Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΕΛΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΕΛΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 15 Μαΐου 2017

«Οι πύλες της Φωτιάς», του Στίβεν Πρέσσφιλντ


«Οι πύλες της Φωτιάς», του Στίβεν Πρέσσφιλντ. 
Σημείωμα του Στέφανου Β. Χατζηιακώβου (μέλους της Λέσχης) για το ιστορικό μυθιστόρημα του Πρέσσφιλντ.


Σε συνέχεια του σχολιασμού του παραπάνω βιβλίου  στη Λέσχη Ανάγνωσης της Αγιορείτικης Εστίας στη συνάντηση της 4-05-2017, προσθέτω – με την άδειά σας – και τις παρακάτω σκέψεις μου.
Σχετικά με την έννοια/σημασία του ιστορικού μυθιστορήματος, νομίζω ότι αναλύθηκε αρκετά στην συζήτηση, αφενός ότι γενικά κάθε συγγραφέας είναι ελεύθερος να γράψει ότι θέλει (δηλαδή: είτε να δημιουργήσει μια δική του ιστορία, εμπνεόμενος απλώς από το συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός, εργασία που θα μπορούσαμε να ορίσουμε καταχρηστικά σαν ιστορικό μυθιστόρημα, - είτε να ερμηνεύσει συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός, όπως αυτός το αντιλαμβάνεται, μετά από περισσότερη ή λιγότερη ιστορική έρευνα, εργασία που θα μπορούσαμε να ορίσουμε σαν αυθεντικό ιστορικό μυθιστόρημα). Εδώ νομίζω ότι είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι τα προφανώς φανταστικά λόγια που βάζει ο συγγραφέας στο στόμα των αναφερομένων ιστορικών προσώπων, μπορεί να είναι βασικό στοιχείο της εμβάθυνσης του συγγραφέα στην κατανόηση του ιστορικού γεγονότος. Όπως π.χ. στον Επιτάφιο Θρήνο που ψάλλεται στην Εκκλησία κατά την έξοδο του Επιταφίου τη Μ. Παρασκευή, ο ευσεβής μελωδός βάζει, μεταξύ άλλων, στο στόμα της Παναγίας τις  φράσεις: «ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον, πού έδυ σου το κάλλος;”  και «ω φως των οφθαλμών μου, γλυκύτατόν μου τέκνον, πώς τάφω νυν καλύπτει;», ως και άλλες ανάλογες (φράσεις) που ποιητική αδεία αποδίδονται στο Θεοτόκο, στη προσπάθεια να αναδείξουν, κατά το δυνατό, όλη συγκλονιστική δραματική έκταση του ανεπανάληπτου πρωτοφανούς γεγονότος.  
Τώρα στο υπό σχολιασμό βιβλίο, νομίζω ότι ο συγγραφέας, όπως προκύπτει από το εισαγωγικό του σημείωμα, έκανε ενδελεχή έρευνα, διαβάζοντας Έλληνες αρχαίους συγγραφείς, ξένους σύγχρονους μελετητές, και επιλέον (για την έννοια διαφόρων ελληνικών γλωσσικών εκφράσεων) συμβουλευόμενος έγκριτους Έλληνες καθηγητές στις ΗΠΑ. Νομίζω, λοιπόν, ότι πρόκειται για αυθεντικό ιστορικό μυθιστόρημα.
Περαιτέρω, στο θεμελιτος﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽τορικοα των σκιαγραφουαγραφουμώδες ερώτημα, γιατί οι Έλληνες ή όσες ελληνικές πόλεις συμμάχησαν εναντίον των περσών, με πρωταγωνιστές τους Σπαρτιάτες αλλά και τους Θεσπιείς, έδωσαν αυτήν την εκ των προτέρων χαμένη μάχη, θυσιάζοντας εν γνώσει τους τη ζωή τους, αναλύεται σε διάφορα μέρη του βιβλίου και δίνονται διάφορες αλληλοσυμπληρούμενες εκδοχές με κορμό τη θέση ότι η θυσία ήταν αναγκαία για να παραμείνει ως παρακαταθήκη στους επιγενομένους Έλληνες, ότι πρέπει να παραμείνουν ελεύθεροι πάση θυσία ! 
Πέρα από τα παραπάνω ο συγγραφέας δίνει σε διάφορα σημεία την εκδοχή του για την ηθικοπνευματική συγκρότηση των ηρώων του και κατ’ επέκταση των Ελλήνων - ή ίσως μιας ελίτ των Ελλήνων - της αρχαίας εκείνης εποχής. Στις σελ. 421 και επ. παρατίθεται μια ιστορία, ένα όνειρο της εξαδέλφης του Χίονη, της Διομάχης, όπου η Διομάχη βλέπει στο πρόσωπο πεπλοφορούσας θεάς «την πραγματικότητα που υπάρχει κάτω από τον κόσμο της σάρκας» ... «την προσωποποίηση της αλήθειας σε ομορφιά» και μάλιστα «ανθρώπινη» και αντιλαμβάνεται ότι «μόνο αυτό είναι αληθινό και όχι ο κόσμος που βλέπουμε κάτω από τον ήλιο». Και η Διομάχη καταλήγει ότι «ο ρόλος μας ως ανθρώπων είναι να δώσουμε σάρκα στις αιώνιες κα θεϊκές αρετές: το θάρρος, τον αλτρουϊσμό, τη συμπόνια, την αγάπη». Σύγχρονος αγιορείτης γέροντας (Αρχιμανδρ. Βασίλειος Γοντικάκης, Προηγούμ. Ι.Μονής Ιβήρων, pemptousia.gr) τονίζει «το κάλλος θα σώσει τον κόσμο» !
            Σε άλλο σημείο, στις σελ. 335 και επ. παρατίθεται μια μακρά συζήτηση του Διηνέκη (σημειωτέον ότι αυτός είναι το μόνο πραγματικό πρόσωπο που αναφέρεται στις «Ιστορίες» του Ηροδότου) με τους συντρόφους του για το φόβο, ειδικότερα το φόβο του θανάτου και τον τρόπο αντιμετώπισής του. Ο Διηνέκης δεν βρίσκει ικανοποιητικές διάφορες εξηγήσεις για την αντιμετώπιση του φόβου του θανάτου. Λέει χαρακτηριστικά «μπαλώνουμε το θάρρος μας επιτόπου με κουρέλια και απομεινάρια. Αντιμετωπίζουμε το φόβο του θανάτου με το φόβο ότι θα ατιμάσουμε την πόλη, μήπως θεωρηθούμε δειλοί από τις γυναίκες και τα παιδιά μας ... Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως ο Πολύνεικος, πολεμά όχι από φόβο αλλά επειδή είναι άπληστος για δόξα. Είναι όμως αυτό πραγματική ανδρεία», διερωτάται.    
Στη συνέχεια, στις σελ. 469 και επ. ο σκυθικής καταγωγό﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽ρησκεαι επ. ο σκυθικα ής Αυτόχειρας, μιλάει για τη θρησκεία της ιέρειας μητέρας του, η οποία του έμαθε ότι «τίποτε κάτω από τον ήλιο δεν είναι αληθινό. Όλα αυτά είναι η υλική ενσάρκωση μιας ωραιότερης και ουσιαστικότερης πραγματικότητας που είναι αόρατη και άφθαρτη. Και μόνο  τα πράγματα που δεν αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις είναι πραγματικά: η ψυχή, η αγάπη της μητέρας, το θάρρος». Και παρακάτω συνεχίζει αναφέροντας ένα όνειρό του στο οποίο ως οπλίτης-μέλος σπαρτιατικής φάλαγγας που εκινείτο κατά του εχθρού και «είχε παγώσει από το φόβο, ένιωσε ότι ήταν όλοι αυτός και τρομοκρατήθηκε. Τότε άρχισαν όλοι να τραγουδούν και καθώς οι φωνές τους υψώνονταν σε μια γλυκιά αρμονία κάθε φόβος πέταξε από την καρδιά του». Και τότε κατάλαβε ότι «όταν ένας πολεμιστής μάχεται όχι για τον εαυτό του αλλά για τα αδέλφια του, όχι για τη δόξα ούτε για τη  σωτηρία της δικής του ζωής αλλά για τους συντρόφους του, τότε η καρδιά του περιφρονεί το θάνατο και ξεπερνά τον εαυτό του ...». Εδώ εν τέλει (σελ. 474) βρίσκει ο Διηνέκης την απάντηση στο ερώτημα για το φόβο του θανάτου και το αντίθετό του: «Το αντμι ίθετο του φόβου» δηλώνει απερίφραστα «είναι η αγάπη». Ας αναφερθεί εδώ ότι ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στην Α΄ Επιστολή του γράφει επί λέξει (Κεφ. 4 στίχ. 18): «η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον».

Τρίτη 1 Ιουλίου 2014

Ταξιδεύοντας στον Άθω με τον Le Corbusier

από τον Αναστάσιο Ντούρο


Αγαπημένη του συνήθεια η εναλλαγή βιβλίων και η ταυτόχρονη η ανάγνωση τους. Τον γοήτευε η συναναστροφή των ηρώων διαφορετικών έργων εντός του κακοσχηματισμένου κρανίου του, ενώ το αποτέλεσμα των συζητήσεων τους, του έδινε την ευκαιρία να κατανοήσει με πληρότητα την ψυχοσύνθεση τους και να κατασταλάξει στην ποιότητα των δημιουργών τους.

Συνήθιζε επίσης να ταξιδεύει με διαφορετικά βιβλία, τα οποία επέλεγε ανάλογα με τον τελικό προορισμό, προσπαθώντας να συνδέσει τον τόπο με το έργο και τον συγγραφέα. Με τον τρόπο αυτό θεωρούσε ότι είχε πολλαπλό όφελος, καθώς αποτυπωνόταν εντός του οι μυρωδιές του χώρου, συνοδευόμενες από τις αναμνήσεις των συγγραφέων και τις ζωές των ηρώων τους.

Έτσι, κατά την τελευταία του επίσκεψη στο Άγιον Όρος, βρέθηκε να κρατάει ανά χείρας το έργο του κορυφαίου αρχιτέκτονα Charles Edouard Jeanneret, που έμεινε γνωστός με το ψευδώνυμο Le Corbusier. Το βιβλίο περιείχε τα κείμενα του για την Ελλάδα, καθώς επίσης  φωτογραφίες και σχέδια.

Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, κρατούσε το χαρτόδετο βιβλίο με το σχέδιο της προσωπογραφίας του φιλέλληνα αρχιτέκτονα στο εξώφυλλο του, μια λιτή δημιουργία του Πικάσο, και το ξεφύλλιζε βιαστικά προσμένοντας τη στιγμή που θα απομονωθεί σε κάποιο χώρο και θα βρεθεί αντιμέτωπος με τις ιδέες και τις σκέψεις του.

Αργά το απόγευμα, ο αρχοντάρης της μονής Ιβήρων, του παραχώρησε ένα μικρό κελί με το προνόμιο του δικού του μπαλκονιού, γεγονός που τον χαροποίησε ιδιαίτερα, μιας και η θέα του καταπράσινου βουνού και της καταγάλανης θάλασσας, του δημιουργούσαν μια αίσθηση πληρότητας, έστω και προσωρινής.
Εντός και εκτός του κελιού του, επικρατούσε μια γαλήνια ησυχία, που δύσκολα την συναντούσε στον έξω κόσμο. Πουλιά κελαηδούσαν στον δικό τους ρυθμό, πετώντας από κλαδί σε κλαδί. Φτερουγίσματα, τιτιβίσματα και η ηρεμία του τοπίου, εισέβαλλαν από το μπαλκόνι και πλημμύρισαν το λιτό δωμάτιο.

Άφησε την μπαλκονόπορτα ανοιχτή και ξάπλωσε. Είχε χρόνο μέχρι τον εσπερινό.

Με δυο μαξιλάρια στο προσκεφάλι ξεκίνησε την ανάγνωση και ευθύς αναζήτησε το κεφάλαιο που αφορά τον Άθω. Ήταν το πρώτο κεφάλαιο. Κάτω από τον τίτλο αναγράφεται το έτος του ταξιδιού, 1914. Στην διπλανή σελίδα δεσπόζει ένα σχέδιο του Le Corbusier που αναπαριστά την μονή Σιμωνόπετρας ιδωμένη από την θάλασσα. Καθώς διαβάζει την πρώτη αράδα, αισθάνεται ότι βουτάει στα βαθιά από ένα απόκρημνο βράχο ύψους πολλών μέτρων:
«Ένας ανησυχητικός εκλεκτικισμός μας κάνει να ρέπουμε καθημερινά προς γεροντικές ανεκτικότητες και να υποτιμούμε τον παρόντα χρόνο. Ποιος κυκεώνας από γεροντισμούς απασχολεί το μεγαλύτερο μέρος της πνευματικής μας δράσης! Και η πρακτική κι ενεργός δράση αποδυναμώνεται, παραπαίει, κουβαλώντας σχεδόν το πρόσωπο στη ράχη, κινδυνεύοντας να απολιθωθεί σαν τη γυναίκα του Λωτ, επειδή κοίταξε υπερβολικά πίσω της.»
Και λίγο παρακάτω…
«Η μοναστική ψυχή του Άθω, οι ασκητές, οι αδελφοί που ασκούνται στην προσευχή, φαντάστηκαν το όραμα μιας κρύπτης, και τοποθέτησαν το ωχρό χρυσάφι των ενοράσεων τους μέσα στο αυστηρό, σκιασμένο και πνιγμένο στις εικόνες όστρακο ενός ιερού. Ωστόσο, αν και περιορισμένου όγκου, αυτή η αρχιτεκτονική μου εμπνέει τον θαυμασμό και ώρες πολλές κυλούν για να συλλαβίσω τη σταθερή και δογματική της γλώσσα.»

Γυρίζει τις σελίδες αρπάζοντας λέξεις από εδώ και από εκεί. Είναι τόσα πολλά τα νοήματα. Απολαμβάνει την αποσπασματική ανάγνωση, μια μικρή τελετουργία μέχρι να ξεκινήσει πάλι από την αρχή και να δοθεί ολοκληρωτικά.

«Η εκκλησία του Άθω είναι μια λίθινη φόρμουλα που μπορεί να συγκριθεί με το μπουμπούκι του δέντρου που, από πολύ μικρό, πριν τις ζεστές βροχές της άνοιξης, περιέχει κάτω από τη στιλπνή και στέρεη ασπίδα του όλους τους θησαυρούς – του καλοκαιριού: το λουλούδι – του φθινοπώρου: τον καρπό – και του χειμώνα: την αργή και σκοτεινή κυοφορία. Υπάρχει ένας θόλος πολύ μικρός, - τέσσερα μέτρα, κατά κανόνα-  τοποθετημένος με τρόπο ώστε από τον πελώριο εξωτερικό χώρο που τον πολιορκούν οι αύρες της θάλασσας, η θέα της και η παρουσία του βουνού, αφού διασχίζει κανείς το νάρθηκα κι ένα είδος πρόναου (η λιτή), να φαίνεται μεγάλος και αυτάρκης, δυνατός, ψηλός και τοποθετημένος σαν κοίλος βολβός που τον βλέπεις στον σωλήνα μιας διόπτρας…»


Πριν προλάβει να κατανοήσει πλήρως όσα ο Le Corbusier έγραφε πριν από εκατό ακριβώς χρόνια, σήμανε το σήμαντρο και ευθύς το τάλαντο. Από τον οξύ ήχο του μετάλλου στον γλυκό ήχο του ξύλου. Σηκώθηκε δίχως ιδιαίτερο κέφι και κατευθύνθηκε προς το καθολικό. Σαν πέρασε την λιτή κι βρέθηκε στον κυρίως ναό, στάθηκε σε μια γωνιά και κοίταξε τον θόλο προσπαθώντας να αναγνωρίσει τα στοιχεία της περιγραφής που πριν λίγο είχε διαβάσει, το λουλούδι, τον καρπό και την αργή κι σκοτεινή κυοφορία. 

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2014

Όταν ο Παζολίνι σκηνοθετούσε την Κάλλας

Όταν ο Παζολίνι σκηνοθετούσε την Κάλλας
Κείμενο: Φαίδων Χατζηαντωνίου

Το 1969 γυρίστηκε η Μήδεια του Πιέρ Πάολο Παζολίνι, ταινία ελεύθερα εμπνευσμένη από την ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη, με πρωταγωνίστρια την Μαρία Κάλλας.
Την εποχή εκείνη η Κάλλας είχε μπει σε περίοδο φωνητικής κρίσης. Τότε, «παρασυρμένη από τον Παζολίνι, πίστεψε πως ο κινηματογράφος θα της άνοιγε τον δρόμο για μια καινούργια καριέρα», σημειώνει ο σκηνοθέτης Βασίλης Νικολαΐδης στο έργο του Μαρία Κάλλας. Οι μεταμορφώσεις μιας τέχνης, που αποτελεί την πιο εμπεριστατωμένη εργασία πάνω στην ζωή και την τέχνη της απόλυτης Ντίβας της όπερας. «Δυστυχώς», συμπληρώνει ο Β. Νικολαΐδης, «η Μήδεια, μοναδική της κινηματογραφική εμφάνιση, δεν δικαίωσε τις προσδοκίες της».
           

Την Μήδεια την είδα την πρώτη εβδομάδα προβολής της στην Φλωρεντία και είμαι αυτόπτης μάρτυς των προσβλητικών αποδοκιμασιών του κοινού, ενός κοινού που δεν ήταν έτοιμο να δεχτεί την αιρετική ματιά τού πάντα προκλητικού Παζολίνι, αλλά ούτε και τον μύθο της Ντίβας χωρίς τη φωνή της.  
Κατά την διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας, που έγιναν στην Τουρκία, τη Συρία και την Ιταλία, ο Παζολίνι έγραψε μερικά ποιήματα για την Μαρία Κάλλας. Το ποίημα που ακολουθεί περιέχεται στην ποιητική συλλογή Trasumanar e organizzar (Garzanti 1971). Ο πρωτότυπος τίτλος, «Timor di me?», είναι από στίχο της Λεωνόρας στην 3η Πράξη του Τροβατόρε του Βέρντι. Την μετάφραση που ακολουθεί, δυσεύρετη σήμερα, έκανα ειδικά για την β΄ έκδοση του βιβλίου του Βασίλη Νικολαΐδη, Εκδόσεις Μπάστας-Πλέσσας, Αθήνα 1995, σσ. 399-400.  



Πιέρ Πάολο Παζολίνι

Φόβος του εαυτού μου;

Απόδοση: Φαίδων Χατζηαντωνίου

Α, ένα τρομερό δέος.
Η ευφορία εκρήγνυται
πάνω σ’ εκείνα τα τζάμια στο σκοτάδι
Αλλά μια τέτοια ευφορία που σε κάνει να τραγουδάς
                                                με τη φωνή σου
είναι μια επιστροφή από το θάνατο: ποιος θα γελάσει –
Πίσω κάτω από το μαύρο πλαίσιο τ’ ουρανού
Χθόνια οπτασία!
Δεν αστειεύομαι: γιατί εσύ έχεις δοκιμάσει
έναν τόπο που εγώ δεν εξερεύνησα ποτέ μου,
                                    ΕΝΑ ΑΝΟΙΓΜΑ ΣΤΟ ΣΥΜΠΑΝ
Η γη μου είναι μικρή, αυτό είναι η αλήθεια,
αλλά πάντα μου έπλαθα μύθους για τόπους
                                                Ανεξερεύνητους
με κάποια ευφορία, σχεδόν σα να μην ήταν αλήθεια,
όμως συ είσαι, εδώ, με τη φωνή σου.
Το φεγγάρι ανέτειλε·
τρέχουν τα νερά·
ο κόσμος δεν το ξέρει πως είναι νέος και η καινούργια
                                                του ημέρα
τελειώνει πάνω στα αετώματα και στο μαύρο τ’ ουρανού.
Μέσα σ’ εκείνο το ΑΝΟΙΓΜΑ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ
ποιος είν’ αυτός που εσύ τον κουβαλάς με τις επιθυμίες σου
                                                και τον γνωρίζεις;
Είναι ο πατέρας, ναι, αυτός!
Λες πως εγώ τον ξέρω; Αχ, πόσο λάθος κάνεις·
με τι αφέλεια θαρρείς βέβαιο κάτι
                                                που όμως δεν είναι·
τώρα όλη τούτη την υπόθεση τη θεμελιώνεις, με
                                                το τραγούδι,
πάνω σ’ αυτή την έπαρση, για μένα ταπεινή,
αλλά δεν ξέρεις πόσο είναι υπέροχη·
έχει πάνω της τα σημάδια από τη θνητή βούληση των
                                                πολλών –
Το ιλαρό μάτι μου που δεν κατέβηκε ποτέ στον κάτω
Κόσμο
μια αβέβαιη κολασμένη σκιά
κρύβει.
Κι εσύ την πάτησες
Εσύ απ’ αυτό που είναι η πραγματικότητα γνωρίζεις
                                                μόνο εκείνο τον Τέλειο Άνδρα,
δηλαδή αυτό που επιβάλλεται κανείς να γνωρίζει·
η άλλη, η Τέλεια Γυναίκα, ας μένει στην Κόλαση
ή στη σκιά που είναι πριν απ’ τη ζωή
κι από κει ας απεργάζεται τις γητειές της, τα μάγια της·
μίσησέ την, μίσησέ την, μίσησέ την·
κι αν τραγουδάς και κανείς δεν σ’ ακούει, εσύ όμως
                                                χαμογέλα
απλώς επειδή για την ώρα είσαι νικήτρια –
με τη φωνή σου σαν ένα κορίτσι ακόρεστο
που όμως ξέρει από γλύκα·
Το Παρίσι βαρύ πίσω απ’ την πλάτη σου
                                                μ’ ένα χαμηλό ουρανό
με το υφάδι από μαύρα κλαδιά· που είναι πλέον κλασικά·
έτσι έχει το πράγμα –
Εσύ χαμογελάς στον Πατέρα –
στο πρόσωπο που για κείνο εγώ δεν έχω καμιά
πληροφορία,
που τον συναναστράφηκα σε κάποιο όνειρο και
                                                προφανώς δεν το θυμάμαι –
παράξενο, από κείνο το τέρας της αυταρχικότητας
προέρχεται και η ηδονή
αν μη τι άλλο ως καρτερία και σύντομη νίκη·
πω, πω, πώς τον αγνόησα· τον αγνόησα
                                    έτσι που να μη μάθω τίποτα γι’ αυτόν –
τι να κάνω;
Εσύ χαρίζεις, σκορπίζεις δώρα, έχεις ανάγκη να χαρίζεις,
αλλά το δώρο το δικό σου σ’ το ’δωσε Εκείνος, όπως όλα·
ενώ του Κανενός το δώρο είναι ένα Τίποτα·
εγώ υποκρίνομαι ότι παίρνω·
σ’ ευχαριστώ ειλικρινά μ’ ευγνωμοσύνη·
Όμως το αχνό φευγαλέο μειδίαμα
δεν είναι από δειλία·
είναι ο φόβος, πιο τρομερός,
                                                πολύ πιο τρομερός,
που έχω ένα σώμα διαφορετικό, μέσ’ στο βασίλειο της
ύπαρξης –
μήπως είναι αμαρτία
μήπως δεν είναι παρά κάτι τυχαίο·
                                                όμως στη θέση του Άλλου
για μένα υπάρχει ένα κενό στο σύμπαν
ένα άνοιγμα στο σύμπαν
κι εσύ τραγουδάς από κει.

Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2014

"Μαμά, μαμά, τι είναι τα βελιούρια;" - Σώζοντας στιγμές της ιστορίας!

“Μαμά, μαμά, τι είναι τα βελιούρια[1];’’

του Ελευθέριου Γούσια  

Μέρος Α΄

Πήγαινε συχνά  τα πρώτα χρόνια- τα ξέγνοιαστα- γιατί μετά τον πήγαινε περισσότερο η έγνοια.
Τότε που υπήρχε ακόμα ο μεγάλος πεύκος, αλλά και κάποια μικρότερα. Τότε που τα πελώρια κλωνάρια του ίσκιωναν το μέρος μες στο καταμεσήμερο - γιατί το καταμεσήμερο ήταν η αγαπημένη του ώρα για τις περιηγήσεις.- Με τις ξεραμένες πευκοβελόνες να τσιμπάνε τα γυμνά του πόδια περιδιάβαινε και διάβαζε τα γραμμένα στα μάρμαρα των τάφων. Ονόματα, ημερομηνίες, ηλικίες, μικρά στιχάκια που έγραφαν για την πίκρα του θανάτου. Κι εκεί, ανάμεσα στα βελιούρια και τις αγριοτριανταφυλλιές, τα ακλάδευτα χιονάκια και τις αγριάδες σκόνταφτε σε ξεχασμένα μνήματα που το μόνο που μαρτυρούσε την ύπαρξή τους ήταν εκείνα τα χιλιοασβεστωμένα και παφλένια[2] κουτιά-εν είδει εικονοστασίου- που χρησίμευαν στο να κρατάνε μέσα το καντήλι αναμμένο.
Άλλα πεσμένα, άλλα τσακισμένα και στερεωμένα με πέτρες φύλαγαν τον τόπο του αποδημήσαντος εις Κύριον. Όλα τους είχαν ένα μικρό πορτάκι στο κάτω μέρος, με τζαμάκι, τόσο μικρό που αν το ποτήρι της καντηλόκουπας ήταν μεγαλούτσικο μετά βίας μπορούσε ένα κανονικό χέρι να το βάλει και να το βγάλει απ τη θέση του. Η θέση δε, δεν ήταν τίποτε άλλο από ένα στρόγγυλο απ τον ίδιο τον τσίγκο στο κέντρο της τετράγωνης βάσης όλου του κατασκευάσματος. Άνωθεν της μικρής πορτίτσας είχε ως φεγγίτες τρία μικρά τζαμάκια σε διάταξη ισοσκελούς τριγώνου αλλά αντεστραμμένου- κι αυτά στρόγγυλα.- Έτσι, όταν περνούσες σούρουπο ή νύχτα, το φέγγισμα της φλόγας δημιουργούσε την εικόνα προσωπείου σε όλο το κατασκεύασμα, αφού η πόρτα φάνταζε με στόμα και τα τρία τζαμάκια με μύτη και μάτια. Παρ'όλη τη στενότητα είχε αρκετό ύψος, οι τέσσερις πλευρές κατέληγαν σε σκεπή με απόληξη έναν σταυρό, στην πίσω πλευρά είχε δύο υποδοχές για να μπει ο πάσσαλος που θα το στερέωνε στο έδαφος. Αυτά λοιπόν τα τενεκεδένια κουτάκια υπήρχαν σε κάθε  ταπεινό μνήμα το οποίο οριοθετούνταν από απλές πέτρες ,ασβεστωμένες κι αυτές. Υπήρχαν Όμως κι οι τάφοι των οικονομικά ισχυρών.( "Άρα τις εστί; Bασιλεύς η στρατιώτης; Δούλος ή ελεύθερος;…Πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα[3]" ) που περιβάλλονταν από μάρμαρα και καλύπτονταν από μαρμαρόπλακες. Ανάμεσα στούς δύο αυτούς τύπους μνημείων υπήρχε κι΄ένας άλλος, αυτός που είχε γύρωθεν κράσπεδο τσιμεντένιο και στην κορφή έναν μαρμαρένιος σταυρό με το όνομα κ.τ.λπ. Σ έναν τέτοιο είχε έπεσε το βλέμμα του και διάβασε: KΩΝ/ΝΟΣ Δ. ΜΠΑΛΤΑΚΟΣ ΕΠΙ ΓΕΡΜΑΝΩΝ 14-04-44 ΕΤΩΝ 18.


Μέρος Β΄


"Πάνω στο ποδήλατο φορώντας ένα καπέλο, τον σκότωσαν οι γερμανοί καταμεσής στο δρόμο...... Κι΄ ήταν παιδί, στα 18."

Η ιστορία του ήταν γνωστή απ΄ τη μητέρα του, χιλιοειπωμένη, μα η θανατερή διήγηση ήταν το ίδιο τρομακτική κι’ενδιαφέρουσα κάθε φορά που την άκουγε. Λες και σε κάθε  εξιστόρηση εκείνο το παιδί δεχόταν μια σφαίρα ακόμη στο ήδη νεκρό κορμί του. 
Η μέρα ήταν από μόνη της πένθιμη-Μεγάλη Παρασκευή- και συνάμα βροχερή, η τρομοκρατία της γερμανικής κατοχής, οι εκτελέσεις, ο φόβος κι η πείνα κόντευαν να κλείσουν τον τέταρτο χρόνο-ήταν το έτος 1944- Ο έρημος αμαξωτός δρόμος που χώριζε το χωριό στη μέση και ένωνε το Βραχώρι με τα υπόλοιπα χωριά της Τριχωνίδας έγινε ο τόπος που χύθηκε το αίμα του νεαρού Κων/ντίνου για να λερωθεί με το χώμα ώσπου το νερό της βροχής να το ξεπλύνει και να καθαρίσει...
Μονάκριβο τον είχε η μάνα του, κι εκείνη τη μέρα, θες από αμυαλία θες από αντρειωσύνη, βγήκε να ανταμώσει την άνοιξη γιατί όπως και να το ΄θελες ο καιρός είχε αρχίσει να γλυκαίνει- 14 Απριλίου- και σε δυό μέρες θα ήταν Ανάσταση, κι ο τόπος είχε χλοήσει!
          Έτσι λοιπόν, όταν ανακάλυψε τον τάφο του αδικοσκοτωμένου ήταν σαν να γνώριζε τον συνονόματό του, ήξερε γι αυτόν, τον είχε αναστατώσει και τον είχε λυπήσει ο θάνατος του. Του ήταν παλιός γνώριμος, τον συμπαθούσε και κρυφίως, ίσως να τον θαύμαζε.
Το μνήμα του χορταριασμένο, κανείς δεν  τάρασσε την ησυχία του νεκρού με επισκέψεις για ξεχορτάριασμα ασβεστώματα και τέτοια. Μες απ αυτή την αφροντισιά ανέδυε μια μακάρια ανάπαυση, τα ξεσταχυασμένα βελιούρια έκαναν τον τόπο να μοιάζει με αλώνι του Χάρου, αλώνι που ο θεριστής δεν πάει με τον καιρό μα με δική του κρίση.
 Εκεί αναπαύονταν λοιπόν ο Κων/ντίνος Δ. Μπαλτάκος ετών 18, που στις 14-04-44 εφονεύθη απο τους γερμανούς επειδή πάνω στο μαθητικό του πηλίκιο είχε το εθνόσημο της πατρίδας του που βρισκόταν υπό γερμανική κατοχή.
Πέρασαν αρκετά χρόνια, και όταν έψαξε ξανά τον τάφο για να καταγράψει ακριβώς τα στοιχεία, δεν μπορούσε να τον εντοπίσει. Ήξερε περίπου το μέρος αλλά τα δεδομένα γύρω άλλαζαν διότι κάποιοι τάφοι ανακαινίζονταν και φτιάχνονταν. Κοίταξε, ξανακοίταξε παραμέρισε χορτάρια έψαξε μήπως έσπασε ο σταυρός  αλλά τίποτα κανένα ίχνος δεν μαρτυρούσε την ύπαρξή του.
Έφυγε απαγοητευμένος, προσπάθησε να θυμηθεί την ημερομηνία, θυμόταν πως είχε πολλά τεσσάρια... άρχισε να συνθέτει τα νούμερα " σίγουρα 1944  άλλο ένα τέσσερα σημαίνει Απρίλιος, ωραία!!!" του έμεινε η ημέρα " τέσσερις, δεκατέσσερις ή εικοσιτέσσερις " προβληματίστηκε, θα διάλεγε το τέσσερις. Ικανοποιήθηκε εν μέρει απ τα στοιχεία που με μαθηματική επαγωγή σχεδόν επανέφερε αλλά λυπήθηκε διότι ήταν σχεδόν σίγουρος πως ο χώρος του μνημείου καταπατήθηκε, από άλλους αφού συνεχιστής της οικογένειας δεν υπήρχε. Άλλωστε από καιρό το κοιμητήρι είχε γεμίσει και η κοινότητα το είχε επεκτείνει αγοράζοντας το διπλανό οικόπεδο στο οποίο έπρεπε κάποιος να πληρώσει για να εξασφαλίσει την αιώνια κατοικία (ίσως η μόνη σωστή επένδυση εν ζωή, αφού δεν έχει φόρους κληρονομιάς, μεταβίβασης, δωρεάς εν ζωή ούτε μεταγραφή στο υποθηκοφυλακείο).
Εκείνο το Αυγουστιάτικο απόγευμα-δεν είχε και πολύ ζέστη διότι φυσούσε- αποφάσισαν να πάνε στα μνήματα, από μέρες το έλεγαν αλλά πάντα κάτι τύχαινε. Δύο μέρες πριν είχε πάει και τάραξε την ησυχία των κεκοιμημένων, αφού με το σκαλιστήρι πάλεψε με τα βελιούρια τόσο εντός όσο και γύρωθεν του τάφου. Τώρα είχε ρίξει στον ώμο ένα λάστιχο ποτίσματος, αρκετά μακρύ, κι έβαλε στην τσέπη δυό φυτίλακια, λάδι και τσακμάκι είχε αφήσει απ την πρότερη επίσκεψη.
Είχε βέβαια και παρέα δεν θα πήγαινε μονάχος του, η κουστωδία αποτελούνταν από, την αδερφή του που ζούσε με την οικογένειά της στον Πειραιά, αλλά εκείνες τις μέρες παραθέριζε στο χωριό με τα δυό της παιδιά, την ανιψιά του την Αννούλα και τον ανιψιό του Ζώη. Στον μέσον της διαδρομής αντάμωσαν την κυρά-Άννα, χαιρετήθηκαν κι η κυρά- Άννα σχολίασε πόσο παρατημένο ήταν γενικώς το νεκροταφείο και για τα ζιζάνια, που έζωναν τα μνήματα. Ανέφερε μάλιστα και τα καθαρισμένα βελιούρια στον δικό τους τάφο.
Ο μικρός Ζώης άκουσε καινούργια λέξη" βελιούρια'' στην οποία δίνανε μεγάλη βαρύτητα στην κουβέντα τους: έτσι τα βελιούρια αλλιώς τα βελιούρια, πόσο βαθιές ρίζες έχουν και δεν ξεπατώνονται και άλλα τέτοια. Ποιός ξέρει στην παιδική του φαντασία τι να νόμισε πως είναι τα βελιούρια, δεν άντεξε και εν μέσω της κουβέντας σκούντηξε τη μητέρα του και τη ρώτησε χαμηλοφώνως: Μαμά, μαμά τι είναι τα βελιούρια;
Μετά το μάθημα φυτολογίας, συνεχίσανε για το σκοπό τους και αφού κάνανε τα απαραίτητα στον τάφο των προγόνων τους, περιδιάβηκαν στο κοιμητήρι διαβάζοντας και σχολιάζοντας. Είναι εκείνο το περίεργο αίσθημα που αρέσκεσαι σ΄αυτήν την ιδιαίτερη βόλτα, μέσα σ αυτό πένθιμο περιβάλλον με τον θάνατο να σε περιτριγυρίζει και τους νεκρούς δυό μέτρα κάτω απ΄τα πόδια σου, αισθάνεσαι κάτι περίεργο που σε καταλαγιάζει.
Δεν νοιώθεις αυτό το αποκρουστικό πάγωμα του θανάτου αλλά ημερεύεις και συλλογάσαι τόσο τη σιγουριά της αναπόφευκτης αυτής καταστάσεως η οποία ισορροπεί με την άλλη πάλι σιγουριά πως εσύ δεν ανήκεις εκεί.-Κι εδώ θυμόμαστε τη σκέψη κάποιου πατέρα της εκκλησίας;: πως ο θάνατος δεν μας αγγίζει διότι όταν έρχεται εμείς έχουμε πάει ήδη αλλού..- αυτό βέβαια υπό την προϋπόθεση της Ανάστασης.
Εκεί λοιπόν, ο μικρός Ζώης τράβηξε δική του κατεύθυνση οδηγώντας εν αγνοία του στα νέα δεδομένα της υπόθεσης του αφανισθέντος  εξ ολοκλήρου μνήματος. Τι είχε συμβεί; Συγγενείς ανακαίνισαν και επέκτειναν προφανώς το μνημείο του περιλαμβάνοντας στην νέα κατασκευή και το παλαιό του Κ. Μπαλτάκου. Διότι επάνω στον καινούργιο μαρμάρινο τάφο υπήρχε αυτούσιος ο παλαιός σταυρός. Έκπληξη κι ευχαρίστηση συνάμα γέμισε την καρδιά του γράφοντος την ιστορία. Γιατί η ιστορία έσωζε τα σημάδια της, ίσως αδιάφορο για του πολλούς μα αυτόν τον ένοιαζαν οι λίγοι, που ξεχωρίζουν αυτούς  που αφήνουν δίπλα στ΄όνομά τους κάτι που μπορούν να το πάρουν οι επόμενοι και να το πάνε παραπέρα, αξίες που δεν ζυγίζονται με την οκά μα με το πόσο καλύτερος άνθρωπος γίνεσαι.
       





[1] Ζιζάνιο των αγρών.Επ.ον. Sorgum halepense

[2] Κατασκευασμένο από τσίγκο.

[3] Νεκρώσιμα ιδιόμελα.

Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2014

Αλμπέρτο Σαβίνιο. Ο Καταΐφ


Δυο λόγια για τον Αλμπέρτο Σαβίνιο
Φαίδων Χατζηαντωνίου
Ο Αλμπέρτο Σαβίνιο το 1930.

   Ο Αλμπέρτο Σαβίνιο, ψευδώνυμο του Αντρέα ντε Κίρικο, γεννήθηκε στην Αθήνα στις 25 Αυγούστου 1891. Ο αδελφός του Τζιόρτζιο είχε γεννηθεί τρία χρόνια νωρίτερα στον Βόλο, το 1888. Ο πατέρας Εβαρίστο ντε Κίρικο, σικελός μηχανικός, κατά τα τέλη του 19ου αιώνα είχε έρθει στην Ελλάδα για τη μελέτη και κατασκευή των πρώτων σιδηροδρομικών γραμμών. Η εργασία του υποχρέωνε την οικογένεια σε διαρκείς μετακινήσεις σ’ ολόκληρη τη βαλκανική χερσόνησο, τον περισσότερο καιρό, όμως, έμεναν στον Βόλο και στην Αθήνα και, μετά το 1899, μόνιμα στην Αθήνα.
   Μετά τον θάνατο του Εβαρίστο, το 1905, η μητέρα Τζέμμα αποφάσισε να εγκαταλείψει την Ελλάδα με τα δύο παιδιά. Στο μεταξύ ο Αντρέα είχε προλάβει να πάρει με άριστα το πτυχίο του στο πιάνο και στη σύνθεση από το Ωδείο Αθηνών (1903) σε ηλικία μόλις δώδεκα ετών. Καθηγητής του ένας από τους κορυφαίους έλληνες μουσουργούς της εποχής, με αξιόλογη παρουσία και στην Ιταλία, ο Σπύρος Σαμάρας, συνθέτης του Ύμνου των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας του 1896.
   Η Ελλάδα για τον Σαβίνιο ήταν μια αστείρευτη πηγή έμπνευσης. Οι παιδικές του αναμνήσεις από τη γενέθλια γη και οι μελέτες της ωριμότητάς του γύρω από την ελληνική ιστορία και τη μυθολογία αλλά και οι συχνές αναφορές του σε πρόσωπα και πράγματα της νεώτερης Ελλάδας, κάνουν το έργο του ιδιαίτερα ελκυστικό στον έλληνα αναγνώστη. Ο Σαβίνιο ζωγραφίζει, γράφει λογοτεχνία και αρθρογραφεί, συνθέτει λυρικά έργα σε δικά του λιμπρέτα, γράφει θεατρικά έργα, κάνει σκηνικά και κοστούμια και σ’ όλ’ αυτά η Ελλάδα είναι παρούσα: όχι μόνο η γενέθλια Αθήνα και η Θεσσαλία των παιδικών του χρόνων αλλά και η Μακεδονία του Μεγάλου Πολέμου.
Αλμπέρτο Σαβίνιο. Πέρασμα ενός αγγέλου, 1930.
   Την Μακεδονία ο Σαβίνιο τη γνώρισε στρατευμένος, καθώς υπηρέτησε στην ιταλική μεραρχία της Στρατιάς της Ανατολής. Την μετάθεσή του στο μακεδονικό μέτωπο την είδε σαν μια ευκαιρία να ξαναβρεθεί στη μυθική χώρα των παιδικών του χρόνων. Κείμενα που έγραψε στη Θεσσαλονίκη από το καλοκαίρι του 1917 ως το φθινόπωρο του ‘18 με τον γενικό τίτλο “Η επιστροφή του Αργοναύτη” τα δημοσίευσε στον Ερμαφρόδιτο, το πρώτο του βιβλίο που κυκλοφόρησε στη Φλωρεντία το 1918. Αλλά και αργότερα, στις επιφυλλίδες που δημοσίευε σε διάφορες ιταλικές εφημερίδες, συχνά επέστρεφε στην Ελλάδα της μνήμης και του μύθου.
   Το αφήγημα "Ο Καταΐφ", που μεταφράζεται πρώτη φορά στα ελληνικά, δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Corriere d’Informazione, στο φύλλο της 20-21 Δεκεμβρίου 1948. Έχει συμπεριληφθεί στον τόμο: Αlberto Savinio, Opere, Bompiani, Milano 1989, σσ. 860-863.


Αλμπέρτο Σαβίνιο
Ο Καταΐφ

Μετάφραση: Φαίδων Χατζηαντωνίου

   Έφθασα στην Θεσσαλονίκη το καλοκαίρι του 1917. Αποσπασμένος στη μεραρχία Α.Μ. Είχα μετατεθεί στην Μακεδονία κατόπιν διαταγής του Υπουργείου Πολέμου. Αιτιολογικό της μετάθεσης η γνώση μου της νεοελληνικής γλώσσας. Εκεί, στην γη του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου, στα αρχαία χρόνια, και του Ελευθερίου Βενιζέλου, ερχόμουν να θέσω την γνώση μου των ελληνικών στην υπηρεσία του στρατιωτικού μας σώματος που, κάτω από την γενική διοίκηση του στρατηγού Σαράιγ, δρούσε σε αρμονία με το γαλλικό, το αγγλικό, το σερβικό σώμα.
   Υπήρχε ανάμεσα σε εκείνα τα στρατεύματα και ένα ρωσικό στρατιωτικό σώμα. Αλλά χάρη σε ένα καινούργιο στρατιωτικό νόμο που είχε ψηφίσει ο Κερένσκι, δεν πήγαινε κάποιος στον πόλεμο με επιστράτευση αλλά μόνο επειδή ο ίδιος είχε κλίση. Ο γενικός διοικητής του ρωσικού στρατιωτικού σώματος συγκέντρωσε τους άνδρες του, ρώτησε ποιος ήθελε να πάει να πολεμήσει και ποιος δεν ήθελε. Δεν ξέρω πόσοι απάντησαν ναι και πόσοι όχι: ξέρω ότι το ρωσικό στρατιωτικό σώμα διαλύθηκε.
   Έφτασα στην Μακεδονία το καλοκαίρι του 1917: άφησα την Μακεδονία το φθινόπωρο του '18. Ούτε μια φορά σ’ αυτό το διάστημα δεν είχα την ευκαιρία να χρησιμοποιήσω τα ελληνικά μου προς όφελος της μεραρχίας Α.Μ. Μια στρατιά είναι μεγάλη για τον αριθμό ανδρών, οπλισμού, μέσων: είναι ακόμα πιο μεγάλη για πράγματα άχρηστα.
   Ο πόλεμος στην Μακεδονία είχε στο μεταξύ λήξει.
   Να πώς:
   Μια μέρα τα συμμαχικά στρατεύματα άρχισαν μια γιγαντιαία επίθεση. Τα κανόνια βαρούσαν τρεις μέρες. Στο τέλος της τρίτης μέρας σίγησαν και το πεζικό πέρασε στην επίθεση κατά των βουλγαρικών χαρακωμάτων. Ήταν άδεια.
   Ήταν ολωσδιόλου μάταια η διαμονή μου στην Μακεδονία;
   Είχαμε αποπλεύσει από την Μήλο και ταξιδεύαμε όλη τη νύχτα. Με το ξημέρωμα ήμουν στη γέφυρα. Η ομίχλη αριστερά σιγά-σιγά ξανοίγει και αναδύεται η κορυφή του Ολύμπου. Εγώ κι αν είμαι κάποιος που μπορεί να πει: Et deos vidi (σημ. μτφρ., λατιν. Και είδα τους θεούς).
   Στη Θεσσαλονίκη.
   Ένα πρωί καθόμουν στο καφενείο, στην Πλατεία Ανεξαρτησίας, μαζί με έναν σύντροφο: Αντέλμο Αμπαντονάτι.
   Ήταν από το Ποτζιμπόνσι. Το όνομα κάνει τον άνθρωπο. Ο Αμπαντονάτι (σημ. μτφρ., ιταλ. Εγκαταλειμμένου), ιδιαίτερα όταν καθόταν, αφηνόταν στην εγκατάλειψη: τα χέρια, τα πόδια για λογαριασμό του το καθένα. Για να σηκωθεί όρθιος, πρώτα έπρεπε να μαζέψει το κορμί του που ήταν χυμένο ολόγυρα.
   Πίναμε ο καθένας μας από ένα "βαρύν γλυκόν": καφές πηχτός και πολύ ζαχαρωμένος.
   Ο Αμπαντονάτι τέλειωσε το τσιγάρο, πέταξε τη γόπα.
   Καθώς η γόπα σχημάτιζε μια παραβολική τροχιά ανάμεσα στο χέρι τού Αμπαντονάτι και της μακεδονικής γης, εμφανίστηκε, δεν ξέρω κι εγώ αν από το χώμα ή από τον αέρα, ένα πλάσμα σαν αστραπή που άρπαξε τη γόπα εν πτήσει.
   Ο σερβιτόρος, που είχε φυσήξει την μύτη του με τα δάχτυλα και τώρα τα σκούπιζε στην ποδιά του, τράβηξε μια κλωτσιά στον αναπάντεχο τύπο και του φώναξε: "Άιντε, άιντε, Καταΐφ!"
   Καταΐφ είναι το όνομα ενός ανατολίτικου μαλλιαρού γλυκού ποτισμένου με μέλι και κουβαριασμένου πάνω σε ένα στρώμα κρέμας.
   Καταΐφ έλεγαν κι εκείνο το είδος Πουκ της Ανατολίας, επειδή έμοιαζε η κιτρινωπή φωλιά πουλιών που κάλυπτε το κεφάλι του με την μαλλιαρή κουβαριασμένη πάστα, που στην Ανατολή στολίζει το μάρμαρο του ζαχαροπλάστη.
   Αλλά κάτω από εκείνη την κιτρινωπή φωλιά τι υπήρχε;
   Για πρόσωπο δεν μπορεί να γίνει λόγος, ούτε, από κάτω, για ανθρώπινα μέλη. Φύρδην μίγδην κάτι ζωντανό, μέσα σε κρεμάμενα κουρέλια. Τίποτ' άλλο.
   Κι όμως, ο Καταΐφ ζούσε. Κι όχι μόνο ζούσε, αλλά είχε και αισθήσεις. Κι όχι μόνο είχε αισθήσεις, αλλά αγαπούσε κιόλας.
   Αγαπούσε την ανάμνηση της αντανάκλασης ενός προσώπου˙ και ερωτευμένος καθώς ήταν με την αντανάκλαση του προσώπου, όλο και έψαχνε, παντού, οπουδήποτε.
   Ερωτευμένος. Ερωτευμένος σε αναζήτηση του αγαπητικού αντικειμένου.
   Το κεφάλι, ή καλύτερα ό,τι σ' αυτόν ήταν κεφάλι, προτεταμένο, λες για να νιώσει πρώτο και γρηγορότερα την μυρωδιά αυτού που τα μάτια πρόσμεναν να αντικρίσουν.  
   Τη νύχτα ο Καταΐφ χωνόταν στην τρύπα ενός βράχου στο Ζεϊντενλίκ, πάνω από τη Θεσσαλονίκη. Γύρω στο μεσημέρι πήγαινε και διπλωνόταν σαν ένα σακί με κουρέλια στα συρματοπλέγματα που περιέβαλλαν τα στρατόπεδα και τα νοσοκομεία εκστρατείας. Του πέταγαν τα αποφάγια από τις καραβάνες και τις γαβάθες των αρρώστων. Μετά περιφερόταν στην πόλη, κι έψαχνε: έψαχνε την αγαπημένη ανάμνηση.
   Τα παιδιά του φώναζαν από πίσω:
   "Πού 'ναι; Πού 'ναι;"
   Το πράγμα είχε ως εξής:
   Ήταν καρναβάλι. Ένα τσούρμο γαβριάδες είχαν πάρει τον Καταΐφ, του είχαν κρεμάσει μια μάσκα στο πρόσωπο, ροζέ με μάτια γαλανά και δυο χείλια όλο χαμόγελο, του είχαν δέσει και μια πατσαβούρα στο κεφάλι.
   Ήταν εκεί κοντά μια γούρνα όπου έφερναν να ποτίσουν τα γαϊδούρια.
   Ο Καταΐφ έσκυψε το κεφάλι στο νερό. Ένα πρόσωπο τον κοιτούσε χαμογελώντας. 
   Ένας από τους πιτσιρικάδες, για να χαλάσει το είδωλο, να το σβήσει, πήδηξε μέσ' στη γούρνα. Οι υπόλοιποι τράβηξαν σκίζοντας τη μάσκα από το πρόσωπο του Καταΐφ.
   Από τότε ο Καταΐφ ψάχνει.
   Ήταν παιδί; Ήταν γέρος; Κι από πότε ψάχνει;
   Ο Αμπαντονάτι δεν ξέρει. Αλλά προσθέτει: "Η μοναδική περίπτωση, σ' ολόκληρο τον κόσμο, απόλυτου ναρκισσισμού".
   Μια νύχτα ξέσπασε μια μεγάλη φωτιά στην πολιτεία, και μια τεράστια μαύρη καλιακούδα.
   Ανεβήκαμε σε ένα σπίτι, ο Αμπαντονάτι κι εγώ, να κατεβάσουμε τα υπάρχοντα μιας οικογένειας Εβραίων.
   Κοίταξα από το παράθυρο, έχοντας αγκαλιά ένα στρώμα.
   Ετοιμαζόμουν να το πετάξω κάτω: στάθηκα.
   Δύο στρατιώτες μαύροι παραμόνευαν έξω από το μπροστινό κοσμηματοπωλείο με την ξιφολόγχη στο χέρι. Ο κοσμηματοπώλης βγήκε από το μαγαζί, μουσάτος, κουβαλώντας μια βαλίτσα γεμάτη θησαυρούς.
   Ένας από τους μαύρους του 'ριξε κατάστηθα με την ξιφολόγχη. Ο άλλος -στο μεταξύ είχε "εμφανιστεί" όπως έκανε πάντα, κι ούτε ήξερες από πού, ο Καταΐφ- έριξε με τη σειρά του σ' εκείνο το κινούμενο κουβάρι από κουρέλια.
   Πάνω στο στρώμα της οικογένειας Χασσόν που το ξαπλώσαμε καταμεσίς στο δρόμο, βολέψαμε προσεκτικά, ο Αμπαντονάτι κι εγώ, τον μουσάτο κοσμηματοπώλη από τη μια μεριά, τον Καταΐφ από την άλλη.
   Για να βεβαιωθώ αν ακόμα απέμενε έστω και μια ικμάδα ζωής κάτω από εκείνο το σωρό από κουρέλια σκόρπια κατάχαμα και ακίνητα πια, ανασήκωσα με το χέρι μου την κιτρινωπή φωλιά, και τότε μονάχα ανακάλυψα ότι κάτω από το καταΐφι υπήρχαν ένα ζευγάρι μάτια. Ανθρώπινα.
   Διάπλατα ανοιχτά. Και συνέχιζαν να ψάχνουν.
   Πάνω στον λόφο του Ζεϊντενλίκ, ένα πρωί, από δεκαπέντε μέρες η πολιτεία είχε πάψει να καπνίζει, να σκοτεινιάζει, δύο σειρές στρατιωτών είχαν παραταχθεί πάνω στη γυμνωμένη γη, κάτω από τον ουρανό όπου είχε αρχίσει να απλώνεται η αυγή. Η πρώτη σειρά με το ένα γόνατο στη γη, όρθια η δεύτερη. Και σε απόσταση, καμιά εικοσαριά βήματα, είκοσι άνδρες καθισμένοι με την πλάτη, καθένας σε μια καρέκλα.
   Από τους είκοσι, οι δυο σα να 'ταν μαύροι.
   Το κροτάλισμα μιας ροκάνας έσκισε τον ακόμα παρθένο αέρα. Λίγος καπνός υψώθηκε, σχηματίζοντας ένα συννεφάκι.
   Τα είκοσι ανθρωπάκια έγειραν στο πλάι κι έπεσαν, παντρεμένο το καθένα με την καρέκλα του. Σαν κάποιος να είχε τραβήξει ένα σκοινί.
   Ποιος τράβηξε το σκοινί;
   Ο μουσάτος κοσμηματοπώλης κρυβόταν, βέβαια, στην ένδοξη πυρκαγιά της αυγής.
   Αλλά ο Καταΐφ, σίγουρα, δεν του έδινε ένα χεράκι.
   Αθώος ζωντανός. Αθώος νεκρός.
   Αθώος.