Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2016

Η αγρύπνια και το όνειρο (Μια ανάγνωση του μυθιστορήματος ‘Η αηδονόπιτα”, Πατάκης 2008, του Ισίδωρου Ζουργού)


της Αρχοντούλας Διαβάτη

Στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα, γύρω στα 1821, ο Θάκερει Λίντον, φτωχός Αμερικανός φοιτητής, αλλά καλοσπουδασμένος από τον προστάτη του με τα κλασικά γράμματα, παράτησε το Χάρβαρντ και πέρασε τον ωκεανό προς την Ελλάδα που τότε ξεσηκωνόταν, σταυροφόρος κατά της απολυταρχίας. Μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Να ξεχάσει τον άτυχο, αποδιωγμένο έρωτά του για την Ελίζαμπεθ, την κόρη του πλούσιου προστάτη, πολεμώντας για την ελευθερία. Ένας επαναστατημένος νέος άνθρωπος, ένα ελεύθερο πνεύμα με μόνους τους αγαπημένους του ποιητές στο μπαούλο του να τον εμπνέουν, ξεκινάει να αγωνιστεί  για την επαναστατημένη Ελλάδα: να ελευθερώσει και να ελευθερωθεί. Ο Μπάιρον είχε προηγηθεί. Εποχή του Βέρθερου και της Λότε. Εποχή του Ρομαντισμού. Τον επόμενο αιώνα οι δυνάμει ποιητές θα ξεκινούν συγκινημένοι για τον εμφύλιο πόλεμο της Ισπανίας και στις μέρες μας ίσως για την στερέωση του σοσιαλιστικού ονείρου στην Κούβα ή το Μεξικό και τη Βολιβία.
Εντωμεταξύ της γράφει. Ανεπίδοτες επιστολές, «ένα κακόμοιρο χρονικό ενός έρωτα κι ενός ονείρου», έτσι τα ονοματίζει αυτά τα γραφτά ο αφηγητής. Επίσης «αηδονόπιτα» γράφει αργότερα για εξώφυλλο στις επιστολές, όπως «χίμαιρα», όπως «άπιαστο ιδανικό», ένα ιστορικό μυθιστόρημα πεντακοσίων ογδονταοκτώ σελίδων στα χέρια μας.
Ευρηματικό είναι ότι όπως στις αντίστοιχες τραγωδίες των κλασικών μας (Πέρσες, Τρωάδες, Εκάβη), οφείλουν να περιγραφούν οι  Έλληνες και ο μύθος της επανάστασης του ’21 αντικειμενικά, αποστασιοποιημένα, κοιταγμένα με τα μάτια ενός ξένου. «Φατρίες, παιχνίδια εξουσίας, φαγωμάρες..» θα διαπιστώνει στο «ημερολόγιό» του για τους νεοέλλληνες ή θα παθιάζεται με την επανάσταση χωρίς το φόβο του εθνοκεντρισμού ή του εθνικισμού.
Το ταξίδι αρχίζει. Νάξος, Θεσσαλονίκη, Θεσσαλικός κάμπος, τα λημέρια του Ολύμπου, η Ρούμελη και τέλος η έξοδος της τραγωδίας, το Μεσολόγγι. Ναι, το έπος των πολιορκημένων είναι από τα πιο δυνατά κεφάλαια του μυθιστορήματος από άποψη έντασης, ατμόσφαιρας, ένας υπαρξιακός αγώνας μέχρις εσχάτων.
Στη Θεσσαλονίκη, όπου φτάνει από σύμπτωση στην οικογένεια του Ασημάκη, ενός πλούσιου εμπόρου παλιότερα, έχουν προηγηθεί σφαγές και βιασμοί από τους Τούρκους. Συγκεκριμένα στο πρόσωπο της θυγατέρας του παλιού φιλικού Ασημάκη, συναντάει τη μοίρα του. Ερωτεύεται τη Λαζαρίνα και η ευθύνη γι’ αυτήν γίνεται η ελευθερία του. (« Ονειρεύομαι μια βουτιά στη λιμνοθάλασσα για να καθαρίσω τα έξω μου-μέσα λάμπω ολοκάθαρος, το χρέος είναι σαν τον έρωτα, ένα σαπούνι που μοσχοβολά»). («Η γυναίκα μου, το παιδί μου, ο σκοπός μου, το ίδιο το αίτιο της εσωτερικής μου ελευθερίας ήταν εκεί»). Ξεκινάει μαζί της να πολεμήσει τους Τούρκους στο πλευρό των Ελλήνων, φτάνοντας στο σημείο να γίνει ο ίδιος μια αμείλικτη πολεμική μηχανή. Ο αγώνας ενάντια στους Τούρκους γίνεται αγώνας για την αυτοπραγμάτωσή του, την ελευθερία του, την επιβίωσή του.
  Ό Παναγιώτης, ο Γιαννακός, ο Ασημάκης, ο Νικήτας, ο Ελισαίος, αλλά και ο Κασομούλης, ο Παπάφης, ο Μιαούλης, ο Μπάιρον, έως  τα «απόνερα της πολιτισμένης Ευρώπης»,  όλα τα πρόσωπα ιχνογραφούνται με φόντο τα γεγονότα της επανάστασης, τη δύσκολη ζωή, τις μάχες, την πείνα, το θάνατο μέχρι τη βραδινή έξοδο του Μεσολογγίου. Πότε σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση και λιγότερο σε τριτοπρόσωπη, ο Γκαμπριέλ διηγείται στην παλιά του αγαπημένη γεγονότα, καταστάσεις, και αισθήματα. Τις τελευταίες λευκές σελίδες όμως αναλαμβάνει να τις γράψει παραδόξως η Λαζαρίνα, σε πρώτο πρόσωπο.
 Ένα βιβλίο είναι ένα κατόρθωμα της γλώσσας. Και η γλώσσα εδώ είναι  το πιο δυνατό σημείο του μυθιστορήματος χωρίς να λείπουν οι λυρικές υπερβολές. ΄Εχοντας αντηχήσεις, αλλά και ρητά παραθέματα κάποτε από τον Σολωμό, τον Καζαντζάκη, τον Μυριβήλη και τη «Ζωή εν τάφω, και το δημοτικό τραγούδι. Είναι οπωσδήποτε η λυρική γλώσσα ενός μάστορα της γραφής. Έτσι η «ανασύσταση της εποχής με όλα τα πραγματολογικά της στοιχεία», που είναι και ομολογημένος στόχος του συγγραφέα, γίνεται με επιτυχία. Το όνειρο του έρωτα και της επανάστασης βγαίνει αληθινό. Ο Γκαμπριέλ ξέρει να στήνει ονειροπαγίδες.
(Ένα καλό σενάριο, μια στιβαρή σκηνοθεσία και το έργο θα γίνει μια συναρπαστική ταινία. Φανταζόμουν συνεχώς στη διάρκεια της ανάγνωσης  τη Μαρίνα Καλογήρου ,στο ρόλο της Λαζαρίνας, να χαιδολογάει «φλουρί μου», τον Γκαμπριέλ. Με άγγιξε ιδιαίτερα θέλω να πω η αύρα της Λαζαρίνας. Θεωρώ πολύ δουλεμένο και ιδιαίτερα συγκινητικό αυτό το χαρακτήρα στο βιβλίο).
Ιδιαίτερα εντυπωσιάζουν στο μυθιστόρημα, εκτός από την έρευνα που έκανε ο συγγραφέας στις πηγές που έχουν σχέση με την εποχή, έτσι ώστε το κείμενο και να κερδίζει σε αληθοφάνεια αλλά και να είναι μεστό σε γνώση και αλλά και  νεανικότητα,  οι περιγραφές και οι παρομοιώσεις σε κάθε σελίδα, για κάθε συναίσθημα, για κάθε σκέψη, μια ανεξάντλητη μηχανή στην υπηρεσία της αφήγησης, με περισσότερη ή λιγότερη επιτυχία.
Παραθέτω μερικές: «τα μάτια της είχαν χάσει πάλι τον εξάντα τους και χάζευαν ...ασυντόνιστα» / «΄Ολος ο αγώνας των Γραικών φαίνεται τώρα πια μες στο μυαλό μου σαν μια μεγάλη αηδονόπιτα» / «Η καρίνα των λογισμών μου μ’ έφερε στη χώρα του Ομήρου» / «Η μοίρα μου είναι σαν ένα στενό ζωνάρι. Με πιέζει, όπως τα σπάργανα τα βρέφη» / «Χώθηκα για τα καλά στις κουρτίνες της βροχής του κάμπου» /«Τον σκέπαζαν όμως νιφάδες θλίψης» /  το μαχαίρι μου το ακόνισα στην πέτρα της άρνησής σου» / «Οι αφροί της πλώρης είναι ο πλακούντας των ονείρων μου» / «Τα μάτια της γριάς ήταν σαν το στημόνι του αργαλειού, ύφαιναν γρήγορα τις πιο κρυφές σκέψεις της Λαζαρίνας» /«Τι όνειρο παλίρροια ήταν κι αυτό. Μόλις που πρόλαβε κι έβρεξε τα χείλη του μέσα της...»/ « Η λαχτάρα μου φουσκώνει σαν το προζύμι» /« Τα βλέφαρά του, που σαν δυο μικρές αυλαίες έπαιζαν τα όνειρά του..» / «Ομόκλινος της αγρύπνιας» / « Αίμα από βόλια και αίμα από λέξεις» / « Εγώ ήμουν μια παλίμψηστη περγαμηνή που τη διάβαζε με ευκολία, μια  περγαμηνή όπου αναγνώριζε όλα τα σβήσε γράψε της ψυχής μου»/ Όπως η σουπιά, ξερνάω μελάνι κι εγώ όταν βρίσκομαι σε ταραχή...στο χαρτί» / «Σαίτευε ο νους..» / « Η εικόνα της αγγλικής σημαίας χώθηκε στο μάτι μου σαν αγκίδα»/ «Πού το ’κρυβε τόσο νερό στις μασχάλες του ουρανού;» / «Παρατηρούν τη σταγόνα του χρόνου να παχαίνει και να πέφτει...» / «Οι σκεπές, οι τοίχοι, όλα έμοιαζαν σαλιωμένα από το χνότο του ποταμού». /«Πάνω από τα αραχνιασμένα δοκάρια της οροφής είχε τρύπες πολλές που στράγγιζαν το φως της μέρας…»/« Σύνευνος του ποταμού» / «Έτσι όπως είμαι ανάδρομος και πλέω ανάποδα στην κοίτη του ποταμού καθώς όλοι οι Ρωμιοί κατηφορίζουν..»/«Χαζεύοντας την ψιχάλα που σγούραινε την επιφάνεια της λιμνοθάλασσας…»   / « Το ’χε τώρα στο στόμα του, όνειρο βιαστικό και άχαρο, με χνούδι, σαν άπλυτο ροδάκινο.» /«Αυτός ο πολιτισμός μου έφαγε τη φύση μου, όπως το σαράκι το ξύλο»/ «Αυτά που λες είναι ακόμα ένα φιδοπουκάμισο»/ «Εδώ και τέσσερα χρόνια ο αγώνας σας είναι η εκκλησία μου» /«Τις τρίχες των μαλλιών της, όλο αυτό το σγουρό αλφαβητάρι που στολίζει το κεφάλι της./ «Ο ήλιος του χειμώνα είναι λιπόσαρκος, κουτσός σαν εμένα κι ανήμπορος» / «Θαρρεί πως όλες αυτές οι αναμνήσεις είναι ασπρόρουχα και θέλει να τα πλύνει στο ποτάμι. Τρίβει με χάδια όλους τους παλιούς φόβους σα λεκέδες»  /«Ξεροί λόφοι μέσα από τις κοίτες του ανέμου» /Τα μαλλιά της γυάλιζαν σαν τη ράχη των χελιδονιών / «H Λαζαρίνα ξινίστηκε με όλ’ αυτά» 
 Το εύρημα των επιστολών προς την πρώτη άτυχη αγάπη του, αφύσικο μετά και από τον έρωτά του για τη Λαζαρίνα, στο τελευταίο μέρος του μυθιστορήματος μοιάζει να δικαιώνεται. Μιλά στην Ελίζαμπεθ, που ήταν τελικά η ετεροθαλής του αδερφή. Όπως ο Μπάιρον είχε ερωτευτεί κι αυτός την αδερφή του. Βρισκόμαστε βέβαια στον καιρό του  Ρομαντισμού!    
Το κυκλικό κλείσιμο του μύθου μετά τα πέντε χρόνια πολέμου, (1821-1826 και 1869 ), «το μισό Ίλιον», όπως αναφέρει, τον φέρνει μετά τις μάχες που έδωσε για να αυτοπραγματωθεί, να νοηματοδοτήσει τη ζωή του μ’ έναν έρωτα κι ένα ιδανικό, στη γενέθλια πόλη.
                                         
Σε ένα είδος επιμέτρου –που θα μπορούσε και να λείπει-  βλέπουμε την εξέλιξη της ιστορίας: οικογένεια από ένα ελληνόπουλο και δυο τουρκάκια, κληρονομιά, θάνατος του Γκαμπριέλ και ήσυχα, δικαιωμένα γεράματα για τη Λαζαρίνα, στην αντίστοιχα γενέθλια πόλη της . Σημειώνουμε τέλος ότι οι άγνωστες ιδιωματικές λέξεις εννοείται ότι είναι πολύ περισσότερες από όσες αποταμειέυονται στο γλωσσάρι, στο τέλος του βιβλίου, και η ταυτόχρονη με την ανάγνωση αναζήτησή τους είναι ιδιαίτερα προβληματική. Επίσης η ορθογράφηση κάποιων λέξεων: γείραμε, ήσκιος, φαίνεται κάπως ανοίκεια. Το εξώφυλλο, παλιά λιθογραφία με θέμα τον πόλεμο-παιχνίδι των παιδιών είναι ήδη ένα πετυχημένο αντιπολεμικό σχόλιο. Θα θέλαμε για συμπέρασμα να τονίσουμε ότι η αηδονόπιτα είναι ένα μοντέρνο και ευαίσθητο ιστορικό μυθιστόρημα, ατμοσφαιρικό και νεανικό. Νεανικό κυρίως για την αναζήτηση ταυτότητας μέσα στην παγκόσμια ανθρώπινη γλώσσα των καιρών μας και νοήματος για τη ζωή.


Η ανωτέρω βιβλιοκρισία πρωτοδημοσιεύτηκε στο Κοζανίτικο λογοτεχνικό περιοδικό ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ, του Βασίλη Καραγιάννη, τεύχος 146.

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2015

Φως στο σχοίνισμα της γραφής


Της Αρχοντούλας Διαβάτη

Για το μυθιστόρημα του Γιάννη Ατζακά Φως της Φονιάς (εκδ. Άγρα).

Το Φως της Φονιάς (2013), το τέταρτο πεζογραφικό βιβλίο του Γιάννη Ατζακά, τρίτο μέρος της άτυπης αυτοβιογραφικής τριλογίας του, που άρχισε με τη νουβέλα Διπλωμένα φτερά (2007) και τον βραβευμένο Θολό βυθό (2008). Ακολούθησε βέβαια το Κάτω από τις οπλές, (2010), άλλης δομής και τεχνικής, εμβόλιμη στην τριλογία νουβέλα.
Στο Φως της Φονιάς  ο συγγραφέας έχει να επινοήσει τον έφηβο Γιάννη, το ορφανό του αντάρτη, που γυρνάει στο νησί του, στον Θεολόγο Θάσου μετά από οκτώ χρόνια περιπλάνησης στις παιδοπόλεις της μετεμφυλιακής Ελλάδας –τα τελευταία τρία χρόνια φιλοξενούμενος στη Θεσσαλονίκη, στην παράγκα του θείου του– για να ξαναφύγει το φθινόπωρο πάλι για την Καβάλα, όπως αποφάσισε –παρόλο το δραματικό της οικονομικό στένεμα– η γιαγιά του που τον στέλνει και τελειώνει εκεί το γυμνάσιο, με όλο και μεγαλύτερες επιτυχίες, κερδισμένες φιλίες, λογοτεχνικά διαβάσματα που σφραγίζουν τη ζωή του και έναν καθηγητή του που εμπνέει και εμπνέεται, νιώθοντας να παίρνει υπόσταση η διδασκαλία του από ένα παιδί με τα δικά του χαρακτηριστικά. Εδώ τον βρίσκει το γράμμα του χαμένου εξόριστου πατέρα, εδώ και ο έρωτας. Πρέπει και με τα δυο να αρχίσει και να τελειώσει. Με την αμφιθυμία του κατ’ αρχάς απέναντι σε έναν πατέρα που έρχεται κυριολεκτικά από τον άλλο κόσμο με ένα γράμμα του, μέχρι να εμφανιστεί στο τέλος της αφήγησης και της αλληλογραφίας, βοηθώντας από μακριά τον γιο που παραμέλησε τόσα χρόνια. Κι από την άλλη, με έναν δύσκολο ανεπίδοτο έρωτα που αξιώνεται να νιώσει και πηγαινοέρχεται από τότε αμήχανος στους δρόμους του νησιού και καιροφυλακτεί και παραφυλάει να δει τη φιγούρα της στο παράθυρο και περιδιαβαίνει τις εξοχές και τα ξωκκλήσια του νησιού με τη μαχαιριά της αγάπης κρυμμένη απ’ όλους, μοναχικός, θαμπωμένος, με τη μυστική μουσική που έγινε τώρα βόμβος και κείνο το απαλό φως άναψε πάλι μέσα του, έγινε φωτιά κόκκινη. Το παιδί που έχει τα λόγια λίγα κοιτάει μεθυσμένο το φως της Φονιάς, μάρτυρα της δοξαστικής ομολογίας του έρωτα, συνεκδοχή του άφθαρτου πρώτου πάθους, λυδία λίθο όπου δοκιμάζονται αισθήματα, σκέψεις και ιδέες, τα τρία αυτά φωτεινά καλοκαίρια, όσα θέλησε ο συγγραφέας να περάσει ο έφηβος Γιάννης στο νησί. Είναι γόνιμη η μοναξιά επειδή είναι δύσκολη. Η πρώτη μόνωση του έρωτα, καιρός μαθητείας και εγκλεισμού, κατά τον Ρίλκε, στα Γράμματα σε ένα νέο ποιητή.
Πίκρα και ματαίωση αλλά να που υπάρχουν ευτυχώς δυο τρεις φίλοι που πιστεύουν σ’ αυτόν, τον συντροφεύουν και τον ενθαρρύνουν να αναζητήσει από την άλλη πλευρά της δοκιμασίας την ταυτότητά του, την πηγή ίσως της συγγραφικής του συνείδησης, να αυτοπροσδιοριστεί, να βρει ακόμα το σχοίνισμα της γραφής, έναν άλλο έρωτα, και να τον κάνει μοίρα του, βάζοντας σε λέξεις τα παιδικά του βάσανα με τις περιπλανήσεις του στις παιδοπόλεις και την τωρινή ανένδοτη αγάπη του, ως συγγραφική ύλη.
Όπως στον συγγραφέα ως καλλιτέχνη του Τζόις είναι ολόκληρο το μυθιστόρημα μια διαδικασία εξέλιξης ωρίμανσης και χειραφέτησης μέσα από την οποία ο έφηβος ήρωας συγγραφέας βγαίνει από τα σκοτάδια του τραυματισμένου εαυτού και του καιρού του, γράφοντας ένα σπαρακτικό κείμενο εξαιρετικής συγκίνησης.
Είναι αυτοβιογραφία, και είναι γνωστό πως και η αυτοβιογραφία είναι κι αυτή μια αφηγηματική τεχνική, αφού το τι θα επιλέξει να πει και τι όχι για τα πράγματα ο συγγραφέας είναι η δική του μυθοπλασία, ο δικός του διάλογος με την Ιστορία.
Ο χρόνος της αφήγησης είναι γραμμικός μέσα από την τριτοπρόσωπη μονοεστιακή αφήγηση με το προσωπείο του Γιάννη Αρχοντή, το alter ego του συγγραφέα, ενίοτε και τη χρήση του ελεύθερου πλάγιου λόγου, χωρίς τις μοντερνιστικές εναλλαγές προσώπου ή τα φλασμπάκ που είχαμε στο πρώτο και στο δεύτερο βιβλίο. Το Φως της Φονιάς, εικόνες επιζωγραφισμένες μιας κλειστής αγροτικής κοινωνίας του ‘50, είναι ένα μυθιστόρημα διάπλασης, bildungsroman, κατά το δυτικοευρωπαϊκό πρότυπο, μαθητείας και μύησης, με την περιπλάνηση και τις δοκιμασίες του ήρωα υπαγορευμένες άλλωστε από τις ιστορικές συνθήκες της μετεμφυλιακής Ελλάδας, μια και η αγροτική κοινωνία της Θάσου, υπό βουλγαρική κατοχή στη δεκαετία του '40, με συμπλοκές “το κακορίζικο΄49” ανάμεσα σε αντάρτες, χωροφύλακες και Mάυδες, είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει να ενταχτεί ο νεαρός ήρωας, τώρα που γύρισε –οκτώ χρόνια μετά– από τις παιδοπόλεις για να γίνει από παιδί της Φρειδερίκης, το παιδί του αντάρτη, κι όχι απλά να τριγυρνάει ερωτευμένος στη φύση όπως ο Γλαύκος –στο ταξίδι με τον Έσπερο– του Άγγελου Τερζάκη ή ο Λοίζος στην Ερόικα, του Κοσμά Πολίτη  – αντίστοιχα ελληνικά μυθιστορήματα διάπλασης της γενιάς του ’30.
Είναι νομίζω η Φονιά ένα κατόρθωμα της γλώσσας θαυμαστό που δημιούργησε ο συγγραφέας με τη μνήμη και τη φαντασία του. Tοιχογραφία της ελληνικής επαρχίας της δεκαετίας του πενήντα με γλαφυρή, απροσδόκητη κάποτε, τη ντοπιολαλιά του νησιού, ανοίκεια και προς τον ίδιο τον ήρωα που γυρνάει ως ξένος, τις χοντράδες του γερο Ανέστη και της Κονταργυρής ή τις τρεις γριές Καπνηρίνες και τόσους άλλους ήρωες ταπεινούς της καθημερινότητας, ένα σύμπαν παπαδιαμαντικής αγιότητας. Oπωσδήποτε ούτε ενδοσκόπηση χωρίς ιστορικότητα είναι ούτε και ηθογραφία –αφού υπάρχει έντονη τόση αγωνία για το ψυχογράφημα του ήρωα και τη νοηματοδότηση της ζωής, σε επαφή πάντοτε με την ιστορική πραγματικότητα– και το σπουδαιότερο, έχει κερδηθεί ένα μοναδικό στοίχημα: η αλήθεια της επαρχιακής νησιωτικής κοινότητας, όπου μεγαλώνει ένα μικρό δέντρο κόντρα σε τόσους ενάντιους ανέμους, να γίνει μια στέρεη οικουμενική αλήθεια.

·        Η ΑΡΧΟΝΤΟΥΛΑ ΔΙΑΒΑΤΗ είναι συγγραφέας και εκπαιδευτικός.

Πηγή: http://www.bookpress.gr/kritikes/pezografia/atzakas-giannis-agra-fos-tis-fonias


Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2014

Ο Ιώβ του Joseph Roth

Ο Ιώβ του Joseph Roth

από τον Αναστάσιο Ντούρο




Ο Μέντελ Σίνγκερ, ένας ήρεμος, φιλήσυχος “ανθρωπάκος”, ένας τιποτένιος δάσκαλος της Τόρα, μετατρέπεται σε ένα τραγικό «μεγάλο» ήρωα που κάνει την επανάσταση του σε μια ξένη χώρα που ενώ ουδέποτε είχε σκεφτεί να ζήσει σ' αυτή, φτάνει η στιγμή που πρωτοστατεί και ξεσηκώνει την φαμίλια του για το μεγάλο ταξίδι. Στη χώρα αυτή μαθαίνει να ζει μακριά από την τυπική, συνηθισμένη και απόκοσμη ζωή του, ζει την ευτυχία ενός πετυχημένου γιού, βιώνει την αποτυχία της “παρανοϊκής” κόρης του, λούζεται από την θλίψη του θανάτου της γυναίκας του και τέλος λυτρώνεται μέσα από το θαύμα της εμφάνισης του πρώην παραπληγικού γιού του που είχε αφήσει πίσω στην πατρίδα.
Ο Μέντελ Σίνγκερ, ένας κατ' οίκον περιορισμένος δάσκαλος σε κάποιο απομακρυσμένο χωριό της Γαλικίας, χάνει την πίστη του και μαζί μ' αυτήν χάνει την ελπίδα και την προσδοκία της σωτηρίας. Όλος του ο κόσμος γκρ

εμίζεται. Όλα όσα υμνούσε και δοξολογούσε, μέσα σε μια στιγμή μετατρέπονται σε ένα κόσμο βασανιστικό, που ο ίδιος δεν έχει (και δεν διεκδικεί) καμία θέση. Το μόνο που θέλει είναι να γυρίσει στην πατρίδα και να ταφεί στα πατρικά εδάφη. Η πίστη του εξανεμίζεται όπως το λιβάνι σαν έρθει σε επαφή με το φλογισμένο κάρβουνο, αλλά αντί ευωδιασμού αποπνέει μυρωδιά καμένης σάρκας, της δικής του σάρκας που καίγεται από μια εσωτερική φωτιά, η ίδια που κάποτε του έδινε δύναμη και κουράγιο. 
O
Joseph Roth το 1918
Η οργή του τον ξεπερνά. Η οργή του τον οδηγεί στην πλήρη επανάσταση. Φτάνει σε σημείο να αποζητά την καύση του ίδιου του Θεού, του δικού του Θεού, τον μόνο που έμαθε να αγαπά σε όλη του τη ζωή. Και ύστερα έρχεται το θαύμα και βάζει τη ζωή του σε μια τάξη ξανά. Γίνεται κυρίαρχος του εαυτού του. Αρχίζει να ελπίζει. Η πίστη επιστρέφει και είναι τόσο ζωοδότρα, όπως το οξυγόνο που του επιτρέπει τις αναγκαίες ανάσες.
Το βιβλίο του Joseph Roth είναι ένα ατόφιος λογοτεχνικός θησαυρός.
Ένα έργο που μιλάει για την πίστη και πως την χάνεις, αλλά και για τα θαύματα που σε οδηγούν στην επανάκτηση της.
...Ήταν μια μέρα λαμπερή και ζεστή. Ο Μέντελ και η Δεβώρα είχαν καθίσει βλέποντας μπροστά – κι απέναντι τους ήταν η Μύριαμ, ο Μακ και ο Σαμ. Το βαρύ αμάξι κυλούσε στους δρόμους με τόση φασαρία, με τόση άγρια δύναμη, που του Μέντελ Σίνγκερ του φαινόταν ότι σκοπό είχε να κομματιάσει πέτρες και άσφαλτο μια για πάντα και να γκρεμίσει τα ίδια τα θεμέλια των σπιτιών. Ένιωθε κάτω από το κορμί του το δερμάτινο κάθισμα να καίει σαν φούρνος αναμμένος. Παρόλο που προχωρούσαν στη σκοτεινή σκιά των ψηλών τοίχων, η ζέστη χυνόταν σαν γκρίζο λιωμένο μολύβι, περνούσε μέσα από το παλιό καλπάκι από μαύρο κρέπι, έσταζε πάνω στο κεφάλι του Μέντελ, χωνόταν μέσα στο κρανίο του και άναβε το μυαλό του το 'νιωθε υγρό, πηχτό, καυτό, να φλέγεται από τον πόνο. Από την ώρα που έφτασαν, δεν είχε κοιμηθεί παρά ελάχιστα, με το ζόρι είχε βάλει δύο μπουκιές στο στόμα του, δεν είχε πιει σχεδόν τίποτα. Φορούσε βαριές μπότες με λαστιχένιες γκέτες, σαν αυτές που φορούσαν όλοι στην πατρίδα. Και τα πόδια του καίγονταν, σαν να 'ταν βουτηγμένα στα κάρβουνα. Σφιγμένη ανάμεσα στα γόνατα του κρατούσε την ομπρέλα του' η ξύλινη λαβή της ζεματούσε, σαν να 'ταν από πυρωμένο σίδερο. Μπροστά στα μάτια του Μέντελ ανέμιζε ένα πυκνό πέπλο υφασμένο από σκόνη, καπνιά και κάψα. Θυμήθηκε την έρημο, μέσα στην οποία βάδιζαν σαράντα ολόκληρα χρόνια οι πρόγονοί του. Μα εκείνοι πήγαιναν τουλάχιστον με τα πόδια, είπε μέσα του. Η ξέφρενη ταχύτητα με την οποία προχωρούσαν τώρα, σου 'δινε την ψευδαίσθηση πως φυσούσε, αλλά δεν φυσούσε προκαλούσε ένα ρεύμα αέρα μα ήταν ένας αέρας πυρωμένος, η καυτή ανάσα της κόλασης. Αντί να δροσίζει, έκαιγε. Ο αέρας δεν ήταν αέρας. Ήταν καμωμένος από θόρυβο και φωνές, από σαματά ασταμάτητο. Ήταν ένα πανδαιμόνιο: εκατοντάδες αόρατες καμπάνες που ούρλιαζαν στριγγά, μεταλλικά αγκομαχητά τρένων που μούγκριζαν απειλητικά, αμέτρητες σάλπιγγες που έκλαιγαν στη διαπασών, τα ικετευτικά σφυρίγματα των τροχών στις στροφές των δρόμων, οι βροντερές φωνές του Μακ που εξηγούσε την Αμερική στους επιβάτες του κάνοντας τα χέρια του χωνί –πανίσχυρο μεγάφωνο, τα μουρμουρητά των ανθρώπων γύρω τους, το δυνατό γέλιο ενός άγνωστου συνεπιβάτη πίσω από την πλάτη του Μέντελ, τα ασταμάτητα λόγια, που εκσφενδόνιζε ο Σαμ στα μούτρα του πατέρα του, λόγια που ο Μέντελ δεν καταλάβαινε –λόγια, όμως, στα οποία ένιωθε την πιεστική ανάγκη ν’ απαντάει γνέφοντας ασταμάτητα, μ’ ένα φοβισμένο και συνάμα φιλικό χαμόγελο, που έσφιγγε τα χείλια του σαν τανάλια σιδερένια και τον πονούσε.
Ακόμα και αν έβρισκε το κουράγιο να κρατήσει το πρόσωπο του σοβαρό, όπως θα ταίριαζε με την κατάσταση του, δεν θα μπορούσε να ξεκολλήσει το χαμόγελο από τα χείλια του. Δεν είχε τη δύναμη ν’ αλλάξει το ύφος του. Οι μύες του προσώπου του είχαν παγώσει. Θα προτιμούσε να ξεσπάσει σε κλάματα σαν μικρό παιδί. Μύριζε την αψιά μυρωδιά της πίσσας από την καυτή άσφαλτο, τη στεγνή ξερή σκόνη στον αέρα, την ξινή λιπαρή αποφορά από τους υπονόμους και τα τυράδικα, τη διαπεραστική μυρωδιά των κρεμμυδιών, τη γλυκιά μυρωδιά της καμένης βενζίνας από τα αυτοκίνητα, τη σάπια βαλτωμένη μυρωδιά από τα ψαράδικα, τα χιονολούλουδα και τη φαινόλη από τα μάγουλα του γιού του. Κι όλες αυτές οι μυρωδιές ενώνονταν στον καυτό αέρα, που τον χτυπούσε καταπρόσωπο, γινόταν ένα με το σαματά που γέμιζε τ’ αυτιά του. Το κρανίο του κόντευε να σκάσει. Έφτασε γρήγορα να μην ξέρει πια τι άκουγε, τι έβλεπε, τι μύριζε. Συνέχιζε να χαμογελάει, συνέχισε να γνέφει. Η Αμερική ορμούσε μέσα του, η Αμερική τον κομμάτιαζε, τον έκανε θρύψαλα. Λίγα λεπτά αργότερα λιποθύμησε…
Σελ. 117 -118
Joseph Roth

ΙΩΒ

Η ιστορία ενός απλού ανθρώπου
Εκδόσεις ΑΓΡΑ, Ιούλιος 2013, μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου