Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2018

Literatura latinoamericana #3



Την Πέμπτη  22 Φεβρουαρίου 2018, πραγματοποιήθηκε η τρίτη συνάντηση της Λέσχης Ανάγνωσης της Αγιορειτικής Εστίας για την νέα αναγνωστική περίοδο 2017-2018, στην φιλόξενη βιβλιοθήκη του Μεγάρου Νεδέλκου. Όπως ήδη γνωρίζουν οι περισσότεροι, η φετινή θεματική ενότητα φέρει τον τίτλο «Literatura latinoamericana» και είναι αφιερωμένη στους Λατινοαμερικάνους Λογοτέχνες.
Κατά τη διάρκεια της συνάντησης μας λοιπόν, συζητήσαμε και σχολιάσαμε το βιβλίο του  του Μεξικανού συγγραφέα Χουάν Ρούλφο με τίτλο «Πέδρο Πάραμο», το οποίο κατά γενική ομολογία ενθουσίασε τα περισσότερα μέλη της Λέσχης. Η συζήτηση για το βιβλίο ξεκίνησε με αναφορές στο βίο του Μεξικανού συγγραφέα, την σχέση του με τα βιβλία, ενώ σχολιάστηκε το γεγονός ότι αγαπημένοι του συγγραφείς ήταν οι Σκανδιναβοί και ιδιαίτερα ο Κνουτ Χάμσουν, γεγονός που κάποιος προσεκτικός αναγνώστης μπορεί να αναγνωρίσει στο γενικότερο έργο του συγγραφέα. 
Ακολούθησε συζήτηση για τις αναφορές του Χουάν Ρούλφο στον θάνατο (που στην ουσία κυριαρχεί σε ολόκληρο το βιβλίο του) και την σχέση του με την παράδοση του Μεξικού. Στο σημείο αυτό συζητήσαμε για την διάσημη πλέον Santa Muerte (η Αγία του Θανάτου, δηλαδή) του Μεξικό, η οποία τα τελευταία χρόνια τιμάται από εκατομμύρια πιστών σε ολόκληρο το Μεξικό. Η Αγία του Θανάτου είναι γνωστή ως προστάτης των παραβατών. Είναι επίσης προστάτης των αποκλεισμένων και όλων όσων αισθάνονται ότι έχουν περιθωριοποιηθεί από την κοινωνία. Η προσωποποίηση του θανάτου συμβολίζει προστασία, δικαιοσύνη και ένα ασφαλές πέρασμα από τον κόσμο των ζωντανών σε αυτόν των νεκρών. Ακριβώς δλδ όλα όσα αναφέρει ο Χουάν Ρούλφο στο Πέδρο Πάραμο. 
 Το επόμενο βιβλίο που θα διαβάσουμε και θα σχολιάσουμε, είναι το μυθιστόρημα του σύγχρονου Κολομβιανού συγγραφέα Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες με τίτλο «Οι πληροφοριοδότες». Η επόμενη συνάντηση θα πραγματοποιηθεί την Πέμπτη 29 Μαρτίου 2018.
Λίγα λόγια για το βιβλίο και τον συγγραφέα:
Οι πληροφοριοδότες, Juan Gabriel Vásquez
μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης, Ίκαρος, 2015, 400 σελ.

Όταν ο δημοσιογράφος Γκαμπριέλ Σαντόρο εξέδιδε το πρώτο του βιβλίο, τη βιογραφία μιας Γερμανίδας που εγκαταστάθηκε στην Κολομβία λίγο πριν από την έναρξη του Δευτέρου παγκοσμίου Πολέμου, δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι η πιο εξοντωτικά αρνητική κριτική θα γραφόταν από τον ίδιο τον πατέρα του. Τι κρυβόταν πίσω από τις φαινομενικά ανώδυνες εκμυστηρεύσεις της Γερμανίδας; Τι ήταν αυτό που έκανε τον πατέρα του Σαντόρο να αισθανθεί προδομένος;

Το βιβλίο καταγράφει το εγχείρημα του νεαρού δημοσιογράφου ν’ ανακαλύψει την αλήθεια, όσο πικρή κι αν ήταν τελικά, ταξιδεύοντας πίσω στο χρόνο ώσπου να φτάσει σ’ εκείνη την τρομερή δεκαετία του 1940, τότε που στην Κολομβία καταστράφηκαν ζωές, διαλύθηκαν οικογένειες και σπιλώθηκαν συνειδήσεις.

Ο Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες γεννήθηκε στην Μπογκοτά της Κολομβίας, το 1973, και σπούδασε Λατινοαμερικανική Λογοτεχνία στη Σορβόνη. Έχει εκδώσει τέσσερα μυθιστορήματα, "Los informantes" (Οι πληροφοριοδότες), 2004, "Historia secreta de Costaguana" (Μυστική ιστορία της Κοσταγουάνας), 2007, "El ruido de las cosas al caer" (Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν), 2011 και "Las reputaciones" (Οι υπολήψεις), 2013, μία συλλογή διηγημάτων "Los amantes de Todos los Santos" (Οι εραστές των Αγίων Πάντων), 2008 και μία συλλογή φιλολογικών δοκιμίων "El arte de la distorsion" (Η τέχνη της διαστρέβλωσης), 2009. Έχει τιμηθεί με πολλά διεθνή βραβεία, σημαντικότερα των οποίων είναι το Premio Alfaguara (2011), το English Pen Award (2012), το Prix Roger Caillois (2012) και το Premio Von Rezzori (2013).
(2018)   Η μορφή των λειψάνων, Ίκαρος
(2015)   Οι πληροφοριοδότες, Ίκαρος
(2014)   Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν, Ίκαρος
(2014)   Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν, Ίκαρος

Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018

Χουάν Ρούλφο, οι ψίθυροι ενός λαού



Χουάν Ρούλφο, οι ψίθυροι ενός λαού
Του Κωνσταντίνου Καπετανάκη


Με το έργο του Χουάν Ρούλφο συμβαίνει αυτό που συναντάμε και σε άλλες περιπτώσεις ολιγόγραφων και ταυτόχρονα σπουδαίων συγγραφεών: έχουν γραφτεί τόσα πολλά και με τέτοιο διθυρραμβικό λυρισμό που κανείς προβληματίζεται, ευτυχώς προσωρινά, για το εάν οι επαινούντες υπερβάλλουν, αποτίοντας φόρο τιμής στον συγγραφέα με το να μιμούνται το ύφος του, ή αν απλώς πρόκειται για έναν συγγραφέα του οποίου το έργο όντως ανήκει στην πολύ μικρή αυτή κατηγορία που ονομάζουμε αριστουργήματα. 
Η απάντηση γίνεται προφανής μόλις κάποιος διαβάσει τα δύο δημοσιευμένα έργα του Μεξικανού συγγραφέα, τη συλλογή διηγημάτων «Ο κάμπος στις φλόγες» και το μυθιστόρημα «Πέδρο Πάραμο». Ο Χουάν Ρούλφο ώθησε τους λατινοαμερικανούς λογοτέχνες να αντιληφθούν τον πλούτο που οι ταραγμένες πατρίδες τους είχαν κρυμμένο και λειτούργησε ως καταλύτης για να απελευθερώσει μέσα τους όλες τις λέξεις. Κάτω από αυτό το πρίσμα, οι έπαινοι συγγραφέων–γιγάντων όπως ο Μπόρχες, ο Μαρκές, αλλά και ο Φουέντες και πολλοί άλλοι, είναι εύγλωττοι όσο και αυτονόητοι.
Η πρώτη ύλη
Το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωσε ο Χουάν Ρούλφο και οι απουσίες που τον περιέβαλλαν καθόρισαν τον κόσμο που δημιούργησε στα γραπτά του. Είναι οι απουσίες αυτές που κινούν όλους τους χαρακτήρες του. Και είναι η γη που μαρτυράει τα πάντα. Αυτή είναι η πρώτη ύλη. Ως κινητήρια δύναμη είναι η ίδια η ιστορία του Μεξικού, πρώτα με την Επανάσταση του 1910 και ύστερα με τον Πόλεμο των Κριστέρος μεταξύ 1926 και 1929 και τη διαμάχη μεταξύ καθολικής εκκλησίας και κυβέρνησης, με πρόσχημα ως συνήθως την πίστη και πραγματικό διακύβευμα την ακίνητη περιουσία του κλήρου.
Η παιδική ηλικία του Ρούλφο θα μπορούσε από μόνη της να αποτελέσει υλικό για ένα από τα διηγήματά του. Γεννήθηκε το 1917 στην επαρχία του Χαλίσκο, τόπο ο οποίος πρωταγωνιστεί σε όλο του το συγγραφικό έργο, πεδίο μαχών τόσο κατά τη διάρκεια της Μεξικανικής επανάστασης όσο και του Πολέμου των Κριστέρος. Μεγάλωσε με τη γιαγιά του, μετά τη δολοφονία του πατέρα του το 1923 και το θάνατο της μητέρας του λίγο αργότερα. Μια σύντομη θητεία στην Εθνική Στρατιωτική Ακαδημία και οι ημιτελείς πανεπιστημιακές σπουδές τον οδηγούν να εργαστεί ως υπάλληλος γραφείου στην Υπηρεσία Μετανάστευσης, όπου βρήκε την ιδανική ευκαιρία να αρχίσει να γράφει. Το 1944 ίδρυσε το λογοτεχνικό περιοδικό Παν και το 1952 κέρδισε υποτροφία στο Κέντρο Μεξικανών Συγγραφέων, όπου έως το 1954 έγραψε τα δύο διάσημα έργα του. Από το 1962 έως το θάνατό του, το 1986, εργάστηκε στο Εθνικό Ινστιτούτο για τους Ιθαγενείς. Η νουβέλα El gallo de oro («Το χρυσό κοκκοράκι») γράφτηκε λίγο μετά αλλά δημοσιεύτηκε μόλις το 1980. Παράλληλα, ασχολήθηκε εκτενώς με τη φωτογραφία, των ανθρώπων και του τόπου του. Ένα σημαντικό φωτογραφικό αρχείο, όπως και αποσπάσματα από δύο ημιτελή μυθιστορήματά του τηρούνται στο Ίδρυμα Ρούλφο.
Η ευρύτερη οικογένειά του ήταν από τα θύματα του Πολέμου των Κριστέρος, φεουδάρχες που τα έχασαν όλα όταν η σοσιαλιστική κυβέρνηση του Πλουτάρκο Κάγιες άρχισε τη σταδιακή εφαρμογή του συντάγματος που είχε αποτελέσει το μεγαλύτερο επίτευγμα της προηγηθείσας Μεξικανικής επανάστασης∙ διανομή της γης στους φτωχότερους, χωρικούς και μη. Ο κλήρος και οι μεγάλοι γαιοκτήμονες επηρεάστηκαν βαθιά και οι δύο αντιμαχόμενες πλευρές –κυβερνητικά στρατεύματα και «πολεμιστές του Χριστού»– με όπλο την άγνοια, το θρησκευτικό φανατισμό αλλά και το πάθος για την αναδιανομή της γης, οδηγήθηκαν σε ένα τριετή εμφύλιο, ο οποίος είχε ως αποτέλεσμα περίπου ενενήντα χιλιάδες νεκρούς, ερήμωση της υπαίθρου, ανείπωτη φτώχεια και φυγάδες που ανέβηκαν στα βουνά και ρήμαζαν αδιακρίτως ό,τι έβρισκαν μπροστά τους, ζωντανό ή όχι. Τα γεγονότα αυτά επηρέασαν άμεσα τον Ρούλφο και αποτέλεσαν το σκηνικό για τα δεκαεπτά διηγήματα της συλλογής «Ο κάμπος στις φλόγες» (1953). Ταυτόχρονα ήταν μέσα από αυτά τα διηγήματα που η ουσία του κατοπινού «Πέδρο Πάραμο» (1955) άρχισε να αναδύεται.
Η γη

Η συλλογή «Ο κάμπος στις φλόγες» αποτελείται από δεκαεπτά διηγήματα, με όλα ν' αποπνέουν την ίδια αίσθηση: η γη, ιδιαίτερα της επαρχίας του Χαλίσκο από όπου καταγόταν ο ίδιος ο Ρούλφο, είναι ο πραγματικός πρωταγωνιστής. Η οπτική μοιάζει ν'αλλάζει, οι αφηγητές ποικίλλουν, αν και τα περισσότερα είναι γραμμένα σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Άνθρωποι φτωχοί που πολέμησαν, σκότωσαν, αγάπησαν, προδόθηκαν και πρόδωσαν.
Η τεχνική που χρησιμοποιεί ο Ρούλφο απαιτεί τη χρήση της σιωπής και των κενών που καλύπτονται από τους ήχους και τις μυρωδιές της ίδιας της γης, μάρτυρα όλων των δεινών του Μεξικανικού λαού. Τα διηγήματα της συλλογής σκιαγραφούν, δίχως ρητές αναφορές, τον πόλεμο των Κριστέρος, τα αίτιά του, τις συνέπειες για τους ανθρώπους, αυτούς που αισθάνθηκαν ότι η αναδιανομή θα τους ευνοήσει και μετά προδόθηκαν («Μας άφησαν αυτή τη γη»). Οι αντάρτες είναι σχεδόν πάντα παρόντες (το ομότιτλο διήγημα «Ο κάμπος στις φλόγες» μιλάει για τις πλάνες τους και την εμμονική τους ζωή). Η ερήμωση του πολέμου παρούσα παντού (στο «Λουβίνα» όπου η εγκατάλειψη του τόπου από τους άντρες μετατρέπεται σε απόκοσμο περιβάλλον που στοιχειώνει και την παραμικρή σκέψη). Ο Ρούλφο μέσα από την ατομικότητα των δεινών αποτυπώνει τη δυστυχία ενός λαού. Το παιχνίδι που παίζει η τύχη στον αντάρτη του «Η νύχτα που τον άφησαν μόνο» και στους συντρόφους του, κυνηγημένοι όλοι από τα κυβερνητικά στρατεύματα. Την φτώχεια που ακολουθεί η ανάγκη της μετανάστευσης, συνοδεία της διάλυσης των οικογενειακών δεσμών, όπως αυτή αποτυπώνεται στο «Πέρασμα του Βορρά». Στον αντίποδα, περιγραφές τόσο αντιφατικών συναισθημάτων και καταστάσεων, όπως στο «Δεν ακούς να γαβγίζουν τα σκυλιά» όπου ο πατέρας κουβαλάει στην πλάτη τον τραυματισμένο του γιο ενώ καθόλη τη διάρκεια της πορείας βγάζει μόνο πίκρα, απογοήτευση και παραίτηση από κάθε ελπίδα.
Ακόμα και μέσα από τη χρήση της σάτιρας, όπως στο «Η μέρα της κατάρρευσης» ή το «Ανακλέτο Μορόνες» ο Ρούλφο δείχνει την κατάπτωση της χώρας και την ευπιστία των ανθρώπων της. Μέσα από το υπόγειο χιούμορ όλα όσα έχουν πράγματι συμβεί αποτυπώνονται με ανεπαίσθητη δόση του γκροτέσκου που ποτέ όμως δεν απομακρύνει τον αναγνώστη από την ιστορία.
Ο Ρούλφο δεν αμελεί το προσωπικό δράμα. Αντίθετα, τα διηγήματα όπου εστιάζει στην τσακισμένη ζωή των ηρώων του είναι από τα πιο πλήρη της συλλογής. Το «Τάλπα» πραγματεύεται την απιστία, την προδοσία στην ουσία δύο αδελφών και τις τύψεις που ακολουθούν. Το «Μακάριο», ένα διήγημα στο οποίο είναι εμφανής η επίδραση του Φώκνερ, απεικονίζεται με λίγες γραμμές, τοποθετημένες όμως στο σημείο έδρασης, το ταραγμένο μυαλό του πρωταγωνιστή. Στο «Πες τους να μην με σκοτώσουν» ο Ρούλφο πραγματεύεται το αναπόδραστο, το πως όλες μας οι πράξεις κάποια στιγμή μας προφτάνουν, όσο κι αν νομίζουμε ότι τις έχουμε θάψει.
Δίχως ίχνος διδακτισμού, με την κάθε φωνή να ακούγεται καθαρή και στέρεα, με πανταχού παρούσα τη γη του Μεξικού, γεμάτη σκόνη, έρμαιο του αέρα, όπως στο «Λουβίνα» ή αποστερημένη από κάθε αγαθό, όπως στο «Είναι που είμαστε πολύ φτωχοί», ο Ρούλφο διηγείται ανθρώπινες ιστορίες. Όλα τα διηγήματα της συλλογής κερδίζουν την προσοχή του αναγνώστη αβίαστα, όχι μόνο με την έλλειψη κάθε περιττής περιγραφής, αλλά και με την ευστοχία της εικόνας και όλων των αισθήσεων που έχουν οι πρωταγωνιστές. Η πάλη, είτε εσωτερική είτε εξωγενής, είναι αδιάκοπη.
Οι ψίθυροι
Το Μεξικό του Ρούλφο στο «Πέδρο Πάραμο» είναι αυτό των ψιθύρων -όπως ήταν και ο αρχικά σχεδιαζόμενος τίτλος-, των απογοητεύσεων, της αναζήτησης κάτι φαινομενικά ζωντανού, το οποίο εντέλει είναι προ πολλού νεκρό και με τη σειρά του νεκρώνει όποιον το αναζητά.
Στις πρώτες σελίδες της ελληνικής έκδοσης του «Πέδρο Πάραμο» η εισαγωγή της μεταφράστριας, όσο και το εισαγωγικό σημείωμα της 2ης Αμερικανικής έκδοσης από τη Σούζαν Σόνταγκ, αλλά και τα λόγια του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές σχετικά με το πόσο τον επηρέασε το έργο του Ρούλφο, ειδικά στα πρώτα του βήματα, παρουσιάζουν μία αντιπροσωπευτική εικόνα του συγγραφέα και προδιαθέτουν τον αναγνώστη, εισάγοντας τον διακριτικά στον κόσμο της Κομάλα, της ερημωμένης πόλης όπου πηγαίνει ο Χουάν Πρεσιάδο, τηρώντας την υπόσχεση που έδωσε στην ετοιμοθάνατη μητέρα του, για να βρει τον πατέρα του, τον Πέδρο Πάραμο.
Μεταφερόμαστε όχι μόνο στην Κομάλα, αλλά και μέσα στις βασανισμένες ψυχές που τρομάζουν τον Χουάν Πρεσιάδο. Όλοι εξιστορούν, σαν αυτό να τους φέρνει κοντύτερα στην έξοδο από το μαρτύριο, τη σχέση τους με τον Πέδρο Πάραμο, ένα τίποτα που πίστεψε πως έγινε τα πάντα και σκοτώνει, προδίδει, μισεί, με όλη τη δύναμη που διαθέτει. Και οι ψυχές που συναντά ο Χουάν Πρεσιάδο, άλλοι γιοι του Πάραμο, γυναίκες που τον αγάπησαν, άτυχοι που στάθηκαν εμπόδιο στα σχέδιά του, όλοι μιλάνε για το δράμα του να μένουν ακόμα πίσω στην Κομάλα και για τη ζωή του Πέδρο Πάραμο.
Δεν υπάρχει αέρας. Μόνο ψίθυροι. Και αντίλαλοι. «Ετούτο το χωριό είναι γεμάτο αντίλαλους. Μοιάζουν σαν φυλακισμένοι στις ρωγμές των τοίχων ή κάτω από τις πέτρες». Η πλημμυρισμένη από ψιθύρους Κομάλα και η ερημωμένη Μέδια Λούνα, ιδιοκτησία του Πέδρο Πάραμο, φιλοξενούν τις διάφορες ιστορίες που ξεδιπλώνονται, δίχως γραμμική αλληλουχία αλλά με μία συνέπεια που δένει σε ένα σύνολο άρρηκτο όλες τις αναμνήσεις και τις πληγές που ο Πέδρο Πάραμο προκάλεσε.
Ο Χουάν Πρεσιάδο συναντάει και φιλοξενείται από διάφορα φαντάσματα, ψυχές που έχουν καθηλωθεί σε αυτό το καθαρτήριο. «Πήγαινε να ξεκουραστείς λίγο ακόμα στη γη κόρη μου, και φρόντισε να είσαι καλή για να είναι συντομότερο το καθαρτήριό σου». Όλες οι ψυχές προσθέτουν κι από ένα κομμάτι στη σκοτεινιά του Πέδρο Πάραμο. Ο Χουάν Πρεσιάδο πεθαίνει από αυτούς τους ψιθύρους, από την έλλειψη αέρα. Και η διήγηση συνεχίζεται, εστιάζοντας πλέον στον ίδιο τον Πέδρο Πάραμο, στους ανθρώπους που κατέστρεψε και στο μοναδικό πλάσμα που αγάπησε, από παιδί ακόμα, τη Σουσανίτα. Μόνο τα φαντάσματα έχουν μείνει πλέον στην Κομάλα, την πόλη που ο Πέδρο Πάραμο ορκίστηκε να εκδικηθεί γιατί οι άνθρωποί της γλεντούσαν όταν η αγαπημένη του Σουσανίτα πέθανε, τρελή από τις φρικτές εμπειρίες που βίωσε με τον πατέρα της αλλά και ερωτευμένη με έναν άλλον.
Ο Ρούλφο στο «Πέδρο Πάραμο» δείχνει την ερήμωση των πολέμων που βίωσε η πατρίδα του, χωρίς και πάλι να αναφέρεται ρητά σε αυτούς. Η ιστορία είναι μία, αυτής της Κομάλα. Η ιστορία είναι επίσης μία, αυτή του Πέδρο Πάραμο. Ταυτόχρονα οι ιστορίες είναι πολλές∙ η κάθε ψυχή που διασχίζει τα ξεσκισμένα σπίτια της Κομάλα, ή στριφογυρίζει στο μνήμα της και θυμάται, όλοι ψάχνουν για τον αέρα που λείπει, όλοι βγάζουν τους ίδιους αναστεναγμούς. «Κάθε αναστεναγμός είναι και μια γουλιά ζωής που χάνεται».
Μετά το επίμετρο του Κάρλος Φουέντες ακολουθεί απόσπασμα συνέντευξης του Ρούλφο στον Τζόζεφ Σόμμερς, το οποίο επιχειρεί να καταδείξει κάποια ίχνη του ψυχισμού του συγγραφέα. Δεν είναι απαραίτητα, όπως το ίδιο μπορεί να ισχυριστεί κάποιος και για τις εισαγωγές στο μυθιστόρημα αυτό. Το ίδιο το έργο έχει τέτοια πληρότητα που κάθε ανάγνωση οδηγεί με άνεση και σε μία επόμενη, όχι για να κατανοήσει ο αναγνώστης τι διαδραματίζεται στην Κομάλα, αλλά για να έρθει κοντύτερα σε όλους τους χαρακτήρες τους οποίους ο Ρούλφο παρουσιάζει. Το υπόστρωμα άλλωστε είναι διαρκώς εκεί, για όποιον δεν αρκεστεί μόνο στη μαγευτική εικόνα των ψυχών που περιφέρονται.
Το αν είναι κρίμα που ο Ρούλφο παρουσίασε ένα τόσο μικρό, σε μέγεθος, έργο, αποτελεί σχήμα ρητορικό και ίσως δεν είναι καν απαραίτητο να τεθεί ως ερώτημα. Σημασία έχει ότι αυτή η δακτυλήθρα έργου περικλείει όσα δεξαμενές άλλες, εκατομμύρια λέξεων, δεν έχουν καταφέρει στην παγκόσμια λογοτεχνία.

Πηγή:  https://www.bookpress.gr/kritikes/xeni-pezografia/2014-11-06-20-48-20


Τετάρτη, 6 Δεκεμβρίου 2017

Literatura latinoamericana #1



Την Πέμπτη 30 Νοεμβρίου 2017, πραγματοποιήθηκε η πρώτη συνάντηση της Λέσχης Ανάγνωσης της Αγιορειτικής Εστίας για την νέα αναγνωστική περίοδο 2017-2018, στην φιλόξενη βιβλιοθήκη του Μεγάρου Νεδέλκου. Με τη εν λόγω συνάντηση ξεκίνησε ο έκτος κατά σειρά χρόνος λειτουργίας της Λέσχης μας, με μια νέα θεματική ενότητα, όπως κάνουμε κάθε χρόνο. Για την περίοδο 2017-2018 λοιπόν θα διαβάσουμε Λατινοαμερικάνους Λογοτέχνες υπό τον γενικό τίτλο «Literatura latinoamericana», μετά την περσινή μας ενότητα που ήταν αφιερωμένη στους Αμερικανούς Λογοτέχνες του 20ου αιώνα. 
Η λίστα με τους συγγραφείς που θα ασχοληθούμε είναι η εξής: Χόρχε Μάριο Πέδρο Βάργκας Λιόσα, ΠΕΡΟΥ (1936 -, Νόμπελ Λογοτεχνίας 2010), Mιγκέλ-Άνχελ Aστούριας, ΓΟΥΑΤΕΜΑΛΑ (1899 – 1974, Νόμπελ Λογοτεχνίας 1967), Χόρχε Λουίς Μπόρχες, ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ (1899 – 1986), Χουάν Ρούλφο, ΜΕΞΙΚΟ (1917 – 1986), Εδουάρδο Γκαλεάνο, ΟΥΡΟΥΓΟΥΑΗ (1940 – 2015), Αντρές Νέουμαν, ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ, Λουίς Σεπούλβεδα, ΧΙΛΗ (1949 - ), Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες, ΚΟΛΟΜΒΙΑ (1973 - ) ενώ ως βιβλία της χρονιάς και του
καλοκαιριού θα μας απασχολήσουν η Ρεαλιστική Τριλογία του MACHADO-DE ASSIS JOAQUIM-MARIA από την ΒΡΑΖΙΛΙΑ καθώς και το PARADISO του LEZAMA-LIMA JOSE!!!
Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, είχαμε την ευκαιρία να ακούσουμε την υπέροχη διήγηση του Φαίδωνα Χατζηαντωνίου για το πώς γνώρισε τον Λιόσα από κοντά στην Ουρανούπολη της Χαλκιδικής, ενώ ακολούθησε μια απολαυστική συζήτηση για την «Καρδερίνα» της Ντόνα Ταρτ, βιβλίο που είχαμε θέσει ως βιβλίο του καλοκαιριού. 
Η επόμενη συνάντηση ορίστηκε για την Πέμπτη 21 Δεκεμβρίου 2017 και ώρα 19:00 στη βιβλιοθήκη της Αγιορειτικής Εστίας.
Το πρώτο βιβλίο που θα διαβάσουμε στο νέο θεματικό μας κύκλο, είναι το μυθιστόρημα «Ο άνθρωπος που έλεγε ιστορίες» του Μάριο Βάργκας Λιόσα.
Λίγα λόγια για το βιβλίο και τον συγγραφέα:
Ένας Περουβιανός επισκέπτεται μια έκθεση φωτογραφιών του Αμαζονίου σε μια κάπως μυστήρια γκαλερί της Φλωρεντίας. Η φωτογραφία ενός "ιστορητή" από τη φυλή Ματσιγκένγκα θα του τραβήξει την προσοχή και θα του θυμίσει έναν παλιό φίλο από τη Λίμα ο οποίος εξαφανίστηκε χωρίς να αφήσει ίχνη πίσω του. Οι μνήμες γίνονται όλο και πιο δυνατές, και τα δύο πρόσωπα αφηγούνται, ο καθένας με τον τρόπο του και τη δική του προσωπική γλώσσα, την ίδια ιστορία, ξεδιπλώνοντας κάθε φορά τις φανερές και κρυφές πλευρές της. Οι δύο αφηγήσεις εναλλάσσονται μεταξύ τους αποκαλύπτοντας το μυστήριο που πάντα δένει τους αρχέγονους μύθους με την κοινωνία και τους μηχανισμούς της, και την επίδρασή τους στη ζωή του σύγχρονου ανθρώπου.
"Ο άνθρωπος που έλεγε ιστορίες", ένα από τα πιο σημαντικά και πρωτότυπα έργα του σπουδαίου νομπελίστα συγγραφέα, μεταφράζεται για πρώτη φορά στα ελληνικά.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Χόρχε Μάριο Πέδρο Βάργκας Λιόσα (ή Γιόσα, σύμφωνα με την ισπανική προφορά) γεννήθηκε το 1936 στην Arequipa του Περού και έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής του στη Βολιβία, όπου ο πατέρας του ήταν πρόξενος. Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1959 με τη συλλογή διηγημάτων "Οι αρχηγοί", αλλά έγινε διάσημος σε όλο τον κόσμο με το πρώτο του μυθιστόρημα "Η πόλη και τα σκυλιά" (1963), που μεταφράστηκε σε δώδεκα γλώσσες και εξακολουθεί να θεωρείται σημείο αναφοράς στη λατινοαμερικανική λογοτεχνία. Ακολούθησαν "Το πράσινο σπίτι" (1966), "Κουβέντα στον καθεδρικό ναό" (1969) και "Ο Πανταλέων και οι επισκέπτριες" (1973), που
τον καθιέρωσαν ως τον σκληρότερο επικριτή των δικτατορικών καθεστώτων, του θρησκευτικού φανατισμού και της στρατιωτικής ηθικής. Ο Γιόσα συνέδεσε το όνομα και την τέχνη του με τις τύχες της Λατινικής Αμερικής, αλλά και με την παγκόσμια λογοτεχνία: μεταξύ άλλων, έγραψε κριτικά δοκίμια για τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές, τον Φλωμπέρ, τον Σαρτρ, τον Καμύ, κ.ά., θεατρικά έργα, μυθιστορήματα και πολιτικά κείμενα. Το 1990 ήταν υποψήφιος πρόεδρος του Περού, με αντίπαλο τον συντηρητικό Αλμπέρτο Φουτζιμόρι, αλλά ηττήθηκε. Μετά την ήττα του εγκατέλειψε το Περού και εγκαταστάθηκε στη Μαδρίτη, όπου το 1993 απέκτησε την ισπανική υπηκοότητα. Ταυτόχρονα σχεδόν, εκδόθηκε η αυτοβιογραφία του με τίτλο "Το ψάρι στο νερό" (1993). Ο Μάριο Βάργκας Γιόσα έχει τιμηθεί με τα σημαντικότερα βραβεία της ισπανόφωνης λογοτεχνίας, όπως είναι τα βραβεία Planeta και Cervantes. Παραμένοντας εξαιρετικά ενεργός, λογοτεχνικά, είναι σήμερα μέλος της Ισπανικής Ακαδημίας, επίτιμος διδάκτορας πανεπιστημίων όπως το Yale, το Harvard, η Οξφόρδη, η Σορβόνη, το Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης, κ.ά., και Ιππότης του Τάγματος της Τιμής της Γαλλικής Δημοκρατίας. Τον Οκτώβριο του 2010 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας "για τη χαρτογράφηση των δομών της εξουσίας και τις διεισδυτικές εικόνες της αντίστασης του ατόμου, της εξέγερσης και της ήττας του", σύμφωνα με το σκεπτικό της Σουηδικής Ακαδημίας.