο τον κόσμο από τα ψευδή συναισθηματικά σκουπίδια της εποχής τους.
Σε αντίθεση με τον 43χρονο γιο του Νταβίντ, ο οποίος με υποδέχεται στο σπίτι του στα περίχωρα του Παρισιού και μέσα από έναν χείμαρρο λέξεων με πληροφορεί με ποιον τραγικό τρόπο επιβαρύνει ο ίσκιος του παππού του τη δική του ζωή, ο Ζαν Καμί δεν φαίνεται να φέρει βαρέως αυτό το όνομα. Ο Νταβίντ έχει γράψει δέκα μυθιστορήματα, που όλα τους, όπως λέει, απέτυχαν και έμειναν αδημοσίευτα στο συρτάρι εξαιτίας του βάρους που έχει το όνομα Καμί για έναν νέο συγγραφέα. Παρ' όλα αυτά, υποστηρίζει πως δεν μπορεί να σταματήσει να γράφει ή να αλλάξει το όνομά του. «Είμαστε σε θέση ν' αντιληφθούμε τη νοημοσύνη ενός ανθρώπου από το μέγεθος της ανασφάλειας που μπορεί να αντέξει», λέει ο Νταβίντ με το ίδιο πάθος που ο πατέρας του αποκρούει την υποψία μου ότι ενδέχεται, βεβαρημένος από την τεράστια κληρονομιά του Αλμπέρ Καμί, να έχει οδηγηθεί να ζει απομονωμένος στο διαμέρισμα των γονιών του με κλειστά παντζούρια, αποκομμένος από οτιδήποτε συμβαίνει στον έξω κόσμο. «Κάτι τέτοιο είναι τελείως άτοπο», επιμένει, «αφού στην ουσία ο ίδιος αποτελείται μόνο από αναμνήσεις για τον πατέρα του. Ο πατέρας του δεν έχει χαθεί, αλλά συνεχίζει να είναι παρών, κάποιες φορές μάλιστα ακούει και τη φωνή του».
Μολονότι ο Ζαν έχει προφανώς διακόψει κάθε επαφή με τον έξω κόσμο και αποτελείται μόνο από ποίηση και νικοτίνη, δεν φαίνεται καταβεβλημένος. Συχνά, όπως λέει, αισθάνεται για μια ολόκληρη ημέρα πλήρης και το βράδυ μετουσιώνει αυτή την αίσθηση παίζοντας στο πιάνο της μητέρας του. Αν θα έπρεπε να πει κάτι συγκεκριμένο για τον πατέρα του, θα έλεγε ότι «ήταν ένας καλός άνθρωπος», που δεν υπήρξε ποτέ μικροπρεπής. Και προσθέτει γρήγορα, σχεδόν φευγαλέα: «Τον αγαπούσα πάρα πολύ!» Δεν θέλει να απαντήσει, όταν τον ρωτώ ποια πιστεύει πως είναι η κληρονομιά που άφησε ο πατέρας του, αλλά, όπως λέει, θυμάται τη νουθεσία που του άφησε για τη ζωή: «Να μη φοβάσαι!» Αποχαιρετώντας με στον διάδρομο του διαμερίσματος, απαγγέλλει επί αρκετά λεπτά ένα από εκείνα τα σκοτεινά ποιήματα του Μαλαρμέ, που κάνουν λόγο για έναν τάφο, για ξερά φύλλα και πόλεις, όπου δεν βραδιάζει.
Λίγες εβδομάδες μετά την επίσκεψή μου, μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα, τον συναντώ πάλι στον δρόμο κοντά στους Κήπους του Λουξεμβούργου. Προχωρά μόνος χωρίς να παρατηρεί κανέναν, φορά ένα ζεστό σκούρο παλτό και κρατά στα χέρια του μια παλιά φωτογραφική μηχανή: ένα από εκείνα τα μυστηριώδη φαντάσματα του Παρισιού, που έχουν ως αφετηρία τους ένα παρελθόν που δεν έχει ακόμα τελειώσει.
*Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Die Zeit, 7/11/2013.


Πηγή: http://diastixo.gr/arthra/3114-amprkm

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2014

Albert Camus: από την Πτώση στον Ξένο του Βισκόντι

του Λευτέρη Ξανθόπουλου 

  

Ο μείζων γερμανόφωνος ποιητής Πάουλ Τσέλαν, σε επιστολή του προς την φίλη του  συγγραφέα Ινγκεμπορντ Μπάχμαν, στις αρχές Ιανουαρίου του 1960 γράφει: “Μπήκε άσχημα ο χρόνος και πρώτη κακή είδηση, είναι ο θάνατος του Καμύ”. Την ίδια εποχή, σε άλλη επιστολή προς τη σύζυγό του Ζιζέλ, με την οποία ζούσαν ήδη χωριστά, χαρακτηρίζει τον θάνατο του Καμύ ως “Την πιο οδυνηρή είδηση που συνοδεύει το νέο έτος”.
Στα ημερολόγια που κρατούσε ο Τσέλαν, σημείωνε σχολαστικά τα βιβλία που διάβαζε, πολλές φορές για δεύτερη και για τρίτη φορά. Τα βιβλία του Αλμπέρ Καμύ κρατούσαν σταθερά τις πρώτες θέσεις στις προτιμήσεις του.
Ο Καμύ, με κάποια από τα χρήματα του βραβείου Νόμπελ, που του είχε απονεμηθεί το 1957, αγοράζει ένα μικρό σπιτάκι στο χωριό της Νότιας Γαλλίας Λουρμαρέν (Lourmarin), στην Προβάνς (Provence). Τους τελευταίους μήνες του 1959, δουλεύει απομονωμένος το τελευταίο του έργο, που έμελε να μείνει ημιτελές, με τίτλο Ο Πρώτος Άνθρωπος.
Ο Μισέλ Γκαλιμάρ, φίλος του Καμύ από την οικογένεια του εκδότη του, έχει περάσει τις διακοπές των Χριστουγέννων με τους δικούς του στις Κάννες και κατά την επιστροφή του στο Παρίσι, στις 3 Ιανουαρίου 1960, σταματάει στη Λουρμαρέν για να πάρει μαζί του τον Καμύ, μετά από συνεννόηση της τελευταίας στιγμής.
Στις 4 Ιανουαρίου, το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Γκαλιμάρ, με τον Καμύ στη θέση του συνοδηγού, και λίγο πριν φτάσει στον τελικό του προορισμό, από αδέξιο ενδεχομένως χειρισμό του οδηγού του, χτυπάει με μεγάλη ταχύτητα σε δέντρο, στη μικρή πόλη Βιλμπλεβίν (Villeblevin) της Βουργουνδίας, εκατό περίπου χιλιόμετρα νότια από το Παρίσι και διαλύεται. Η σωρός του Καμύ επιστρέφει στον Νότο της  Γαλλίας και ενταφιάζεται στο Λουρμαρέν της Βωκλύζ (Vaucluse), όπου και μέχρι σήμερα.
Θα μου επιτρέψετε παρακαλώ, σε αυτό ακριβώς το σημείο, να γίνω πιο προσωπικός. Στα μέσα περίπου του 1990 συνεργαζόμουν με έναν Νεοζηλανδό, πολύ γνωστό σεναριογράφο και δάσκαλο του κινηματογράφου τον Ντικ Ροςς, που ζούσε τότε και δίδασκε στην Ευρώπη. Ο Ροςς είχε ένα μικρό εξοχικό, ένα παλιό υποστατικό πολύ κοντά στο παραδοσιακό γαλλικό χωριό της Προβάνς, τον Άγιο Σατουρνίνο της Απτ (St Saturnin d’ Apt), όπου συναντιόμασταν καθημερινά στον κήπο του και δουλεύαμε.
Η πτήση από Αθήνα με την Air-France με έφερνε στη Μασσαλία. Από το αεροδρόμιο με έπαιρνε ο Ντικ, που οδηγούσε ένα παλιό κόκκινο ντεσεβώ και μέσα στη ζέστη του καλοκαιριού διασχίζαμε τα ενενήντα περίπου χιλιόμετρα προ το βορά, σε ένα εντελώς μεσογειακό φως και τοπίο από σκληρά βράχια, χωράφια, οπωροφόρα και πλούσια βλάστηση, που μου θύμιζε πολύ έντονα την Ελλάδα. Την πρώτη φορά, και πριν φτάσουμε στον προορισμό μας, ο Ντικ σκύβει, μου δείχνει ένα κοντινό χωριό που μόλις προσπερνούσαμε και μου λέει, “Εδώ είναι θαμμένος ο Καμύ”.
Τον παρακάλεσα να παρεκκλίνουμε για λίγο, να περάσουμε μέσα από το χωριό για να επισκεφτώ το μνήμα, όπως και έγινε. Οι ντόπιοι, μας έδειξαν το δρόμο για το κοιμητήριο και μπροστά σε ένα ορθογώνιο κομμάτι πέτρας της περιοχής, που είχε σκαλισμένο επάνω του το όνομα και τις χρονολογίες γέννησης και θανάτου και τίποτε άλλο απόθεσα ένα μικρό ματσάκι από υπέροχα άγρια μυριστικά που μάζεψα στη διαδρομή· θρούμπη, θυμάρι, ρίγανη, λεβάντα, φασκόμηλο, δεντρολίβανο…


Γέννηση
Ο Καμύ γεννήθηκε το 1913, στο μικρό χωριό Μοντοβί (Mondovi) της Αλγερίας και μεγάλωσε στο Αλγέρι. Στη Γαλλία εγκαταστάθηκε οριστικά σε ηλικία 27 χρονών, τον Μάρτιο του 1940. Η Μεσόγειος που αφήνει πίσω του, όπως ακριβώς χωρίζει τις δύο ηπείρους, την Ευρώπη από την Αφρική, έτσι κόβει και τον Καμύ στη μέση, τον διχοτομεί. Ο Καμύ της ζωής, των αισθήσεων, του έρωτα και του θανάτου, ο Καμύ της δράσης και του πράττειν παραμένει σταθερά και αμετάθετα προσκολλημένος στον ήλιο και στη θάλασσα της Αλγερίας ενώ ο Καμύ της σκέψης, της διανόησης και της καθημερινής διαλεκτικής, βρίσκεται στο μητροπολιτικό Παρίσι.
Αυτός ο διχασμός, αυτό το δίπολο στην ψυχή τού Καμύ, ανάμεσα στον ήλιο τού νότου και στο σκοτάδι τού βορά, ανάμεσα στο κάτω μέρος του σώματος δηλαδή της ζωής, των αισθήσεων, της ερωτικής πράξης και στο επάνω μέρος, δηλαδή της νόησης και των αποφάσεων, αυτές οι δύο ισχυρές και αντίρροπες δυνάμεις, που λειτουργούν μέσα του σύμφωνα με την κίνηση του εκκρεμούς, θα τον σημαδέψουν και θα καθορίζουν έκτοτε τις πράξεις ή παραλείψεις του, άλλοτε δημιουργικά και άλλοτε αυτοκαταστροφικά, για ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή του. Στον Μύθο του Σίσυφου θα ομολογήσει: “Έρχεται πάντα η στιγμή που πρέπει να διαλέξεις ανάμεσα στη σκέψη και τη δράση”.
Τι παίρνει μαζί του από τον τόπο που γεννήθηκε, από την αποικία της Βόρειας Αφρικής, αυτός ο εξαιρετικά ευαίσθητος, ανήσυχος, μελαγχολικός και επιβαρυμένος με σοβαρά προβλήματα υγείας από καλπάζουσα φυματίωση, εσωτερικός μετανάστης (ας του δώσουμε αυτή την ιδιότητα, έτσι συμβατικά), για να το μεταφέρει στην αυτοεξορία του στο Παρίσι;
Το Αλγέρι, η πόλη που μεγάλωσε, έχει δύο ξεχωριστές μεταξύ τους όψεις, δύο πρόσωπα, σαν τον θεό Ιανό των Ετρούσκων και των Ρωμαίων, τη φωτεινή και τη σκοτεινή. Από τη μία είναι το Αλγέρι των αισθήσεων, της ηδονής, του πάθους, του ήλιου που κατακαίει ανθρώπους και πέτρες και από την άλλη είναι η Κάσμπα, η μεγάλη βρόμικη συνοικία, των παράνομων και των κατατρεγμένων, που εκτείνεται από το κέντρο της πόλης και καταλήγει στο λιμάνι, ο χώρος τού πληρωμένου έρωτα και των πορνείων, η ίδια ακριβώς Κάσμπα που επισκεπτόταν και ο δικός μας, ο “αμαρτωλός της σάρκας” μείζων ποιητής Νίκος Καββαδίας, που μάλιστα την έκανε και ποίημα, όταν το πλοίο του έπιανε Αλγέρι.

Ο Ξένος
Ο Ξένος, η εμβληματική νουβέλα του Καμύ, που η συγγραφή της ολοκληρώθηκε το 1940, κατά την διάρκεια των βομβαρδισμών του Παρισιού από τους Γερμανούς και η δράση της τοποθετείται χρονικά στο πριν από τον Β’ πόλεμο Αλγέρι, μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 1967 από τον σκηνοθέτη Λουκίνο Βισκόντι, σε συμπαραγωγή Ιταλίας, Γαλλίας και Αλγερίας. Πρωταγωνιστούν οι Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, Μπερνάρ Μπλιέ, Ζωρζ Ουϊλσόν και η Σουηδή Άννα Καρίνα, πολιτογραφημένη Γαλλίδα, σύζυγος του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ αργότερα και μούσα της νουβέλ βάγκ στη δεκαετία του εξήντα.
Ο Βισκόντι σεβάστηκε απολύτως το έργο. Οι σεναριακές επεμβάσεις του είναι ελάχιστες και απολύτως αναγκαίες για την μεταγραφή τού γραπτού λόγου στο κινηματογραφικό ιδιόλεκτο. Στο απόσπασμα που ακολουθεί, ο ήρωας του Ξένου Μερσώ, που έχει θάψει την προηγούμενη ημέρα την μητέρα του, κατακαλόκαιρο, αποφασίζει να πάει στη θάλασσα για μπάνιο. Εκεί, στη φωτεινή, στη ζωική πλευρά του Αλγερίου, ανάμεσα στους απλούς, καθημερινούς  ανθρώπους, θα συναντήσει την Μαρία…
Σηκώθηκα με δυσκολία γιατί ήμουν κουρασμένος από τη χτεσινή μέρα. Πήρα το τραμ για την πλαζ, στο λιμάνι. Εκεί βούτηξα στ’ ανοιχτά. Υπήρχαν πολλοί νέοι. Συνάντησα και την Μαρία Καρντονά, μια πρώην δακτυλογράφο του γραφείου μου που παλιά μου άρεσε. Την βοήθησα ν’ ανέβει σε μια σημαδούρα και μ’ αυτή την κίνηση άγγιξα το στήθος της. Ήμουν ακόμα στο νερό όταν εκείνη ήταν ήδη μπρούμυτα. Γύρισε ανάσκελα προς το μέρος μου. Τα μαλλιά πέφτανε στα μάτια της και γελούσε. Ανέβηκα στη σημαδούρα δίπλα της. Ήταν όμορφα και παίζοντας, έβαλα το κεφάλι μου πάνω στην κοιλιά της. Δεν είπε τίποτα κι έμεινα έτσι. Κάτω από το σβέρκο μου ένοιωθα την κοιλιά της Μαρίας να χτυπά απαλά. Μείναμε έτσι πολλή ώρα πάνω στη σημαδούρα, μισοκοιμισμένοι. Όταν ο ήλιος άρχισε να καίει, βούτηξε και την ακολούθησα. Την πρόλαβα, την αγκάλιασα από τη μέση και κολυμπήσαμε μαζί. Γελούσε συνέχεια. Τη ρώτησα αν ήθελε να πάμε σινεμά το βράδυ. Γέλασε πάλι και μου απάντησε ότι ήθελε να δει μια ταινία με τον Φερναντέλ. Όταν ντυθήκαμε, παραξενεύτηκε για τη μαύρη μου γραβάτα και με ρώτησε αν είχα πένθος. Της είπα πως πέθανε η μαμά. Καθώς ήθελε να μάθει πότε, αποκρίθηκα: “Χθες”. Ταράχτηκε κάπως αλλά δεν το σχολίασε. Μου ήρθε να της πω ότι δεν έφταιγα εγώ, σταμάτησα όμως γιατί σκέφτηκα πως το είχα ήδη πει στο αφεντικό μου. Αυτό δεν σήμαινε τίποτα. Άλλωστε πάντα φταίμε λιγάκι κι εμείς για το κάθε τι.” 

Η Πτώση
Η μυθιστορηματική πλοκή στην Πτώση τού 1956, της ώριμης περιόδου τού Καμύ, διαρκεί πέντε ημέρες και ο τόπος που εξελίσσεται η υποτυπώδης δράση (ο εσωτερικός μονόλογος θα έλεγα καλύτερα, με τις ερωταποκρίσεις) είναι η πόλη τού Άμστερνταμ, στην Ολλανδία.
Όμως τι ακριβώς είναι η Πτώση και ποιό είναι αυτό το Άμστερνταμ, δηλαδή πόσο κατασκευασμένο και πόσο ρεαλιστικό είναι το λογοτεχνικό αυτό εύρημα; Πώς μπορεί να προσδιορίσει κανείς το έργο; Γιατί αυτή η θεατρινίστικη πόζα και η αυταρέσκεια του αφηγητή; Είναι ο Ζαν Μπατίστ Κλαμάνς ετερώνυμο του Καμύ; Μήπως ετερώνυμο είναι και ο Μαρσώ του Ξένου; Πόσες όψεις μπορεί να έχει εν τέλει ο Καμύ; Που τελειώνει ο συγγραφέας, φιλόσοφος και μείζων διανοητής και που αρχίζουν τα ετερώνυμά του;
Σε κάποιο σημείο, διαβάζουμε: “Η αλήθεια όπως και το φως τυφλώνει” και κάπου αλλού: “Η αλήθεια είναι φοβερά βαρετή”. Εδώ, ο απόλυτα ηθικός και συνάμα απόλυτα ανηθικολόγος, ο διχασμένος Καμύ, τόσο στην δημόσια όσο και στην ιδιωτική του ζωή, αναπτύσσει έναν εντελώς προσωπικό και ιδιαίτερο κώδικα άναρχης αντίληψης και συμπεριφοράς, ενώ συγχρόνως υιοθετεί το εργαλείο της κυνικής αντιμετώπισης της ζωής και το προβάλει σαν ένα ακόμη κλειδί για την έρευνα και ερμηνεία του κόσμου. Η υπερβολή, στην περιγραφή του “υψηλού”, αγγίζει τα όρια της φάρσας.
Στην αγγλική έκδοση της Πτώσης, (δεν το βρήκα ούτε στην γαλλική αλλά ούτε και στην ελληνική) προτάσσεται ως μότο το παρακάτω απόσπασμα από τον Ρώσο συγγραφέα Μιχαήλ Λέρμοντωφ (1814-1841), ιδιαίτερα ταιριαστό για την περίπτωσή μας. Λέει λοιπόν στον πρόλογο του βιβλίου του ο Λέρμοντωφ: “Κάποιοι παρατήρησαν, με αρκετή λεπτότητα και οξυδέρκεια, ότι ο συγγραφέας σκιαγράφησε το πορτρέτο του εαυτού του και των γνωστών του. Το έργο μου Ένας ήρωας του καιρού μας, αξιότιμοι κύριοι, είναι πράγματι ένα πορτρέτο αλλά όχι το πορτρέτο ενός ατόμου. Είναι το σύνολο των ελαττωμάτων ολόκληρης της γενιάς μας, στην πληρέστερη  έκφρασή τους”.
Το Άμστερνταμ της Πτώσης είναι το εντελώς αντίθετο από το Αλγέρι τού Καμύ. Εδώ, “η θάλασσα είναι μαύρη, η πόλη είναι σκοτεινή, τα βρόμικα ομόκεντρα κανάλια μοιάζουν με τους κύκλους της κόλασης, της αστικής κόλασης φυσικά, που την κατοικούν τα κακά όνειρα. Το Άμστερνταμ του Καμύ είναι ο διαρκής τόπος τού ξένου, η εσωτερική εξορία, η κόλαση του ξένου, αυτού που εκδιώχθηκε διά παντός από τον ιδανικό και απόλυτο τόπο, από τον πραγματικό Παράδεισο, δηλαδή από τηνάμεση επαφή με τη ζωή.
Είναι η Πτώση εκείνο το βιβλίο τού Καμύ που θέτει ερωτήματα αποκλειστικά θεολογικής φύσεως; Μήπως ο συγγραφέας δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να περιγράφει εξαντλητικά το άλυτο μυστήριο της υπαρξιακής ενοχής καθώς και το μυστήριο της καθημερινής εξομολόγησης, προκειμένου να υπαινιχθεί ένα νέο δόγμα, έναν καινοφανή θρησκευτικό κανόνα ή να προτείνει, πολύ απλά, κάποιες συμβουλές και οδηγίες υγιεινής διαβίωσης;
Και εδώ αξίζει να σημειώσουμε ότι η ιδέα της συγκεκριμένης εξομολόγησης υποκρύπτει εντέχνως τον ίδιο τον δημιουργό καθώς και το μυστήριο της γραφής στο οποίο υπόκειται, τόσο ως πράξη που περιέχει τον δημόσιο λόγο σαν αποκάλυψη όσο και το ακριβώς αντίθετό του, τη μυστική λειτουργία της συγκάλυψης και απόκρυψης.
Μήπως βρίσκεται ο Καμύ στην ουτοπική περιοχή τής αναζήτησης του υπεράνθρωπου; Ή μήπως πρόκειται για μια συναγωγή συμπτωμάτων και συμπεριφορών, ένας κατάλογος τής αστικής υποκρισίας και ηθικής; Μήπως εν τέλει η Πτώση δεν είναι τίποτε άλλο παρά το εγκόλπιο του Ξένουκαι η επιτομή τής μοναξιάς τού δυτικού ανθρώπου ή ακόμα και ο βασικός οδηγός για πράξεις, συμπεριφορές και παραλείψεις τού ανθρώπινου πρωτεύοντος;
Πολλά και καταιγιστικά τα ερωτήματα που θέτει το βιβλίο, όμως ας αφήσουμε τον ίδιο τον δημιουργό να μιλήσει. Στον Μύθο του Σίσυφου μας λέει ο Καμύ: “Οπωσδήποτε έχω κάτι να πω για τον άνθρωπο. Οφείλω να μιλήσω με σκληρότητα γι’ αυτόν και, αν χρειαστεί, με την περιφρόνηση που του πρέπει. [...] Ο άνθρωπος δεν μπορεί να κάνει τίποτε και μπορεί να κάνει τα πάντα. Καταλαβαίνετε τώρα γιατί τον εξυμνώ και γιατί τον συντρίβω συγχρόνως. Ο κόσμος τον αφανίζει κι εγώ τον ελευθερώνω. Του δίνω όλα του τα δικαιώματα.”


Ο Τσέλαν και η γέφυρα του Σηκουάνα
Δέκα χρόνια μετά τον απροσδόκητο και παράλογο θάνατο του Αλμπέρ Καμύ, ο γερμανόφωνος Εβραίος ποιητής Πάουλ Τσέλαν, μεταξύ της 19ης και 20ής Απριλίου 1970, αυτοκτονεί πέφτοντας στα νερά του Σηκουάνα, πιθανόν από την γέφυρα Mirabeau ή την Γέφυρα των Τεχνών. Την Πρωτομαγιά ανακαλύπτεται τυχαία το πτώμα του στην όχθη του ποταμού. Ενταφιάζεται χωρίς θρησκευτική τελετή.
Σε πολύ γνωστό ποίημα του Τσέλαν για τον Ρώσο ποιητή Όσιπ Μάντελσταμ, θύμα των σταλινικών διώξεων, υπάρχει ο στίχος: “Αυτό το δέντρο στέκεται ενάντια στη ναζιστική πανούκλα”, στίχος που αποτελεί, σύμφωνα με τους μελετητές τού Τσέλαν, σαφή αναφορά στο συγκεκριμένο έργο του Καμύ, το οποίο, να σημειώσουμε εδώ, δίδασκε ο Τσέλαν στο Εκόλ Νορμάλ Σουπεριέρ.
Ο δικαστής – μετανοητής Κλαμάνς ομολογεί στην Πτώση: “Όταν βρέθηκα στη Γέφυρα των Τεχνών, προσπέρασα μια σιλουέτα σκυμμένη στο παραπέτο που φαινόταν να κοιτάζει το ποτάμι. Πλησιάζοντας, ξεχώρισα μια λεπτή νεαρή γυναίκα, ντυμένη στα μαύρα. Κοντοστάθηκα λίγο, μετά όμως συνέχισα το δρόμο μου. Όταν έφτασα στην άκρη της γέφυρας, ακολούθησα τις προκυμαίες με κατεύθυνση το Σεν-Μισέλ. Είχα κάνει κιόλας καμιά πενηνταριά μέτρα, όταν άκουσα το θόρυβο που, παρ’ όλη την απόσταση, μου φάνηκε τρομαχτικός μέσα στη σιγαλιά της νύχτας, τον παφλασμό από ένα σώμα που πέφτει στο νερό. Σταμάτησα απότομα, μα δεν γύρισα να κοιτάξω. Σχεδόν αμέσως, άκουσα μια κραυγή που επαναλήφθηκε πολλές φορές, καθώς κυλούσε κι αυτή με τα νερά τού ποταμού, κι έπειτα έσβησε μεμιάς. Η σιωπή που ακολούθησε μέσα στη νύχτα, μού φάνηκε ατέλειωτη. Θέλησα να τρέξω και δεν σάλεψα. Έλεγα μέσα μου ότι έπρεπε να βιαστώ κι ένιωθα μια ακατανίκητη αδυναμία να πλημμυρίζει το κορμί μου. Ύστερα απομακρύνθηκα με μικρά βήματα μέσα στη βροχή. Δεν ειδοποίησα κανέναν.”   
Τι ακριβώς συμβαίνει με τον αυτοεξόριστο Κλαμάνς; Γιατί δεν επενέβη να σώσει από πνιγμό την άγνωστη αυτόχειρα στον Σηκουάνα; Όπως λέει αλλού: “Δεν περνώ ποτέ γέφυρα τη νύχτα. Έχω κάνει τάμα. Ας υποθέσουμε ότι κάποιος πέφτει στο νερό. Δυο πράγματα μπορείτε να κάνετε, ή βουτάτε  κι εσείς για να τον ανασύρετε, και με τέτοιο κρύο κινδυνεύετε να την πάθετε άσχημα ή τον εγκαταλείπετε στην τύχη του και τότε η βουτιά που δεν κάνατε σας προκαλεί πότε – πότε ανεξήγητους πόνους.”
             Το θέμα της ατομικής ευθύνης, που αναδύεται διαρκώς και επανέρχεται σαν ατέρμων κοχλίας στο σύνολο του έργου του Καμύ ή σαν ελικοειδής σπείρα, καθώς και το ζήτημα της αυτοχειρίας όπως και της βίαιης αφαίρεσης της ζωής του άλλου, που έχει διεξέλθει εξαντλητικά ο δημιουργός από την αρχή της συγγραφικής του διαδρομής, μια έμμονη θεματική την οποία επαναφέρει σταθερά και ανακυκλώνει, έχουν στοιχειώσει κυριολεκτικά τόσο την μεταπολεμική κεντροευρωπαϊκή σκέψη όσο και την λογοτεχνία.
Ποιός λοιπόν κυνηγάει διαρκώς τον πρωταγωνιστή – αφηγητή Κλαμάνς από εκείνο το περιστατικό και από ποιόν τρέχει να ξεφύγει; Μήπως από τον ίδιο του τον εαυτό; Οι ενοχές που τον βασανίζουν και τον παγιδεύουν μεταμορφώνονται τώρα σε εκδικητικές Ερινύες και τον καταδιώκουν;
Ο Αλμπέρ Καμύ δεν γνώρισε πατέρα. Όταν αυτό, το πρώιμης ευφυΐας παιδί ήταν ενός έτους, ο πατέρας του Λυσιέν Ωγκύστ Καμύ τραυματίζεται θανάσιμα και πεθαίνει στα χαρακώματα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, στη μάχη του Μάρνη το 1914, υπηρετώντας την μητροπολιτική αποικιοκρατική Πατρίδα! Το παιδί αυτό αργότερα, μεγαλώνοντας και ψάχνοντας εναγωνίως τόσο για τον πατέρα όσο και για την ιδέα του πατέρα, δεν θα μπορέσει ποτέ να αποδεχτεί, να δει και να κατανοήσει την τυφλή βία, απ’ όπου κι αν προέρχεται, καθώς και τον παράλογο θάνατο.


Επίμετρο
Στον Ξένο, το βιβλίο των ενοχών, ο άθεος Καμύ συνομιλεί πρωτίστως με τον Κάφκα. Αναρωτιέται αν στη θέση του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού, με την αστική υποκρισία και χριστιανική ηθική, που έχουν διαποτίσει και διαστρέψει το άτομο, μπορεί να τοποθετήσει το γυμνό σώμα απέναντι σε ένα παραδεισένιο φως. Γνωρίζει ότι δεν περιμένει απάντηση, ούτε από τον εαυτό του, ούτε από κάπου αλλού· μπροστά του απλώνεται το ανελέητο κενό.
Με την Πτώση, ή πρόσληψη του ανθρώπου και του σύμπαντος κόσμου, μαζί με την μοναξιά και την κόλαση του Ξένου, έχει φτάσει στα όριά της. Ο Καμύ δεν έχει άλλη διαδρομή να διασχίσει. Μπροστά του βρίσκεται η απελπισία και η απόγνωση, βρίσκεται το χάος. Η Πτώση είναι η ελεγεία του τέλους.
Απόλυτα μόνος και πολιορκημένος από όλες τις μεριές, σαν θηρίο σε κλουβί, ο Αλμπέρ χαράσσει πολύ προσεχτικά την αυτοσυντριβή και την ταπείνωσή του και ζητάει τη συγγνώμη μας, όχι τόσο για τον εαυτό του, όσο για να σταθούμε εμείς με την πράξη τής συγχώρεσης πιο ψηλά από εκείνον· μετά πανηγυρίζει θριαμβικά, καθώς στροβιλίζεται στην απύθμενη και σκοτεινή δίνη, που οδηγεί κατευθείαν στην άλλη μεριά. Για τον Καμύ, για τον οποίο έχουν ειπωθεί τα πάντα και δεν έχει ειπωθεί τίποτα, η Πτώση είναι ο τελικός προορισμός, η αυστηρά ιδιωτική του έξοδος.-

Λευτέρης Ξανθόπουλος , Αθήνα, 12.12.2013


Πέμπτη 20 Μαρτίου 2014

Αλμπέρ Καμύ: Ο άνθρωπος στο μάρμαρο

του Νίκου Μπακουνάκη

 

Η αξεδιάλυτη σχέση του συγγραφέα του «Ξένου» και του «Επαναστατημένου ανθρώπου» με τη δημοσιογραφία

Δημοσιογραφία και φιλοσοφία συμπληρώνουν ισότιμα τον συγγραφέα Καμύ. Γράφει ο βιογράφος του, Ολιβιέ Τοντ: «Πολλοί συγγραφείς γεννιούνται από τη δημοσιογραφία. Αλλοι τόσοι θάβονται απ' αυτήν. Ο Καμύ ξεκινάει μια αντίστροφη κίνηση. Ξέρει ήδη να στήνει το σκηνικό, να τοποθετεί τα πρόσωπα. Το δίπλωμα της φιλοσοφίας του είναι χρήσιμο: αναζητεί το νόημα κάτω από τα γεγονότα». «Κάποτε ήταν δημοσιογράφος. Τώρα τι είναι; Συγγραφέας! Δηλαδή, κερδίζει τη ζωή του με τα βιβλία;» είχε δηλώσει δυσαρεστημένη η μητέρα της Φρανσίν Φορ, της γυναίκας που παντρεύτηκε ο Καμύ και με την οποία απέκτησε δύο παιδιά. 

Ο Καμύ σκοτώθηκε το 1960 σε αυτοκινητικό δυστύχημα. Ηταν 47 ετών. Από τα 47 χρόνια της ζωής του τα 27 τα έζησε στη γενέθλια Αλγερία και τα 20 στη Γαλλία. Η Αλγερία ήταν σίγουρα η μήτρα του συγγραφέα Καμύ. «Οπουδήποτε αλλού θα νιώθω πάντα εξόριστος» έγραφε. Η «συνετή σιωπή» του για τον πόλεμο της Αλγερίας σίγουρα στηρίζεται σε αυτή τη σχέση. Γάλλος της Αλγερίας, όπου είχε γεννηθεί στις 7 Νοεμβρίου 1913, και ταυτόχρονα Μεσογειακός ή καλύτερα συγγραφέας της Μεσογείου. Και η Μεσόγειος στον Καμύ δεν έχει τίποτε από το φολκλόρ της. Είναι νιτσεϊκή. Και καρδιά και κορμί και αγάπη και εξέγερση και ελευθερία και συνείδηση και θάνατος και αυτοκτονία, όλα τα συστατικά του έργου του Αλμπέρ Καμύ. 

Για τον Καμύ η Αλγερία είναι τα πάντα: το σχολείο, το πανεπιστήμιο, η κομμουνιστική αφύπνιση αλλά και η απογοήτευση από το κόμμα, το θέατρο, το ποδόσφαιρο, η δημοσιογραφία, η κριτική, το ρεπορτάζ. Συγγραφέας και δημοσιογράφος. Αξεδιάλυτα. Είναι ακόμη ο πρώτος γάμος αλλά και η φυματίωση στα τέλη του 1930, όταν είναι 17 ετών. Από αυτή την ηλικία συνειδητοποιεί τη θνητότητά του και στο νοσοκομείο διαβάζει Επίκτητο. «Η αρρώστια», λέει ο στωικός φιλόσοφος, «είναι εμπόδιο για το σώμα αλλά όχι κατ' ανάγκη και για τη βούληση». Αν και βρισκόταν πιο κοντά στις αρχαίες αξίες παρά στις χριστιανικές επαγγελίες, το θέμα της διπλωματικής του εργασίας ήταν «Χριστιανική μεταφυσική και νεοπλατωνισμός - Πλωτίνος και Αγιος Αυγουστίνος». Ο δοκιμιογράφος Καμύ και ο φιλόσοφος Καμύ εκδηλώνονται πολύ νωρίς. Αυτή η εργασία θα είναι και το πρώτο του ολοκληρωμένο βιβλίο. Προτού καν κλείσει τα είκοσι. Είναι τότε που διαμορφώνει και την ατομική ηθική του, βασισμένη στο τρίπτυχο: ζωή, δράση, γράψιμο. Αν και βαθιά πολιτικός σε όλο του το έργο και σε όλη τη στάση ζωής του, ο Καμύ απογοητεύτηκε γρήγορα από την πολιτική δράση. Την εποχή που διαγράφεται-παραιτείται από το Κομμουνιστικό Κόμμα Αλγερίας και ενώ στη Γαλλία καταρρέουν οι προσδοκίες του Λαϊκού Μετώπου, γράφει στα σημειωματάριά του: «Οσοι έχουν κάποιο μεγαλείο μέσα τους δεν κάνουν πολιτική».

Στις 14 Μαρτίου 1940 ο Καμύ έφευγε από το Αλγέρι για το Παρίσι. Θα άρχιζε η ζωή του ξένου, του εξόριστου. Στον Πόλεμο δεν στρατεύτηκε, ως οριστικά απαλλαγείς λόγω φυματίωσης, παρ' ότι είχε εμφανιστεί στην επιτροπή στρατολογίας κατόπιν αιτήσεώς του. Κατέκτησε γρήγορα τη λογοτεχνική σκηνή και γνώρισε αμέσως μεγάλη απήχηση. Το 1957 μιλούσε κιόλας για το τέλος της εποχής των ιδεολογιών. Δεν αγνοούσε τα δράματα του καιρού του και έπαιρνε θέση όποτε μπορούσε και όποτε γνώριζε. Αρνήθηκε τον φανατισμό αλλά όχι τη μαχητικότητα και διακήρυττε ότι δεν μπορεί να υπάρχει πολιτική χωρίς ηθική. Ισως αυτό το τελευταίο να είναι το κλειδί της ερμηνείας της αμφισβήτησής του τόσο από τη Δεξιά όσο και από την Αριστερά. Αλλά ακόμη και σε αυτό ο Καμύ αποδεικνύεται εξαιρετικά σύγχρονος.

Η κριτική πληροφόρηση
Συγγραφέας και δημοσιογράφος. Αξεδιάλυτα. Ο δημοσιογράφος Καμύ είναι απόλυτα επίκαιρος, όσο ο συγγραφέας. Ξαναδιαβάζοντάς τον μπορούμε να επεξεργαστούμε έναν ηθικό κώδικα για τη δημοσιογραφία, ιδιαίτερα σήμερα που οι νέες τεχνολογίες και η δική τους γλώσσα φέρνουν μια νέα ηθική, μια άλλη δεοντολογία. Ο Καμύ πίστευε στην «κριτική πληροφόρηση», l' information critique. Μέσα απ' αυτή την οπτική έδωσε τις μάχες εναντίον της αποικιοκρατίας, των ολοκληρωτισμών, της τρομοκρατίας, της βίας. Εδωσε τις μάχες εναντίον του μαξιμαλισμού των pieds-noirs και του μανιχαϊσμού των διανοουμένων του Παρισιού. Οι θέσεις του για τη βία στη σειρά των δημοσιογραφικών άρθρων του «Ούτε θύματα ούτε δήμιοι» («Ni victimes, ni bourreaux») είναι ίσης αξίας με τον στοχασμό που βρίσκουμε, για παράδειγμα, στο μεγάλο δοκίμιο «Ο επαναστατημένος άνθρωπος» (L' Homme Revolté).


Η αρχή του για την κριτική πληροφόρηση συνδέεται με τον ορισμό που δίνει για τον διανοούμενο: Διανοούμενος είναι πριν απ' όλα αυτός που αντιστέκεται στον καιρό του, c' est avant tout UN HOMME QUI SAIT RÉSISTER 'A L' AIR DU TEMPS. Και το δυσκολομετάφραστο air du temps δεν είναι μια κυρίαρχη ιδεολογία, αλλά και ένα περιβάλλον (από φίλους, εχθρούς), κάτι που επιβάλλεται σχεδόν αυτόματα, κατηγορηματικά, χωρίς καμία δικαιολογία ή τεκμηρίωση και παρασύρει. (Σκέφτομαι πόσο χρήσιμη είναι αυτή η σκέψη σήμερα.) Για την Αλγερία, ο Καμύ αντιστάθηκε στο air du temps των διανοουμένων του Παρισιού. Τα άρθρα του αυτής της εποχής, στην επιθεώρηση L' Εxpress, έχουν μια θαυμαστή ισορροπία μεταξύ της καταγγελίας της τρομοκρατίας και της βίας και της καταγγελίας της καταστολής. Και κατηγορήθηκε. Ακόμη και ως απολογητής της αποικιοκρατίας. Ευτυχώς που έχουμε τα ρεπορτάζ του για την Καμπυλία, τα Αλγερινά Χρονικά, Les Chroniques algériennes, που συναντούν τις αυτοβιογραφικές σελίδες στον Πρώτο Ανθρωπο. Ξέρουμε τι ακολούθησε. Και ξέρουμε αν δικαιώθηκε ή όχι ο Καμύ.

Το ωραιότερο επάγγελμα
Ο δημοσιογράφος Ζαν Ντανιέλ που γνώρισε πολύ καλά τον Καμύ - συνεργάστηκε μαζί του στην επιθεώρηση Caliban (που διηύθυνε ο Ζαν Ντανιέλ) - έχει πει ότι για τον Καμύ «η δημοσιογραφία δεν ήταν η εξορία, αλλά το βασίλειο». Στο Caliban o Καμύ είχε γράψει ότι η δημοσιογραφία είναι το ωραιότερο επάγγελμα του κόσμου - Le plus beau métier du monde. Ηταν ο άνθρωπος στο μάρμαρο, γιατί του άρεσε να βρίσκεται πάνω στο μάρμαρα όπου στοιχειοθετούνταν οι σελίδες, μαζί με τους μαρμαράδες, τους τυπογράφους, τους λινοτύπες. Στη δημοσιογραφία βρήκε μια κοινότητα. Βρήκε τη συνενοχή.  Είναι πολύ συγκινητικές οι μαρτυρίες αυτών των ανθρώπων. Δείχνουν από μια άλλη πλευρά ότι ο Καμύ δεν έκανε διακρίσεις ανάμεσα στον καλλιτέχνη και στον τεχνίτη, είχε επίσης πίστη στην ισοτιμία των ειδών. Φιλόσοφος, συγγραφέας, δημοσιογράφος. Αξεδιάλυτα.

Ο Τύπος, τα είδη, η δεοντολογία
Ξεκίνησε από την εφημερίδα L' Alger Républicain, το 1935. Ανεπιθύμητος για τη Γενική Κυβέρνηση της Αλγερίας, ο πρώτος ανεπιθύμητος γάλλος δημοσιογράφος. Πέρασε στηνParis-Soir, το 1942, μέσα στην Κατοχή, και φυσικά ήταν πίσω από την παράνομη Combat. Συνέχισε με την Combat, μετά την απελευθέρωση, συνεργάστηκε με την επιθεώρησηCaliban, όπως είδαμε, και για περίπου έναν χρόνο, το 1956, συνεργάστηκε με το περιοδικόL'Express, του Σρεβάν-Σρεμπέρ. Ταυτίστηκε όμως με την Combat. Ηταν η Combat του Καμύ όπως ήταν ο Monde του Μπεβ-Μερύ. Ηταν εφημερίδες γνώμης, που ταυτίζονταν με μια προσωπικότητα.

Η άσκηση της γραφής υπό την πίεση του εφήμερου τον ενέπνεε. Από τα πρώτα άρθρα του στην ελεύθερη Combat είχε θέμα τον Τύπο και τη δημοσιογραφία. Εκεί βρίσκουμε τη φράση ότι «μια χώρα αξίζει συχνά ό,τι αξίζει ο Τύπος της» («un pays vaut souvent ce que vaut sa presse»). Εκεί δίνει σχήμα στην έννοια της δημοσιογραφίας ως κριτικής πληροφόρησης. Πάει ακόμη πιο μακριά. Ορίζει τα δημοσιογραφικά είδη: editorial=une idée, deux exemples, trois feuillets, το ρεπορτάζ=Des faits, de la couleur, des rapprochements.

Στο Caliban έχει γράψει ότι «εκλαΐκευση δεν σημαίνει χυδαιότητα». Εχει γράψει ακόμη ότι «δεν πρέπει να αποπληροφορούμε ούτε να υποπληροφορούμε. Ο κόσμος δεν είναι ούτε ρόδινος ούτε μαύρος. Είναι απλώς περίπλοκος». Εχει γράψει επίσης ότι ο έντιμος Τύπος δεν πρέπει να ρέπει  ποτέ προς τον κιτρινισμό, τη συγκαταβατική παρουσίαση της ζωής των προνομιούχων, την καταστροφολογία.

Πόσο διαφορετική στάση απ' αυτήν του Ζαν-Πολ Σαρτρ, που περιφρονούσε τον Τύπο και το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να εξυπηρετηθεί απ' αυτόν. Μάλιστα είχε πει, κατά μαρτυρία του Ζαν Ντανιέλ, όταν έβγαινε το περιοδικό Le Nouvel Observateur, «μη διστάσετε να καταφύγετε στο αίμα και στο σπέρμα. Σε ό,τι αρέσει στον αστό και ενοχοποιεί την επιθυμία του» («N'hésitez pas à faire dans le sang et dans le sexe.
C'est ce qui plaît au bourgeois et culpabilise son plaisir»).

Μερικοί είδαν τις θέσεις του σαν ένα ρέκβιεμ για τη δημοσιογραφία. Είναι όμως μια αξεπέραστη στάση. Η κριτική πληροφόρηση είναι κρίσιμο ζήτημα στις μέρες μας. Οσο και η αντίσταση στο πνεύμα των καιρών.
·           Το κείμενο αυτό στηρίζεται στη διάλεξη του συγγραφέα του στην εκδήλωση που διοργάνωσαν οι εκδόσεις Καστανιώτη στο Γαλλικό Ινστιτούτο, στις 12 Δεκεμβρίου 2013, για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Αλμπέρ Καμύ.