Σελίδες

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2014

Ο Θωμάς Κοροβίνης γι' αυτούς που αγαπάει

Από τον Χρήστο Παρίδη 

Ο Θεσσαλονικιός φιλόλογος, συγγραφέας, τραγουδοποιός, τραγουδιστής και ό, τι άλλο μπορεί κανείς να του αποδώσει στο χώρο της λογοτεχνίας, της μουσικής και της καταγραφής του λαϊκού μας πολιτισμού αλλά και άλλων γειτονικών μας λαών, επιστρέφει με μια πρωτότυπη έκδοση. Συνέλεξε, αποθησαύρισε, και σχολίασε ποιητές, συγγραφείς και στιχουργούς που τον επηρέασαν στην πολύχρονη σχέση του με τη λογοτεχνία και το τραγούδι. Παρακάτω εξηγεί την οπτική με την οποία τους αξιολόγησε ώστε να καταλήξει στους 88 πιο αγαπημένους του δημιουργούς.

Πώς πήρες την απόφαση γι αυτήν την ανθολόγηση;

Η απόφαση ήταν του εκδότη Παπαγεωργίου στην οποία τσίμπησα γιατί πάντα με ενδιέφερε να ψάχνω τις αναφορές μου. Ήταν μια πρόκληση για μένα, μια καταβύθιση στην προσωπική μου μυθολογία σε σχέση με τη λογοτεχνία, τις επιδράσεις, τις γνωριμίες με πρόσωπα. Είχα πάντα στο νου μου τη διαπίστωση ότι αυτήν τη μυθολογία την ενώνει μια θλιβερή νοερή αλυσίδα από τον Μακρυγιάννη μέχρι τον Γκάτσο. Θλιβερή ως προς το βαθύτερο όραμα της ρωμιοσύνης, γιατί η αυτοδιάθεση του ελληνισμού δεν βρήκε ακόμα σάρκα και οστά, και όσο και αν ακούγεται μεμψίμοιρο και ξεπερασμένο, η ιστορική αδικία του γένους δεν αποκαταστάθηκε ακόμα. Αυτό ανάμεσα στους πνευματικούς μας ταγούς έχει πολλούς εκφραστές. Είχε λοιπόν πάρα πολύ ενδιαφέρον, ένας άνθρωπος που έχει ασχοληθεί με τα γράμματα και έχει έργο, να ομολογήσει, να σκαλίσει - αν και δεν θέλει πολύ ψάχνοντας την αλήθεια.
Κάποιους σε βοήθησε η τύχη να τους γνωρίσεις προσωπικά, άλλους μέσα από το έργο, άλλους μέσα από το έργο και τη ζωή, άλλοι σε άγγιξαν αλλά δεν έτυχε να τους γνωρίσεις.

Πάντως διατρέχοντας το βιβλίο σου και τα σχόλια σου, δίνεις την εντύπωση ότι αυτό που σε καίει δεν είναι η ιστορική διάσταση του καθένα, αλλά η υπαρξιακή τους αγωνία και βέβαια ένας λυρισμός που εσύ τον ταυτίζεις με την κοινωνικής τους κριτική.

Βέβαια! Η κοινωνική διάσταση των πραγμάτων που όμως σε κάποιους δεν είναι τόσο ευδιάκριτη, όπως στον Νίκο Αλέξη Ασλάνογλου στον οποίο φαίνεται περισσότερο το υπαρξιακολυρικό του στοιχείο που τον απασχολεί. Αντιθέτως, τον Σεφέρη και τον Ελύτη τους απασχολεί η μοίρα του γένους, και πάνω σ' αυτό τον άξονα βασίζεται το έργο τους.

Αναφερόμαστε σε τρεις λογοτέχνες οι οποίοι ανήκαν στα ανώτερα κοινωνικά και ταξικά στρώματα σε σχέση το μέσο δημιουργό της εποχής τους.

Ναι, αλλά υπάρχει η συναισθησία. Κάτι που μπορεί να κάνει κάποιον να αποδώσει σε ανώτερο ύφος και ακρίβεια την κοινωνική κατάσταση. Δεν είναι ανάγκη να πενθώ καθημερινά αλλά να μπορώ άνετα να μπω στη θέση του πενθούντος. Να έχω τη συνείδηση, τη συναίσθηση και τον πόνο των ανθρώπων και των πραγμάτων που λέει και ο Καρυωτάκης. Χωρίς να πενθώ ο ίδιος αλλά προσλαμβάνοντας το κοινό πένθος. Κι ο Σαχτούρης δεν δούλεψε ποτέ αλλά ο πόνος του εκφράζεται. Ο κοινωνικός πόνος δηλαδή, μέσα από ένα υπερρεαλιστικό τρόπο. Ο εμφύλιος με τις παραφυάδες του το καθορίζει όσο τίποτα άλλο, άσχετα το πώς το δίνει ο άνθρωπος. Ο σπαραγμός που οδήγησε σε τραγικές καταστάσεις στην εποχή του, τον πυρώνει συνεχώς και εκ των πραγμάτων δίνει ποιήματα προς αυτήν την κατεύθυνση με έναν άλλο τρόπο διαφορετικό από τους κλασσικούς αριστερούς.

Έτσι ανθολογείς προσωπικότητες συχνά αντικρουόμενες μεταξύ τους, τόσο αισθητικά όσο και κοινωνικά. Αυτό έχει ενδιαφέρον αλλά γεννά το ερώτημα των αντιθετικών και αντιφατικών επιρροών σου.

Σημασία έχει η πρόσληψη του ανθολόγου – συγγραφέα. Δεν είναι ανάγκη να είναι σε μία γραμμή. Είναι όντως αρκετά διαφορετικοί αλλά έτσι είμαι κι εγώ, ένα πλάσμα που το καίνε πολλές ηλιαχτίδες. Δεν είμαι μονοδιάστατος. Ο υπερρεαλισμός τον οποίο μελέτησα και με άγγιξε με σφράγισε όσο και η δημώδης ποίηση. Αυτό δεν συμβαίνει σε πολλούς. Επίσης πολλές προσωπικότητες έλαμπαν όταν ήμουν νέος και πρόλαβα και τους γνώρισα. Αυτό ήταν καταλυτικό στην πρόσληψη μου του έργου τους.

Δεν απομυθοποίησες κάποιους από αυτούς όταν τους γνώρισες από κοντά;

Βέβαια. Μπορούν να συμβούν δύο πράγματα. Είτε να απομυθοποιήσεις κάποιον τελείως γιατί η γήινη επαφή μπορεί να σε προσγειώσει ανωμάλως και να φύγει τελείως ο θρύλος που έχεις δημιουργήσει για το πρόσωπο είτε να υπερμεγεθυνθεί αν η προσέγγιση στον άνθρωπο, το ταίριαγμα, η αύρα του σε πάει και ταιριάζετε. Αλλά σε μια ανθολογία δεν κλείνεις ταμείο, βάζεις τους μύθους σου. Πνευματικοί άνθρωποι που αποτελούν εναύσματα ή παραμέτρους, πλαϊνές ή κύριες της προσωπικής σου μυθολογίας. Υπάρχουν στις εισαγωγές μου και κάποιες κρίσεις αλλά μέσα από έναν θαυμασμό. Πρόκειται για αποσταγμένα πράγματα. Παρολ΄αυτά έχω την ευθυκρισία να ξεχωρίσω το έργο από την προσωπικότητα κάποιου. Προτιμώ βέβαια να υπάρχει σύμπνοια έργου και ιδιοσυγκρασίας αλλά δε συμβαίνει πάντα. Στο βιβλίο μπορεί ας πούμε ο Ελύτης να φαίνεται πιο απομυθοποιημένος από τον Χριστιανόπουλο γιατί ο δεύτερος είναι ένα κομμάτι από τη ζωή μου. Μαζί με τη βαθιά σχέση υπάρχει και η τριβή που σου δίνει όλη τη πραγματικότητα του άλλου και δεν είναι όλα ρόδινα. Επειδή λοιπόν υπάρχει και η βιωματική πλευρά με τον Χριστιανόπουλο, εμφανίζεται και η αρνητική πλευρά, ενώ στον Ελύτη δεν μου αποκαλύφθηκε για να την παραθέσω.


Αλλά μου κάνει εντύπωση που συνταιριάζεις τον Χριστιανόπουλο με τον Ρίτσο, δύο αντιφατικές περιπτώσεις. Ο ένας εξομολογητικός και ο άλλος στρατευμένος σε κάτι έξω από τη φύση του έρωτα του.

Ήταν όντως η ιδεολογία του τέτοια που τον δέσμευε με το κόμμα. Αλλά στη Σονάτα του σεληνόφως δεν έχει σημασία αν είναι άντρας ή γυναίκα. Σπαραγμένη μέσα σε μια ερειπώδη κατάσταση ολομόναχη. Η εξουθένωση του ανθρώπου αν αποδοθεί μέσα στο λογοτεχνικό κόσμο με έναν τρόπο καίριο, ολοκληρωμένο, εντυπωσιακό και πειστικό, για μένα είναι μια ενδιαφέρουσα και συμπαθής περίπτωση. Το πώς δεν έχει σχέση. Ασφαλώς οι άνθρωποι που είναι πιο τσαλαπατημένοι σαν τον Χριστιανόπουλο μου είναι πιο οικείοι.

Ακόμα και περιπτώσεις όπως ο Ταχτσής και ο Χατζιδάκις είναι δύο αντίθετες προσωπικότητες στις οποίες εσύ βρίσκεις κοινά με σένα στοιχεία.

Δεν είμαι ο κοινός ανθολόγος που προσπαθεί να είναι αντικειμενικός. Κάτι από όλους έχω. Σε άλλους βρίσκω κοινά στις ερωτικές αναζητήσεις, σε άλλους την ποιητική έκφραση, σε άλλους στη λαϊκή θυμοσοφία, με άλλον μία κοντινή κοινή γραμμή στη πεζογραφία, όπως με τον Ιωάννου αλλά δεν υπάρχει ταύτιση. Με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο υπάρχει πλήρης διάσταση. Εγώ είμαι μια εκρηκτική εξωστρεφής προσωπικότητα με πολλαπλές κοινωνικές ζυμώσεις κι εκείνος με μια προβεβλημένη κοινωνικότητα ως μοναχικότητα. Εγώ είμαι μέσα στα ρεμπέτικα, το αλκοόλ, τους καπνούς και την ερωτική κραιπάλη κι εκείνος τα ζει μέσα στο σπίτι.

Είσαι μάλλον ο μοναδικός που δίνεις ισότιμη αξία στον στιχουργό με τον μεγάλο ποιητή. Δίπλα στον Καβάφη και τον Παπαδιαμάντη εμφανίζονται ως ισότιμοι η Παπαγιαννοπούλου, ο Βαμβακάρης και ο Άκης Πάνου και άλλοι.

Όντως μόνο εγώ το κάνω αυτό. Έβαλα τον Βίρβο δίπλα στον Καβάφη. Αλλά είναι τα πρόσωπα της ανθολογίας μου. Αυτό που εξηγώ και στον πρόλογο μου, είναι ότι η αρτιότητα της λαϊκής ποίησης αυτών των ανθρώπων είναι εξέχουσα. Ο Βίρβος είναι ο πιο άρτιος λαϊκός στιχουργός, δηλαδή λαϊκός ποιητής. Το δημοτικό τραγούδι μας, που έχει αγνοηθεί λόγω του ότι το εκμεταλλεύτηκε η δικτατορία, ως προς την καλλιτεχνική του αρτιότητα είναι ένα κομψοτέχνημα.

Δεν το συμπεριέλαβες όμως.

Δεν ήθελα να βάλω ανώνυμους. Ούτε καν τον Μακρυγιάννη. Ξεκινώ από τα τέλη του 19ου αιώνα, από τον Παπαδιαμάντη.

Δεν θα έλεγες ότι σε μία τόσο προσωπική ανθολογία υπάρχει περίπτωση να εντάξει κανείς και μετριότερους λογοτέχνες;

Υπάρχει. Ο Παπανικολάου του Μεσοπολέμου, ναρκομανής και ομοφυλόφιλος, έγραψε ελάχιστα ποιήματα και εμένα μου αρέσουν σχεδόν όλα. Ομοιοκατάληκτος στίχος, πολύ μεστός, έχει μία κορύφωση πόνου που δεν την έχω δει σε πολλούς. Η Πολυδούρη πάει προς αυτόν αλλά πιο ρομαντική.

Θέλησες να του αποδώσεις μια αναγνώριση και μια αξία;

Υπάρχουν όλοι στη γραμματεία. Μόνο οι λαϊκότεροι δεν υπάρχουν. Βάζω τον Σαββόπουλο ως ποιητή αλλά και τον Παπάζογλου που έγραψε λιγότερο, μπαίνει η προσωπικότητα και το βίωμα. Ο Ρασούλης βέβαια είναι στιχουργός – ποιητής. Αλλά γεννήθηκα με το τραγούδι κι ας θεωρείται από κάποιους παρακατιανό ως στίχος. Κι ενώ το συμπυκνωμένο νόημα του στίχου ενός Τσιτσάνη ενός Βαμβακάρη μπορεί να μιλήσει πιο ουσιαστικά από τους περισσότερους δεν θεωρείται υψηλή ποίηση.

Όλες αυτές οι επιλογές απαρτίζουν εντέλει μια σου αυτοβιογραφία...

Είναι! Ήμουν εξομολογητικός και αυτοαναφορικός, αλλιώς θα γινόταν μία ξερή ανθολόγηση με ελάχιστα λόγια για τον καθένα. Εδώ υπερτερεί η πρόζα με αρκετή ανεκδοτολογία. Αν είχα γνωρίσει τον Ταχτσή θα ήταν αλλιώς. Με τον Χατζιδάκι έφαγα μία φορά και αυτό επέδρασε από τον να μην τον είχα γνωρίσει.


Βάζεις και συνομήλικους σου.

Μόνο τον Σκαπαρδώνη και έχει να κάνει ακριβώς με το ότι είναι συνομήλικος και καλός πεζογράφος. Μετά βάζω κάποιες γυναίκες που είναι μεγαλύτερες μου και τον Δημητριάδη, προσωπικό φίλο του οποίου η προσωπικότητα με έχει επηρεάσει όχι λόγω φιλίας. Αν και επέλεξα να βάλω επιστολές του από την περίοδο της θητείας μου που είναι μια άλλη λογοτεχνία του.

Με τον Χριστιανόπουλο που σε συνδέει μια φιλία ετών και μία πνευματική ρήξη σχεδόν πατέρα – γιού, κι αυτό διαφαίνεται στην εισαγωγή σου γι' αυτόν. Πώς το εξέλαβε ο ίδιος;

Δεν είπε λέξη και μάλιστα με ευχαρίστησε που τον βάζω πρώτο. Λέω κάποιες αλήθειες κι αυτό έχει σημασία. Ο Ελευθερίου επίσης με πήρε και με ευχαρίστησε αν και αναδεικνύω μόνο τη στιχουργία του η οποία έχει μεγάλη ποιητικότητα και όχι την καθαυτό ποίηση του και την πεζογραφία του. Αλλά έριξα κάποιους. Δεν έχω τον Στρατή Δούκα, όπως κάποιους που δεν συνδέθηκα μαζί τους παρά ελάχιστα. Οι επιλογές αυτές είναι συνδυασμός βιωματικής επίδρασης, εκτίμησης του έργου, και λίγο σύμπτωσης. Ποιους έτυχε και ποια εποχή να διαβάσεις. Αν τους γνώρισες μπορεί η συνολική προσωπικότητα να επέδρασε ακόμα και αν το έργο δεν είναι τόσο μεγάλο. Είναι μια ανθολογία με χαρακτήρα προσωπικό.

Ετοιμάζεις κι ένα βιβλίο με διηγήματά όπου επίσης εμφανίζονται πρόσωπα σημαντικά με τα οποία συνδέθηκες.

Ναι, πρόκειται για μια συλλογή αφηγημάτων μου με τον τίτλο «Τι πάθος ατέλειωτο». Είκοσι πέντα αφηγήματα - σπαράγματα της ζωής μου, ανάμεσα στα οποία και πορτρέτα ανθρώπων του τραγουδιού που λάτρεψα και συνδέθηκα με τους ίδιους και το έργο τους : Βαμβακάρης, Καζαντζίδης, Πόλυ Πάνου, Ρασούλης, Παπάζογλου και Φλέρυ Νταντωνάκη, ένα για τη Νένα Μεντή και ένα για την Ζυράννα. Τα υπόλοιπα διαδραματίζονται σε διαφορετικούς χρόνους στην Κωνσταντινούπολη στη Θεσσαλονίκη και στη Μυτιλήνη. Θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις ΑΓΡΑ τον Νοέμβριο.

Από τον Πρόλογο του βιβλίου

Η φοιτητική μου ζωή σε μια Θεσσαλονίκη μαγκωμένη προς το τέλος της χούντας μα ανθοβολούσα τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης ήταν άλλο ένα τρανό δώρο της μοίρας μου. Την θέρισα εκείνη την εποχή την πόλη, την ξεζούμισα. Μετά το’ 90 γύρισε η Σαλόνικα δεκαετίες πίσω, σ’ ένα σύγχρονο Μεσαίωνα, ας όψονται οι πλείστοι των συμπολιτών μου, οι ψηφοφόροι και χειροκροτητές του Ανθιμοψωμιαδιστάν.

Το μεγαλύτερο ακόμη μπερεκέτι μού το τράταρε η διαμονή μου στην Κωνσταντινούπολη από το ’87 ως το ’95, θαρρώ πως και δέκα ζωές να μου δίνονταν δε θα έφταναν να εξαντλήσω το αποθησαύρισμα της Πόλης μου σε μετουσιωμένη δημιουργία.

Τα χρόνια του στρατού στη Λέσβο(’77-’79) ήταν βαριά. Δεν κυνηγούσαν πλέον φανερά το φρόνημα, ο Καραμανλής της Ευρωπαϊκης Ένωσης άρχισε ν’ αλλάζει κάπως μυαλά, αλλά το τι τραβήξαμε. εμείς το ξέρουμε. Στη μοναδική άδεια που μου έδωσαν, με τους σεισμούς της Θεσσαλονίκης, -και ενώ συνομήλικοί μου, μέχρι χτες δογματικές αριστεράντζες, απόφοιτοι άλλων πανεπιστημιακών σχολών, έκαναν τα ντοκτορά τους στα Λονδινοπάρισα, «έστηναν» με ειδικούς νόμους τις ευεργετικές διατάξεις ως προς τον χρόνο θητείας των διδακτόρων και μαγείρευαν την αναρρίχησή τους σε ποικίλα, μέχρι και υπουργικά, εξουσιαστικά πόστα, είδα αρκετούς νεότερούς μου βολεμένους σε θέσεις βοηθών στις πανεπιστημιακές έδρες της Σχολής μας. Μου αρνήθηκαν τότε να γραφτώ στο Μεταπτυχιακό. Πικράθηκα πολύ. Αργότερα ετοίμασα το διδακτορικό μου, που όμως δεν το υπέβαλα. Λάθος; Είχα απηυδήσει απ’ τα ακαδημαϊκά καμώματα κι είχα αποφασίσει να μην το πάρω. Εξ άλλου «δεν έχεις μάτια για γραφείο» είχε μαντέψει νωρίς η αείμνηστη δασκάλα μας, σπουδαία ανθρωπολόγος Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος.

Πάντως το διδακτορικό μου, «Οι Ζεϊμπέκοι της Μικράς Ασίας» τυπώθηκε σε ωραίο βιβλίο από την «Άγρα» και έκανε θραύση. Είναι έργο ζωής που η ετοιμασία του κράτησε δεκαπέντε χρόνια. Έχω ίσως την πιο πλήρη συλλογή υλικού για τους Ζεϊμπέκους στον κόσμο· και στους Τούρκους συλλέκτες περιζήτητη. Και την καλύτερη γύρω απ’ τον λατρεμένο μου καλλιτέχνη Γιλμάζ Γκιουνέι που έχω δημοσιεύσει τη μισή ζωή του –μέχρι να γίνει ο περίφημος σκηνοθέτης που ξέρουμε- στο περιοδικό «Εντευκτήριο» του ακάματου εργάτη του πολιτισμού, φίλου μου Γιώργου Κορδομενίδη, -και του ’χω γράψει του «άσχημου βασιλιά»(αυτό ήταν το παρατσούκλι του Γκιουνέι) κι ένα τραγούδι αποχαιρετισμού. Τραγουδώντας το μερακλίδικα, «Γκιουλέ γκιουλέ Γιλμάζ Γκιουνέι», ένα βράδυ του’ 90 στο ωραιότερο κούρδικο επαναστατικό μουσικό στέκι της Πόλης, το «Μουνζούρ», αποθεώθηκα. Έγινα με τον καιρό κάτι σα μασκότ του μαγαζιού και μ’ έστησαν αποτυπωμένο σε πέτρα, -τιμή μεγάλη- ανάμεσα στον Ναζίμ Χικμέτ και τον Γιασάρ Κεμάλ σ’ ένα ντουβάρι του.

Ήμουν τυχερός που διορίστηκα στο δημόσιο ως καθηγητής φιλόλογος το ’82, και μάλιστα στο νομό Θεσσαλονίκης. Δούλεψα σε διάφορα Γυμνάσια και Λύκεια. Στους μαθητές μου έδωσα τον ανθό. Δεν ήμουν ο κλασικός τύπος καθηγητή, εκόμισα «καινά δαιμόνια». Πάντως πέρασα καλά με τα παιδιά. Κι εκείνα μαζί μου ακόμη καλύτερα. Βγήκα στη σύνταξη το 2010 υπηρετώντας τα τελευταία χρόνια στο Διαπολιτισμικό Γυμνάσιο Ευόσμου. Δε μπήκα ποτέ σε σχολείο του κεντρικού άστεως, έστω και στο τέλος της εκπαιδευτικής μου θητείας, -οι άλλοι είχαν πιάσει τα πόστα είκοσι χρόνια πριν, δεξιοί κι αριστεροί (για κεντρώους δε συζητώ, δεν υπάρχει για μένα κέντρο, το κέντρο είναι μια μουτσούνα της δεξιάς), -δεν είχα, φαίνεται, τα προσόντα.

Ώρες ώρες νιώθω σαν μια αποθήκη από μελωδίες και στίχους. Με την απόλυσή μου απ’ τον στρατό, -ύστερα από έναν έρωτα ανεπίδοτο που με μάρανε-, γύρω στο’ 80, άρχισα παίζοντας λίγο μπαγλαμά και με τη βοήθεια μαθητών μου λαϊκών μουσικών να σκαρώνω τα τραγούδια μου. Απ’ αυτό τον σεβντά γεννήθηκαν πολλές λαϊκές ή λαϊκότροπες μελωδίες, σε ύφος ανάμεσα στο ρεμπέτικο και στο Καζαντζιδικό του’ 60, και λίγα τραγούδια γραμμένα στα τούρκικα. Βγήκανε τρεις ολοκληρωμένες μουσικές εργασίες, αρκετές συμμετοχές σε δίσκους άλλων και πάρα πολλές συνεργασίες σε πάλκα. Οι κυριότερες συνεργάτιδές μου είναι η Βούλα Σαββίδη, η Μαρία Φωτίου, η Τουρκάλα Ντιλέκ Κοτς, όλες καταπληκτικές, και η αισθαντικότατη Λιζέτα Καλημέρη, πολύτιμη φίλη και ηγερία μου. Πολλοί μουσικοί οι συνεργάτες μου, όπως ο Λάρυ ο μπουζουξής και ο μόνιμος κιθαρίστας μου Σταύρος Κρομμύδας, παιδιά τζιμάνια. Και πολλές, σποραδικές αλλά επεισοδιακές πάντοτε εμφανίσεις. Ποτέ δεν πήγα για καριέρα και σπάνια να τραγουδήσω για διαφήμιση το ρεπερτόριό μου. Κατά το κέφι μου οργανώνω μεγάλες συναυλίες έχοντας μελετήσει πριν τα θέματα-αφιερώματα και επιλέγοντας τον αφρό.

Τα τελευταία χρόνια μοιράζω τη ζωή μου ανάμεσα στη Θεσσαλονίκη και το χωριό Πλατανίδια του Πηλίου. Η μάνα φύση με αποπλανά, στοχάζομαι σκάβοντας τη γη, μαγειρεύω τα επόμενα έργα μου μεγαλώνοντας καρποφόρα. Από το 2009 και κάθε πρώτο Σάββατο του Ιουλίου οργανώνω στο κτήμα μου βραδιά πανελλήνιας συνάντησης λογοτεχνών και μουσικών αφιερωμένη σε διαφορετικό κάθε φορά θέμα.

Κάπου-κάπου λόγω υποχρεώσεων κατεβαίνω στην Αθήνα που την αγαπώ ιδιαίτερα. Σαν χωριατόπαιδο, η Θεσσαλονίκη μου φαινόταν μεγαλούπολη. Όταν την κέρδισα, την ξεπέρασα. Σαν Σαλονικιός-δικαιολογημένα ή όχι- κρατώ ένα μικρό σύμπλεγμα μειοδοσίας απέναντι στην πρωτεύουσα αλλά το σμίξιμό μου με την Πόλη μου ’δωσε ένα αλλιώτικο αέρα, ας πούμε πιο κοσμοπολίτικο, που με κάνει να την αφήνω πίσω. Δεν είναι κομπαστικά αυτά, η βιογραφία κάθε ανθρώπου είναι γεμάτη εκπλήξεις, κι ο κάθε τόπος που μας σημαδεύει μας αλλάζει χωρίς να το καταλάβουμε. Οι επισκέψεις μου στην Κωνσταντινούπολη έχουν αραιώσει πολύ, καθώς η επέλαση της παγκοσμιοποίησης και του μυξοευρωπαϊσμού τα τελευταία χρόνια μου ’χει στερήσει τα στέκια μου και την έχει κάνει να χάνει σταδιακά την ταυτότητά της-κάτι που έγινε λίγο πριν και σε μας- και να είναι πια αγνώριστη.

Μου έσβησαν σχεδόν όλες τις ζωντανές μέχρι πρότινος αναφορές μου στην Πόλη και τη Σαλόνικα. Στην εποχή των γιάπηδων, οι μποέμηδες χώνονται στη στρούγκα(που θα’ λεγε κι ο φίλος μου Αργύρης Μπακιρτζής).

Δεν ξέρω σε πόσους και σε ποιους συγγραφείς συμβαίνει, πιστεύω σε λίγους, μα προσωπικά έχω μεγάλη έγνοια να περάσω στη λογοτεχνία ένα μέρος της ζώσας ιστορίας, εκείνο που αναλογεί στο βίο μου, έτσι απογράφω ό, τι σημαντικότερο «ανθίστηκα», μπας και μείνει κάτι και στους επόμενους. Όλα χάνονται στην εποχή μας στο τσακ, «ο χρόνος είναι γρήγορος ίσκιος πουλιών», λέει ο Ελύτης.

Η εμπιστοσύνη μου στον άνθρωπο κλονίστηκε σοβαρά έπειτα από σειρά μηνύσεων –για μια φωτογραφία μου με ανατολίτικο καλπάκι και τσιγάρο στο χέρι που μου χάρισε- («ήρθαν ντυμένοι φίλοι αμέτρητες φορές οι εχθροί μου») ένας δικομανής, ηθικά ανερμάτιστος τύπος –πρώτη φορά στη ζωή μου, εύχομαι και στερνή, πέρασα στην κόλαση των ύβρεων, στην παραφορά της «αράς».

Η πείρα μου μ’ έχει διδάξει ότι η παραδοπιστία δεν είναι ίδιον των ελάχιστων. Ξέρω, προφάσεις είναι οι θεοί, υπεράνω όλων ο Μαμωνάς. Αν όμως καταλήξω ότι όλοι, μηδενός εξαιρουμένου, είναι αργυρώνητοι, τότε, ας σκαρφαλώσω καλύτερα σε κάνα βράχο, στο πιο ψηλότερο βουνό που λέει ο Λουκάς Νταράλας. Μήπως να μη μιλάμε για ιδεολογίες πια; Να πιαστώ απ’ τον Πεντζίκη; (μπα, δεν το θέλω!) : «Και τι ωφελούν οι ιδέες σ’ έναν διαλυμένο, σαν κομμένο γάλα κόσμο; Καταντούν σκουπίδια!».

Αυτά εν συντομία είχα να πω. Και να δηλώσω ότι αντικρίζω τη ζωή με ευγνωμοσύνη και τους ανθρώπους, -παρά τα χουνέρια και τα καζίκια-, θέλω να ελπίζω ως το τέλος, με ματιά σπλαχνική και πάντοτε διακαώς ερωτική.

Η σειρά αυτών των βιβλίων που ξεκινά είναι μια έξυπνη ιδέα του φίλου εκδότη Νώντα Παπαγεωργίου μα και μια πρόκληση. Πρόκειται για μια καταβύθιση στο «είναι», ταυτόχρονα μια απαιτητική συνομιλία με πνευματικούς ανθρώπους-σταθμούς της ζωής. Θα μπορούσε να έχει τίτλο «Ο συγγραφέας και οι καταβολές του» ή «η λογοτεχνική καταγωγή του συγγραφέα» ή «η κληρονομιά των προγόνων λογοτεχνών» -κάπως βαρύγδουπο αυτό- ή «η λογοτεχνική μου οικογένεια».

Ανθολογούνται συνολικά ογδόντα οχτώ προσωπικότητες. Ξεκινώ την ανθολόγηση απ’ τον Χριστιανόπουλο που υπήρξε στενός μου δάσκαλος και διατρέχοντας το σώμα της λογοτεχνίας φτάνω μέχρι τον ηλικιακά νεότερο Σκαμπαρδώνη που είναι συνομήλικός μου, συμμαθητής και συμφοιτητής μου και παραμένει αναφορά ζωής. Η ανθολόγηση βασίζεται –προς άρσιν παρεξηγήσεων- στην προσωπική πρόσληψη και επιλογή του ανθολόγου. Ασφαλώς είναι πολύ περισσότερα τα λογοτεχνικά έργα που μ’ έχουν επηρεάσει και οι πνευματικές προσωπικότητες που έχουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συνδιαμορφώσει ένα μέρος του λογοτεχνικού μου πορτρέτου. Για όσους συγγραφείς (και τίτλους), απόντες ή παρόντες παραλείπονται, ας μου συγχωρεθεί, κάτι πάντοτε μας ξεφεύγει, είναι απαιτητικό και λεπτό το εγχείρημα, είναι και το ζήτημα της οικονομίας χώρου. Το να μην ανθολογώ απ’ τους κλασικούς τον Σικελιανό, τον Άγρα, τον Πρεβελάκη ή τον Δούκα, και απ’ τους νεότερους τον Μαρκόπουλο, τη Ρούκ, τη Λαϊνά ή τον Βαρβέρη, δε σημαίνει καθόλου ότι τους βρίσκω παρακατιανούς. Μάλλον είμαι άτυχος που κάποιες συναντήσεις δεν προέκυψαν, ενώ μπορεί να στάθηκαν σταθμοί για μένα δημιουργοί που λογαριάζονται στους ελάσσονες και να μη με σημάδεψαν άλλοι που θεωρούνται «κορυφαίοι». Εξάλλου η γνωριμία μ’ έναν συγγραφέα συχνά είναι σύμπτωμα επιλεκτικής τύχης, να πέσει το βιβλίο στα χέρια σου, να στο συστήσουν, να το μυριστείς σα λαγωνικό, να ταιριάζει με την ιδιοσυγκρασία σου, να ’ναι η γραφή και το περιεχόμενο μέσα στα πράγματα την εποχή που σκάει, να τον ψάξεις εσύ ή, το πολύ σπάνιο, αν είσαι τυχερός- να σε ανακαλύψει εκείνος.

Πέρα των ανθολογουμένων, -με τον πάντοτε ελλοχεύοντα κίνδυνο να μου «ξεφύγουν»- γνώρισα και αγάπησα πολύ το έργο και άλλων πολλών νεότερων συγγραφέων, μεγαλύτερων ή μικρότερων από μένα, χωρίς όμως να επηρεαστώ ιδιαίτερα, αφού τα βασικά συστατικά της συγγραφικής μου προσωπικότητας είχαν στερεωθεί. Ακολούθησαν ο Καστανάκης, ο Γονατάς, ο Κοτζιάς, ο Καχτίτσης, ο Χειμωνάς, ο Νόλλας, ο Παπαδημητρακόπουλος, ο Παπαδημητρίου, ο Αλαβέρας, ο Σφυρίδης, ο Γιατρομανωλάκης, ο Ξανθούλης, η Μήτσορα, ο Μόντης, ο Βρεττάκος, ο Λειβαδίτης, ο Βαλαωρίτης, η Δημουλά, ο Κύρου, η Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, ο Ευαγγέλου, η Κατερίνα Αγγελάκη –Ρουκ, η Νατάσσα Χατζιδάκι(Μαρίνα), η Μαστοράκη, η Λαϊνά, ο Χαραλαμπίδης, η Αλαβέρα, ο Τραϊανός, ο Καλοκύρης, ο Λιοντάκης, ο Μαρκόπουλος, ο Βαρβέρης, ο Ίσαρις, ο Κοντός, ο Υφαντής, ο Χιόνης, οι κοντινοί μου, που έτσι κι αλλιώς δε χωράνε στην παρούσα ανθολογία, η Κορομηλά, ο Κάτος, ο Σουρούνης, ο Δαββέτας, ο Δημητρίου, ο Ραπτόπουλος, ο Κοντολέων, ο Βασιλειάδης, η Δεληγιώργη, η Χουζούρη, ο Μίγγας, ο Γρηγοριάδης, ο Ακρίβος, ο Μήτσου, ο Ατζακάς, ο Καλούτσας, ο Σερέφας, η Κουγιουμτζή, η Νικολαίδου, ο Ζαφειρίου, η Ευτυχία- Αλεξάνδρα Λουκίδου, η Μπακονίκα, οι νεώτεροι Μακριδάκης, Γεννάρης και Οικονόμου και αρκετοί άλλοι. Α, ξέχασα τον εκπληκτικό «Οργισμένο Βαλκάνιο» του –και εκπληκτικού- σκηνοθέτη Νίκου Νικολαΐδη.

Τι θέλει η λογοτεχνία για να προκόψει; Δημιουργική φαντασία μα κυρίως επίμονο χάζι. Φαίνεται πως έχω πολύ δυνατή μνήμη και κρίση. Μα προπαντός πολύ έντονα ασκημένη παρατηρητικότητα. «Φωτογραφίζω» όλα τα στοιχεία του περιβάλλοντος, όπου κι αν βρίσκομαι, και «παγιδεύω», φυλακίζω μέσα μου όσα μ’ εντυπωσιάζουν. Γίνεται από φυσικού μου, χωρίς στόχευση, -ίσως να έχει σημασία ο ανθρωποκεντρικός χαρακτήρας μου-, πάντως όλη αυτή η σοδειά πρέπει να είναι γερή παρακαταθήκη για την δημιουργία. Τι άλλο θέλει η τέχνη για να προκόψει; Και ταλέντο βέβαια. Αλλά και δουλειά πολλή, οργανωμένη, συστηματική, όπως και πείσμα. «Με το πείσμα επικυρώνουμε το ταλέντο μας», λέει ο Σταντάλ», θέλει γινάτι συνειδητό. Κι ένα τελευταίο : θέλει να ζεις! Στα τολμηρά και στα γεμάτα! Χωρίς ισχυρά βιώματα δεν πας πουθενά. Οι δυνατές εμπειρίες είναι προίκα ανεκτίμητη για τα δημιουργό. Άμα φαντασιώνεσαι το βίωμα, βγαίνεις ψεύτικος, εκτός αν είσαι μάγος στην απάτη.


Οι καλύτεροι δάσκαλοί μου μέχρι τα πρώτα νιάτα ήταν «αμόρφωτοι», -τι αμόρφωτοι, κάποιοι ήταν αναλφάβητοι- όμως άξιζαν ο καθένας δέκα πανεπιστήμια-, η γιαγιά μου η Ελπινίκη, μερικοί ψαράδες του χωριού μου, δυο τρεις γειτόνισσές μου, πρόσωπα της νεανικής μου αλητείας, η θητεία μου στο πεζικό, -που μπορούσα να την αποφύγω –άμα θες να γλιτώσεις, πούλα «αδερφοσύνη ή τρέλα» μου’ χε πει ο αείμνηστος φίλος, σπουδαίος συγγραφέας Γιάννης Πάνου μα εγώ προτίμησα, τι μαζοχισμός!, να πάω φαντάρος, έτσι θα γνώριζα όλα τα σουσούμια κι όλο τον πλούτο και τη βρώμα του λαού, και έτσι έγινε- ο θησαυρός απ’ αυτές τις κληρονομιές είναι αστείρευτος. Ύστερα κράτησα τη ζωή απ’ το χέρι και την άφησα να με περπατήσει. Συχνά σε μονοπάτια κακοτράχαλα. Από κει και πέρα λογαριάζω δασκάλους μου πολλούς αλλά κυρίως δύο εξωπανεπιστημιακούς, τον Χριστιανόπουλο και την Διδώ και δύο ακαδημαϊκούς, τον Σαββίδη και τον Μαρωνίτη.

Ο Θωμάς Κοροβίνης γράφει για τον Ντίνο Χριστιανόπουλο

Τον Ντίνο τον διάβασα και τον μελέτησα πολύ νωρίς· τον πήρα πρέφα και τον ξεκοκάλισα, τον θαύμαζα ως ποιητή ξεχωριστά. Στο μικρό φιλόξενο κουτούκι της «Διαγωνίου» -«Μικρή πινακοθήκη» την βάφτισε μα τη μετέτρεψε σε άτυπο «μικρό κέντρο πολιτισμού» της Θεσσαλονίκης- με πήγε ο πανεπιστημιακός μου δάσκαλος Πάνος Πίστας. Ήμουνα είκοσι δύο χρονών. -Σε συμπάθησε ο Χριστιανόπουλος, πράγμα ασυνήθιστο, μου είπε την επομένη, ίσως επειδή είσαι από χωριό. Κολακεύτηκα αλλά μου φάνηκε και αστεία η προτίμηση. Για ποιο λόγο να μυθοποιoύμε τον κόσμο της επαρχίας; Εμείς τα ξέραμε τα χωριά, κι απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη! Σιγά να μην ήταν οι άνθρωποι εκεί λιγότερο χαλασμένοι!

Αμέσως άρχισε μια πολύ εγκάρδια φιλία και μια μαθητεία στενή. Τον πόνεσα πολύ σαν άνθρωπο, τον σπλαχνίστηκα για τα πάθη του, επαινώ τον αγώνα που έδωσε προπαντός στα νιάτα του, γιατί τον χτύπησαν άγρια(χρόνια είχε να γραφτεί στην Ελλάδα τόσο τολμηρή και εξομολογητική ποίηση με τέτοια επιγραμματική συμπύκνωση) και δεν ξέρω αν τον έχει αγαπήσει κανείς τόσο βαθιά σαν εμένα. Του’ χω αφιερώσει κι ένα μου –μη ηχογραφημένο- τραγούδι :

Ντίνο, την νιώθω αυτή τη μοναξιά,
φώλιασε και μου τρώει τα σωθικά
μα συνηθίζω να παλεύω στη ζωή μου
να φέρω βόλτα την περίπτωσή μου.

Όταν η απόγνωση μου πνίγει την καρδιά,
στα ποιήματά σου αναζητώ παρηγοριά,
τους έρωτες σου, αδερφέ μου, προσκυνώ
και σαν εσένα ασυμβίβαστος γυρνώ.

Ψάχνω γι’ αγάπη, βρίσκω ασυδοσία,
αισχρά πληρώνω τη μικρή μου ελευθερία,
σ’ αυτή την πόλη που και μένα έχει σφραγίσει
νύχτες πολλές έχω κοντά σου μαρτυρήσει.

Κέρδισα πολλά απ’ τις αστείρευτες γνώσεις και τις χρήσιμες παραινέσεις του, («απ’ το σπίτι σου χωρίς βρακί θα βγαίνεις, χωρίς μολύβι και χαρτί δε θα βγαίνεις»), φυλάχτηκα όμως απ’ τις ατέρμονες προκαταλήψεις του(«καλούτσικη ποιήτρια η τάδε και λαμπερή γυναίκα αλλά σκατοχαρακτήρας, παράτησε τον άντρα της για έναν πορδόμαγκα»). Είχα αρνηθεί δυναμικά στα δεκαοχτώ μου τις αυθαιρεσίες του φυσικού μου πατέρα, είχα σηκώσει κεφάλι μια για πάντα στις πουριτάγκες κι είχα στραφεί από παιδάριο φανατικά προς τα αριστερά· δε θα ’βαζα με τίποτε στα νιάτα μου κεγαγιά στο κεφάλι μου μιαν ιδιότροπη «πεθερά». «Είσαι νόστιμος και θα το πληρώσεις ακριβά. Η τέχνη, μωρό μου, θέλει κουσούρι!». «Και τι να κάνω δηλαδή; Να χαρακώσω τη μάπα μου ή να σακατέψω το χέρι μου;» (Ξέρω, ήθελε να πει, παράτα τα τσιλιμπουρδίσματα και πέσε με τα μούτρα στη δουλειά ώσπου να γίνεις φυματικός!) Μα τίποτε απ’ αυτά δεν αποδείχθηκε στην πορεία. Και χωρίς αναπηρία υπηρέτησα μια χαρά την τέχνη και με την παντιέρα της ερωτικής μου νιότης πρόσω ολοταχώς σάλπαρα στ’ ανοιχτά και πέρασα μέγκλα. Έζησα και στις δυο περιοχές μικρούς –όχι τεχνητούς- μα αυθεντικούς παραδείσους.

Οι ιστορίες μου με τον Ντίνο είναι ατέλειωτες, και μεταξύ μας και με παρέες. Θα μπορούσα να σκαρώσω τόμους πικάντικων ανεκδότων και διδακτικών αφηγημάτων που πηγάζουν απ’ την κοινή μας ζωή ή από την ιδιαίτερα πρωτότυπη θυμοσοφία και την ανεξάντλητη και θαυμαστή παραμυθολογία του. Ξέρω πως θα του άρεσε κι εκείνου πολύ. Και σε σας το ίδιο.

Θα πω μόνο ένα. Το φθινόπωρο του 1987, με αφορμή την επικείμενη μετοικεσία μου στην Πόλη, έκανα τραπέζι στους φίλους μου σ’ ένα ταβερνάκι στα Κάστρα, σαν εκείνο που περιγράφει ο Τσίρκας στη «Νυχτερίδα». Κάποια στιγμή γυρίζει η μάνα μου σε μένα : -Θα πω κάτι στον κύριο Ντίνο αλλά εσύ δε θ’ ανακατευτείς. –Εντάξει, λέω. Τον ρωτάει λοιπόν : -Κύριε Ντίνο, εσάς το παιδί μου σας ακούει. Δεν του λέτε να παντρευτεί; Και ο Ντίνος: -Ακούστε κυρία Παρασκευούλα μου, εμείς περνάμε καλά. Να αφήσετε το παιδί ήσυχο. Ο γάμος είναι για της γυναίκες. Αν ήταν στη ζωή η μαμά μου, θα ψαχνόταν ακόμη!

Ελπίζω να μην τον αδικώ! Ανάμεσα στις συχνές ακριτομυθίες και τον μυστήριο(παθολογικο;) φθόνο που όχι σπάνια τον καταλαμβάνει –και οι ριπές του συχνά μ’ έχουν λαβώσει βαριά-(αν και δεν είναι ο μόνος δάσκαλός μας πάσχων απ’ το σύνδρομο του Κρόνου· εξαιρούνται ελάχιστοι) και την ευγνωμοσύνη που του οφείλω, έχω διαλέξει πολύ συνειδητά το δεύτερο.

Η ανιδιοτελής προσφορά του στον πολιτισμό είναι μοναδική και ανυπολόγιστη. Να μην πω ότι δεν έχει όμοιό του! Η ιστορία της «Διαγωνίου» και μόνο είναι μια σπουδαία σύγχρονη πολιτιστική παράδοση, ένα θαύμα! Μπορεί όλους να τους «τσούζει», -τα γνωστά του τερτίπια είναι τρόπος ζωής-, αλλά απ’ το σχολειό του βγήκαν και πρόκοψαν πολλά και κάθε λογής ταλέντα και ταλεντάκια. Του χρωστάμε λοιπόν όλοι μας. Αλλά και η απλή, γενναία, αντικομφορμιστική, αφτιασίδωτη, «μοντέρνα» ποίησή του, έχει γεννήσει μικρά, άφθαρτα τζοβαΐρια.

Το βιβλίο του Θωμά Κοροβίνη "Τ' αγαπημένα του Θωμά Κοροβίνη: Ποιήματα και αφηγήματα άλλων" κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Πηγή:  http://www.lifo.gr/team/book/52295



Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2014

«Με το έγκλημα, πέφτουν οι μάσκες»

Της Χρύσας Σπυροπούλου


Συνάντησα τον Τούρκο συγγραφέα Αχμέτ Ουμίτ σε κεντρικό ξενοδοχείο της πλατείας Συντάγματος, ένα ήρεμο αθηναϊκό πρωινό. Με πλησίασε χαμογελώντας έχοντας στο πλευρό του τον μεταφραστή του, τον κ. Θάνο Ζαράγκαλη, και τον φίλο του, τον ποιητή κ. Αϊχάν Μποζκούρτ. Με τη γυναίκα του και τον Αϊχάν ταξίδεψαν οδικώς από την Κωνσταντινούπολη και, έπειτα από μια παράκαμψη στη Βουλγαρία, έφτασαν στη χώρα μας. Πρώτη στάση, τα Γιάννενα, για να συλλέξει ο συγγραφέας υλικό για το επόμενο μυθιστόρημά του. Ακολούθησε η Αθήνα, με τελικό προορισμό τη Θεσσαλονίκη, όπου και θα ολοκληρωνόταν η έρευνα σχετικά με τη δράση της «Επιτροπής Ενωσης και Προόδου» των Νεοτούρκων, η οποία συγχωνεύτηκε το 1907 με την «Οργάνωση Οθωμανικής Ελευθερίας», που είχε ιδρυθεί στη Θεσσαλονίκη το 1906.

Η ιστορία του νέου του βιβλίου, λοιπόν, διαδραματίζεται στην Κωνσταντινούπολη και στην Ελλάδα. Σε αυτό, ο Ουμίτ θίγει ένα «παγκόσμιο ζήτημα», όπως λέει ο ίδιος. Δηλαδή; «Αν το κράτος είναι περισσότερο ιερό ή ο άνθρωπος. Αν είναι ηθικό και αναγκαίο να θυσιάζονται οι άνθρωποι για χάρη του κράτους». Δεν είναι σίγουρος ακόμα για τον τίτλο που θα του δώσει, όπως λέει, αλλά προσωρινά το ονόμασε «Τα δάκρυα του αγγέλου».

Ξεκίνησε να γράφει αστυνομικά διηγήματα, γεμάτα νεύρο και ανατροπές. «Τη στιγμή του εγκλήματος πέφτουν οι μάσκες και εμφανίζεται ο πραγματικός μας εαυτός. Εκδηλώνεται σε ακραίο βαθμό ο φόβος, η προδοσία, η ωμότητα, η επιθετικότητα». Οι ιστορίες του, ωστόσο, έχουν χιούμορ: «Το χιούμορ είναι ένα απολύτως απαραίτητο συστατικό, το αντιστάθμισμα σε όσα “εγκληματικά” συμβαίνουν. Είναι άλλωστε σπουδαίο εργαλείο για τον συγγραφέα, γιατί μ’ αυτό εκφράζει το πώς βλέπει τον κόσμο και πώς τον ερμηνεύει».

Πρωταγωνιστής στα έργα του είναι ο αστυνόμος Νεβζάτ, ο οποίος δεν είναι ο αντιπροσωπευτικός Τούρκος αστυνομικός, όπως θα τονίσει. Είναι ένας «ιδανικός» τύπος αστυνομικού, τον οποίο παρουσιάζει, κατά τη διάρκεια των ομιλιών του σε στελέχη της Ασφάλειας, για να τον έχουν υπ’ όψιν τους και να τον μιμηθούν.
Ο Νεβζάτ είναι γέννημα θρέμμα της Πόλης και γι’ αυτό, άλλωστε, διαθέτει κοσμοπολιτισμό, μιας και έζησε σε γειτονιές όπου κατοικούσαν οικογένειες Ελλήνων, Αρμενίων και Εβραίων. «Εξαιτίας αυτού του κοσμοπολιτισμού, εξάλλου, οι παλιοί κάτοικοι της Πόλης δεν κάνουν διαχωρισμούς και διακρίσεις. Ανέχονται το διαφορετικό, έζησαν και ζουν αγαστά με αυτό», σχολιάζει ο συγγραφέας. «Με εμπνέει η Ιστορία», συνεχίζει. «Οταν επισκέπτομαι τους ρωμαϊκούς, βυζαντινούς, οθωμανικούς αρχαιολογικούς χώρους, ανακαλύπτω τα θέματά μου και αρχίζω να γράφω. Σπάνια να ξεφύγω από το αρχικό μου σχέδιο. Κι αυτό θα συμβεί μόνο όταν ένα, δευτερευούσης σημασίας, γεγονός αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία κατά την εξέλιξη της ιστορίας. Γιατί μπορεί, αίφνης, ένας ασήμαντος ήρωας να γίνει ένας από τους πρωταγωνιστές», συμπληρώνει χαμογελώντας.
Αρμενική Γενοκτονία
Σε πολλά βιβλία του, όπως στη «Ραψωδία του Πέρα» και στις «Μνήμες της Κωνσταντινούπολης», δεν διστάζει να γράψει για τις μειονότητες, αλλά και για την Αρμενική Γενοκτονία (στο Patasana, 2000). Και όταν σ’ αυτό το σημείο τον ρωτάω πώς τολμάει να ασχολείται με θέματα ταμπού στην τουρκική κοινωνία, απαντάει ότι κάνει το αυτονόητο: «Αν ο συγγραφέας έχει ήθος πρέπει να είναι κοντά στους ηττημένους και τους καταπιεσμένους».

Ο Αχμέτ Ουμίτ ζει στην Κωνσταντινούπολη, σε μια πόλη που είναι παρελθόν και παρόν ταυτοχρόνως, εκεί όπου συνυπήρξαν και συνυπάρχουν διάφοροι πολιτισμοί. Αγαπάει κάθε γωνιά της, κάθε πλευρά της ιστορίας της, κάτι που δικαιολογεί με σαφήνεια, χωρίς περιστροφές: «Και επειδή διασώζονται στην πόλη τα κτίρια, οι λατρευτικοί χώροι των άλλων, εκείνων που έφυγαν και εγκατέλειψαν τα σπίτια και τους αγαπημένους τόπους τους, ενώ οι συνήθειές τους, όπως οι γαστρονομικές, ακόμα διατηρούνται και αποτελούν μέρος του πολιτισμού της».
Τα μυθιστορήματα του κ. Ουμίτ δεν είναι μόνο αστυνομικά. Είναι πολιτικά, θρησκευτικά, ψυχολογικά και κοινωνικά: ο συγγραφέας εξετάζει τα αίτια του εγκλήματος, τα κίνητρα που έχουν ψυχολογική και κοινωνική διάσταση. Και μπορεί να επιλέγει θέματα ταμπού, ωστόσο τα προσεγγίζει από μια ανθρώπινη σκοπιά, δεν κάνει εύκολη πολιτική, δεν λαϊκίζει. «Δεν γράφω για να διαψεύσω ή να επαληθεύσω τα ιστορικά και πολιτικά γεγονότα», λέει. «Περιγράφω τις τραγωδίες, τις μεγάλες καταστροφές. Με ενδιαφέρει ο άνθρωπος και όχι η γλώσσα, η θρησκεία, το χρώμα του δέρματος. Χρησιμοποιώντας την αστυνομική πλοκή, εξηγώ τον πολιτισμό, προσπαθώ να ερμηνεύσω τον άνθρωπο».
Οταν παρατηρώ ότι στην «Πύλη του δερβίση», ο μυστικισμός συναντά τον υλισμό, σχολιάζει: «Μολονότι δεν είμαι θρησκευόμενος, επιχειρώ να καταλάβω τους ανθρώπους μέσω των θρησκειών, να δω όλες τους τις πλευρές. Και ο μυστικισμός μπορεί να ρίξει φως σ’ αυτό που είναι σήμερα η Ανατολή, ενώ ο εκφραστής της, ο Τζελαλεντίν Ρουμί, η διδασκαλία του οποίου κυριαρχεί στην Πύλη του δερβίση, είναι γι’ αυτήν ό,τι είναι ο Δάντης για τη Δύση». Η κεντρική ηρωίδα του έργου, εξάλλου, η Κάρεν, η οποία έρχεται από το Λονδίνο να αναζητήσει την ταυτότητά της στο Ικόνιο, φαίνεται ότι συμβολίζει την ίδια την Τουρκία: μια χώρα που βρίσκεται στο μεταίχμιο Ανατολής και Δύσης, ανάμεσα στον σύγχρονο τρόπο ζωής και τις παραδόσεις.
Οσο περνάει η ώρα και τον ακούω να μιλάει για το γραφείο του στο Πέραν και τη μητέρα του, ενισχύεται η αρχική μου εντύπωση ότι μολονότι είναι ένας από τους πιο δημοφιλείς, διεθνώς επιτυχημένους συγγραφείς της Τουρκίας, διακρίνεται για τη σεμνότητα και τον αυθορμητισμό του, την απλότητα και την αμεσότητα του λόγου του. Εν τέλει, αυτός που έχει κάτι ουσιαστικό να πει, δεν χρειάζεται μεγάλα λόγια και επιτήδευση. Αρκεί να δείχνει αυτό που είναι.


Ποιος είναι

Γεννήθηκε το 1960 στην πόλη Γκαζιαντέπ της Τουρκίας και σπούδασε Δημόσια Διοίκηση και Πολιτικές Επιστήμες. Ανήκει στην ολιγομελή ομάδα Τούρκων συγγραφέων που έχουν την τύχη να ζουν από τη συγγραφική τους δραστηριότητα. Πωλούνται ετησίως περί τα 700.000 με 800.000 αντίτυπα, αριθμός μεγάλος για την Τουρκία, όπου, όμως, το βιβλίο κερδίζει όλο και περισσότερους αναγνώστες τα τελευταία χρόνια. Για τη συλλογή διηγημάτων του «Η ξυπόλητη νύχτα», έλαβε, το 1992, το βραβείο Συγγραφής και Τέχνης του Φερίτ Μπαγίρ. Εμφανίστηκε στα Γράμματα με την ποιητική συλλογή «Η κρυψώνα του δρόμου», το 1989.


Εργα του μεταφρασμένα στα ελληνικά: «Ομίχλη και νύχτα», Ωκεανίδα1999, «Εγκλήματα με ονομασία προέλευσης», Κέδρος 2002, «Η ραψωδία του Πέρα», Κέδρος 2006, «Μνήμες της Κωνσταντινούπολης», 2012, και «Η πύλη του δερβίση», 2013. Τα δύο τελευταία κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πατάκη.




Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2014

Διαβάζοντας την Κωνσταντινούπολη #1

Την Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2014 πραγματοποιήθηκε η πρώτη, για την νέα περίοδο, συνάντηση των μελών της Λέσχης Ανάγνωσης της Αγιορειτικής Εστίας. Η νέα περίοδος ξεκίνησε με πολύ κέφι και ενθουσιασμό, καθώς στην παρέα μας προστέθηκαν πολλά νέα μέλη, κάτι που μας χαροποιεί ιδιαίτερα.
Η συνάντηση ξεκίνησε με τον σχολιασμό του βιβλίου «Η Τύφλωση» του Ελία Κανέττι. Οι απόψεις για το εν λόγω βιβλίο ήταν άκρως ενδιαφέρουσες, καθώς αναλύθηκαν πολλά στοιχεία του βιβλίου, ενώ επικεντρωθήκαμε στο γεγονός της αντιπαράθεσης του πνεύματος με την πραγματικότητα, ένα χαρακτηριστικό που κυριαρχεί τόσο στην προσωπικότητα, στις σκέψεις και στην ζωή του πρωταγωνιστή, του διάσημου σινολόγου Κην,  όσο και στων υπολοίπων ηρώων του έργου.

Ακολούθως τα μέλη ενημερώθηκαν για την πρόταση της θεματικής ενότητας της νέας περιόδου η οποία έχει τον τίτλο: «Διαβάζοντας την Κωνσταντινούπολη». Πρόκειται για μια ενότητα, κατά την οποία θα ασχοληθούμε με βιβλία που έχουν ως κεντρική αναφορά την Πόλη, είτε σε μορφή μυθιστορήματος, είτε σε μορφή μαρτυρίας, διηγήματος κ.λπ. Η πρόταση έγινε αποδεκτή και έτσι μετά από συζήτηση και ψηφοφορία, επιλέχθηκε ως το πρώτο βιβλίο της ενότητας να είναι το έργο του Θωμά Κοροβίνη με τίτλο «’55».
Ταυτόχρονα συζητήθηκε και η προοπτική της υλοποίησης ενός ταξιδιού στην Πόλη, γεγονός που ευχαρίστησε πολλούς και έδωσε μια άλλη πνοή στην συνάντηση.

Κατά την συνάντηση, ξεκίνησε δειλά δειλά και μία νέα δράση της Λέσχης Ανάγνωσης. Η δράση αυτή έχει να κάνει με την ανταλλαγή βιβλίων. Όλοι λίγο πολύ έχουν στη βιβλιοθήκη τους, διπλά βιβλία, ή βιβλία που έχουν διαβάσει και θα μπορούσαν να τα ανταλλάξουν με άλλα βιβλία. Τα βιβλία αυτά λοιπόν, γίνονται ευπρόσδεκτα στις συναντήσεις μας και μέσω μίας ιδιαίτερης διαδικασίας ανταλλάζουν ιδιοκτήτες. Το σκεπτικό μας λοιπόν είναι: «Κοπιάστε όλοι με κάποιο βιβλίο για να λάβετε ένα άλλο».

Η επόμενη συνάντηση των μελών της Λέσχης, καθορίστηκε για την Πέμπτη 30 Οκτωβρίου.





Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2014

Νέα συνάντηση των μελών της Λέσχης Ανάγνωσης!

Αποχαιρετώντας την ζέστα του καλοκαιριού και υποδεχόμενοι την δροσιά του φθινοπώρου, έφτασε η στιγμή για την συνάντηση των μελών της Λέσχης Ανάγνωσης της Αγιορειτικής Εστίας.
Η συνάντηση θα λάβει χώρα την Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου, στις 19:00 στην αυλή της Αγιορειτικής Εστίας, ευελπιστώντας ότι ο καιρός θα μας βοηθήσει να χαρούμε μια όμορφη βραδιά, με καλή παρέα, με κρασάκι και με πολλά πολλά βιβλία.
Κατά τη συνάντηση θα συζητήσουμε για το έργο του Νομπελίστα Ελία Κανέττι με τίτλο «Η τύφλωση», το οποίο είναι και το τελευταίο βιβλίο της ενότητας των συγγραφέων που έχουν τιμηθεί με το βραβείο Νόμπελ.
Μετά την ανάπαυλα του καλοκαιριού, θα μπούμε σε νέα ενότητα, το ίδιο ενδιαφέρουσα όπως και η προηγούμενη. Ως θέμα της νέας ενότητας προτείνεται η εξής: «Διαβάζοντας την Κωνσταντινούπολη». Όπως καταλαβαίνετε ήδη από τον τίτλο, προτείνεται η ενασχόληση με βιβλία που έχουν ως κεντρική αναφορά την Πόλη, είτε σε μορφή μυθιστορήματος, είτε σε μορφή μαρτυρίας, διηγήματος κ.λπ.
Από την συνάντηση ετούτη, θα κινήσει και μία νέα δράση της Λέσχης Ανάγνωσης. Η δράση αυτή έχει να κάνει με την ανταλλαγή βιβλίων. Όλοι λίγο πολύ έχουμε στη βιβλιοθήκη μας, βιβλία που έχουμε διαβάσει και θα μπορούσαμε να τα ανταλλάξουμε με άλλα βιβλία. Τα βιβλία αυτά λοιπόν, γίνονται ευπρόσδεκτα στις συναντήσεις μας και μέσω μίας ιδιαίτερης διαδικασίας θα ανταλλάξουν ιδιοκτήτες. Κοπιάστε λοιπόν όλοι με κάποιο βιβλίο για να λάβετε ένα άλλο!!!
Σας περιμένουμε λοιπόν όλους, την Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου στην αυλή της Αγιορειτικής Εστίας για μια γεμάτη βραδιά με πολλά βιβλία και καλή διάθεση.

Πέμπτη 14 Αυγούστου 2014

Πώς Εκτίσθη η «Κοίμηση της Θεοτόκου» ( Στο χωριό Φιλώτι Νάξου)

Νίκος Β. Σφυρόερας

Ελληνική Δημιουργία, τ.37, 1949
 
Νίκος Σφυρόερας (1913-1989) 
Κάτω στο νησί μου, στη Ναξιά, είν’ ένα χωριό μεγάλο και πασίχαρο, το Φιλώτι, χτισμένο στο Ριζόβουνο του Ζα. Το Φιλώτι έχει δυο χιλιάδες κοντά ψυχομέτρι και μια παληά, όμορφη και μαρμαροπελέκητη εκκλησιά, την Κοίμηση της Θεοτόκου.
Κάθε χρονιά που γιορτάζει η Χάρη της, μαζεύονται οι πανηγυριώτες απ΄όλα τα γύρω χωριά του λιόφυτου κάμπου της Δρυμαλιάς κι από τα κοντινά βουνοχώρια, έρχονται οι βοσκοί, οι Φιλωτίτες, από τους «όξω τόπους» και «τ’ακρωτήρια» και γίνεται μεγάλο πανηγύρι από τη μια νύχτα ως την άλλη στο χωριό. Την αγαπούνε, την παινούνε και τη σιγυρίζουνε οι Φιλωτίτες την εκκλησιά τους, μα πιο πολλοί οι βοσκοί, γιατί ετούτοι ξέρουνε και την ιστορία της και πώς έγινε να χτιστεί και να την έχει σήμερα καμάρι το Φιλώτι.
Στά παληά χρόνια το χωριό δεν είχε εκκλησιά. Οι Φιλωτίτες λειτουργιόντουσαν στο μικρό μονοκκλήσι τ’ Άϊ-Νικόλα που δεν έβανε μηδέ τις γρηές στα ’σπερνά. Άλλη μια μικρή εκκλησίτσα που είχε το χωριό, χτισμένη εκεί πούναι σήμερα η Κοίμηση, τήνε γκρεμίσανε οι κουρσάροι, σαν ρημάξανε τ’ Αργιά και το Φιλώτι στα 1544. Ύστερα ήρθε ένας Φράγκος άρχοντας στο χωριό, ο Μπαρότσης, έχτισε ένα πύργο και τον τόπο της γκρεμισμένης εκκλησιάς τον πήρε και τον έκανε λαχανόκηπο κι’ έχτισε στη μέση μια φραγκοκκλησιά. Μα στον ίδιο τόπο, πούτανε δικός τους, πατρογονικός, θέλανε κι’ οι Φιλωτίτες να χτίσουνε την εκκλησιά τους. Ο Μπαρότσης με τη δύναμή του, με τα φλουριά, με τα γρόσια του και με τις «αβανιές» του στους Τούρκους, δεν τους άφινε. Είδανε κι’ αποείδανε οι χριστιανοί πως με το καλό δεν γίνεται δουλειά με τον σκυλόφραγκο αφέντη, μαζευτήκανε λοιπόν, μια μέρα οι προεστοί κι’ οι δημογέροντες του χωριού, ο Ψαρράς, ο Χατζη-Βλασερός, ο Γαληνός κι’ ο παπα-Αρώνης, χτυπήσανε την καμπάνα τ’ άϊ-Νικόλα, συναχτήκανε οι χωριανοί, μπήκανε στο λαχανόκηπο με το «έτσι θέλω» κι’ αρχίσανε ν’ ανοίγουνε θεμέλια και να χτίζουνε τη γκρεμισμένη εκκλησιά. Όπου, νάσου ο Μπαρότσης με τους μπράβους του κι’ αρχίζει μεγάλος σαματάς. Τσαπιά, φτιάρια, γιαταγάνια, σηκωθήκανε κατά πάνω στο Μπαρότση και τους ανθρώπους του και μη μπορώντας να τα βάλει με τους παλληκαράδες ετούτους του Χριστού και της Παναγίας, γέμισε τα πουγγιά του γρόσια και βενέτικα και τα δισάκκια του πεσκέσια, κατέβηκε στη Χώρα και κατάφερε τον Τούρκο βοεβόντα να σταματήσει τη δουλειά. Οι Φιλωτίτες, οι έρημοι, σκύψανε τα κεφάλια, μαζέψανε τα σύνεργά τους και γυρίσανε πίσω στα σπίτια και στις μάντρες τους, με το μεγάλο καημό στην ψυχή πως η εκκλη σιά τους δεν χτίζεται.
Γενική άποψη του ορεινού χωριού "Φιλώτι" 

Ο προεστώς, ο Ψαρράς.πούπαμε παραπάνω. ήτανε κι’ εκείνος βοσκός κι’ αφού άνοιξε ένα λάκκο κι’ έχωσε το γιαταγάνι του, πήρε το βοσκίστικο ραβδί του και τράβηξε για τη μάντρα του, στο Καλαντό, τρεις ώρες στράτα από το Φιλώτι, κατά τη Νοτιά του νησιού. Έβοσκε τα ζα του, τυροκομούσε, έλεγε κι’ άκουγε παληές ιστορίες με τους άλλους βοσκούς και σαν τον έπαιρνε το μεράκι, κάθιζε στο λίγο ίσκιο μιας αγριόφιδας και τραγουδούσε τον καημό του με το τραγούδι πούχε ακούσει κι’ εκείνος από τον πατέρα του:
Φεύγετε Αργιώτες, φεύγετε, φεύγετε Φιλωτίτες
κι’ εμένα Τούρκοι με κρατούν, Σαρακηνοί με σφάζουν,
σφάζουν και τα μωρά παιδιά και τις γρηές γυναίκες
κι’ η Παναγιά η Αργιώτισσα κουσεύεται κι’ εκείνη...
Μερακωμένος έτσι πούτανε απ’ το τραγούδι και τη μοναξιά, ο Ψαρράς πετούσε ξαφνικά μιαν αγριοφωνάρα π’ αντιλαλούσε ο τόπος και σκορπίζανε τα ζα σαστισμένα απ’ την οργή του βοσκού τους:
-Έϊ, μωρέ, μωρέ! Ωώϊ, ωά! Ακούτε μωρές ραγιάδες: Κάλιο μακελειό στον Τούρκο παρά κρέας στο Βενετσάνο! Ωώϊ, ωά!
Τέτοιος ήτανε ο Ψαρράς, τα καμώματά του κι’ οι κουβέντες του, Μα ξέχασα να πω πως το μικρό του τόνομα το λέγανε Στέφανος κι’ οι χωριανοί του τούχανε κολλήσει και δυο παρατσούκλια: Λούμπας και Αναγνώστης. Το Λούμπας γιατί με την εξυπνάδα του έρριχνε πάντα στη «λούμπα» όποιους τον πειράζανε και τ’ Αναγνώστης γιατί ξεκινούσε κάθε Κυριακή από τη μάντρα και πήγαινε στην εκκλησιά και με τα λίγα κολλυβογράμματα πούξαιρε βοηθούσε τον παπά-Αρώνη στην λειτουργία.
Περνούσε ο καιρός. Ο Ψαρράς έβοσκε τα ζα του στο Καλαντό και κάθε σαββατοκύριακο πηγαινοερχότανε από την μάντρα στο χωριό κι’ από το χωριό στην μάντρα. Ήτανε τότε το 1690. Ήρθε η άνοιξη , τ’ Άϊ Γιωργιού. Μα επειδή η γιορτή του έπεφτε Μεγαλοβδομάδα και θα γινότανε ανήμερα της Λαμπρής, ο Ψαρράς δεν πήγε για την λειτουργία στο χωριό παρά καθότανε στο μιτάτο του κι’ ετοίμαζε τα λαμπριάτικά του πεσκέσια. Η μέρα ήτανε συννεφιασμένη και θολή, μα κανένας δεν περίμενε το κακό που θα ξεσπούσε σε λίγο. Κι’ εκεί, κοντά στο μεσημέρι, σηκώθηκε ένας άγριος ανεμοσίφουνας που ξερρίζωνε τα δέντρα και ρήμαζε τα γεννήματα. Μα τούτο ήτανε το λιγώτερο, γιατί το πιο μεγάλο κακό άρχισε σαν ανοίξανε οι καταρράχτες τ’ ουρανού και ρίχνανε το χαλάζι χοντρό σαν ρεβύθι. Στεριά και θάλασσα βουΐζανε απ’ τον χαλασμό. Οι βοσκοί σταυροκοπιόντουσαν κλεισμένοι στα μιτάτα τους και τα ζα, τρομαγμένα, λουφάζανε στις απανεμιές.
Παναγία η Φιλωτίτισσα 

Μέσα σ’ εκείνο τ’ ανεμόβροχο και τη μάνητα τουρανού και του πελάου, ένα μεγάλο καράβι φάνηκε ν’ ανεβαίνει και να δέρνεται ξυλάρμενο ανάμεσα στ’ αφρομανιασμένο μπουγάζι Ναξιάς και Νιος. Τόδερνε η θάλασσα, τόσερνε ο αγέρας, το χτυπούσε το χαλάζι κι’ εκείνο, σα νάτανε ένα στοιχειωμένο καράβι, χωρίς ζωντανή ψυχή μέσα, μια ανέβαινε τ’ αγριεμένα θαλασσόβουνα, μια κατέβαινε και χανότανε στ’ αφρισμένα λαγούμια του πελάου. Κακιά ώρα τώχε βρει το έρημο....
Εκείνη την ώρα ο Ψαρράς καθότανε, όπως είπαμε, στο μιτάτο του και για μια στιγμή που βγήκε έξω, βλέπει ξαφνικά τ’ άγνωστο καράβι να θαλασσοδέρνεται και να το σπρώχνουνε τα μανιασμένα κύματα πάνω στην άγρια βραχιά του γιαλού. Δεν χάνει καιρό, ρίχνει στους ώμους του την κουκουλωτή καζακίνα του, βγαίνει στην «αμπασιά» της μάντρας και βάζει τις φωνές:
-Βοηηήθεια! Καραάβι πνίγεταιαιαι! Μηδέ φωνή, μηδέ ακρόασια. Για καλή του τύχη βρέθηκε νάναι εκεί κοντά άλλη μια μάντρα, των Βλασεράδω. Φεύγει ο σκύλος του μπροστά, φεύγει ο Ψαρράς ξοπίσω, πάει, τους βρίσκει εκεί.
-Το και το, βρε παιδιά, για το Θεό! Καράβι πνίγεται... Παίρνουνε οι Βλασεράδες δυο φορτωματάρικα σκοινιά και ξεκινάνε με τον Ψαρρά για τη θάλασσα. Μα προτού προφτάξουνε στο γιαλό, τ’ ακυβέρνητο, θαλασσοδαρμένο καράβι έπεσε μ’ άγρια χλαπαταγή πάνω στην αγριοβραχιά. Αλλού τα κατάρτια, αλλού τα καραβόξυλα, κομμάτια – κομμάτια το σκαρί. Να μην τα πολυλογούμε, δεν προφτάξανε να του κάνουνε τίποτα οι ανθρώποι μας και, πάει το καράβι, χάθηκε κι’ επάνω στην αφρομανούσα θάλασσα παλεύανε τώρα μοναχοί κάμποσοι άνθρωποι που χτυπιόντουσαν με τα καραβόξυλα, με τα βράχια και με τα κύματα και βγάνανε κάτι πνιγμένες, απελπισμένες, αλλόγλωσσες φωνές:
-Ιμπτάτ, Αλλαχίμ! Ιμπτάτ, Αλλαχίμ! Τζαν Χουρταράν, ιοκ’μ! (Βοήθεια, Θεέ μου! Βοήθεια Θεέ μου! Δεν υπάρχει κανείς να σώσει τις ψυχές μας!)
Αφουγκράζονται τις φωνές οι δυο βοσκοί, οι Βλασεράδες, σταματάνε και δεν κοτούνε να σιμώσουν το γιαλό.
-Τούρκοι είναι, λένε του Ψαρρά! Αντίχριστοι είναι! Πάμε να φύγουμε...
-Ελάτε ‘δω βρέ! μπήγει την αγριοφωνάρα του εκείνος. Και παίρνει τα σκοινιά, τα ρίχνει στο γιαλό κι’ αρχίζει να μαζεύει τους Τουρκαλάδες.
Όλοι-όλοι τους ήτανε καμμιά τριανταριά και μόνο δέκα κι’ ένα τουρκάκι, ως δέκα χρονώ, μπόρεσε ο Ψαρράς κι’ οι Βλασεράδες και σώσανε κι’ οι άλλοι, πάνε, τους φάγανε τα κύματα και τα θαλασσίματα. Παίρνουνε τότες οι βοσκοί τους σωσμένους, τους πάνε στο μιτάτο του Ψαρρά, ανάβουνε φωτιά να ζεσταθούνε και να στεγνώσουνε τους δένουνε τις λαβωματιές τους κι’ αρμέγουνε και τα ζα και τους δίνουνε τό γάλα τους. Το βράδυ πάλι σφάζει ο Ψαρράς ένα ρίφι, σφάζουνε και οι Βλασεράδες δυό, τρώνε και κάνουνε όλοι το σταυρό τους που τους γλύτωσε ο Άϊ-Γιώργης. Μόνο το μικρό Τουρκάκι, πούτανε χτυπημένο στο κεφάλι κι’αρρωστημένο απ’ την τρομάρα και το θαλασσόδαρμα, δεν μπορούσε μηδέ να φάει, μηδέ να πιει, παρά ήτανε ξαπλωμένο και τυλιγμένο σ’ έναν ανάπλι, στη γωνιά του μιτάτου κι’ έτρεμε και παραμιλούσε, το καημένο, απ’ τον πυρετό. Οι Τούρκοι, λένε στον Ψαρρά, πως το παιδί είναι από μεγάλο σόϊ και πως το πήγαινε ο μπάρμπας του με το καράβι στην Πόλη και πνίγηκε. Το παιδί το λέγανε Χουσεΐν. Ο Ψαρράς το συμπάθησε. Τ’ άρχισε στα γιατροσόφια κι’ όλη νύχτα δεν τάφησε από το πλάϊ του.
Την άλλη μέρα οι Τούρκοι, αφού φάγανε πάλι κι’ ήπιανε, κάμανε και κουμπάνια, ευχαριστήσανε τους βοσκούς με τεμενάδες και φύγανε για τη χώρα για να βρούνε καράβι να μπαρκάρουνε. Τον Χουσεΐν, που ήτανε ακόμη άρρωστος, τους είπε ο Ψαρράς να τον αφήσουνε, ωσπού να γίνει το παιδί καλά κι’ ύστερα θα το πάγαινε εκείνος στη χώρα, να το παραδώσει του βοεβόνδα. Κατεβήκανε οι Τούρκοι στη Χώρα. Είπανε τα καθέκαστα του βοεβόντα., Αμπτουλά Τσελεπή τονε λέγανε, κι’ εκείνος άνοιγε τα μάτια του και τους άκουγε που ο Ψαρράς, που δεν τον είχε αφήσει να χτίσει την εκκλησιά στο Φιλώτι, έκαμε στους Τούρκους τέτοιο καλό. Συφώνησε και για το παιδί κι’ έτσι ο Χουσεΐν απόμεινε του Ψαρρά.
Ήρθε το Μεγάλο Σάββατο, Φόρτωσε ο Ψαρράς τα μουλάρια του με τα βοσκίστικα της Λαμπρής, φόρτωσε και τον Χουσεΐν και τα πήγε και τα ξεφόρτωσε, όλα μαζύ, στην αυλή του, στο Φιλώτι. Είδε η γυναίκα του, η Πλυτή, το Τουρκάκι, έβαλε τις φωνές.
-Δε θέλω ν’ αναθρέψω Τούρκο! Δεν θέλω Τούρκο μες στο σπίτι μου! φώναζε η γυναίκα.
Ο Χουσεΐν δεν καταλάβαινε τι έψελνε του άντρα της η Πλυτή, έννοιωθε όμως πως είναι οι φωνές για κείνο και ζάρωσε σε μια γωνιά αμίλητο και λυπημένο.
-Βρε Πλυτή, απαντούσε ο Ψαρράς. Κάμε το καλό και ρίχτο στο γιαλό. Το παιδί ο Θεός μας τώστειλε. Καλό είναι, όμορφο είναι, έξυπνο είναι. Εκεί πώχουμε τρία δικά μας, θα τώχουμε κι’ αυτό. Θα το βαφτίσουμε και θα το κάμουμε παιδί μας...
-Κάμε ότι θες, άρχιζε πάλι τη σύχυση η Πλυτή: Εγώ μια φορά τούρκο δεν θέλω μες στο σπίτι μου...
-Βρε αμάν, βρε ζαμαν, πάλι ο άντρας, τίποτα η γυναίκα, τίποτα...
Τι να κάμει ο άνθρωπος; Λαμπρή δεν έκαμε από το γυναικοκαυγά.
Ξημερώνει, λοιπόν, ο Θεός τη Δευτέρα, παίρνει ο Ψαρράς τον Χουσεΐν και ξανά πάλι για την μάντρα στον Καλαντό. Αρχίζει ο Χουσεΐν να βόσκει τα ζα και το βράδυ ο Ψαρράς να παίρνει το ραβδί του και να του μαθαίνει γράμματα πάνω στο χώμα. Σε κάμποσες βδομάδες πάει κι’ η Πλυτή στην μάντρα για το θέρος. Βλέπει το παιδί στη δουλειά κι’ αρχίζει να το συμπαθά. Τελειώνει το θέρος, το παίρνει στο χωριό, του κάνει καινούργια ρούχα κι’ αρχίζει να τ’ αγαπά σαν παιδί της. Αρχίζει κι’ ο Χουσεΐν να λέει την Πλυτή: -Μάννα! και τον Ψαρρά –Αφέντη! Ύστερα από ‘να χρόνο ξέρει το παιδί και τα ελληνικά, φωνάζει μοναχό του τους ψυχογονιούς του, και τους λέει:
-Θέλω να γενώ χριστιανός!
Φωνάζουνε τότε, ο Ψαρράς με τη γυναίκα του, τον παπά-Σταμάτη Τζανιά, βάνουνε το παιδί στην Κατήχηση κι’ ύστερα το βαφτίζουνε και το βγάνουνε Γιώργη, επειδή σώθηκε από το πνίξιμο την ημέρα τ’ Άϊ-Γιωργιού.
Περάσανε έξη χρόνια κι’ο Χουσεΐν-Γιώργης είχε γίνει πια δεκαοχτώ χρονώ κοπέλλι, το δεξί χέρι του Ψαρρά και το καμάρι της Πλυτής. Εκεί νάσου μια μέρα ο Αμπτουλά-βοεβόντας στο χωριό μ’ ένα Τούρκο καραβοκύρη και ζητά το παιδί. Λένε οι Φιλωτίτες.
-Πάει μας χάλασε ο Ψαρράς ο Λούμπας, που έκαμε το Τουρκάκι χριστιανό.
Φεύγει η Πλυτή από το σπίτι, φεύγουνε τ’ άλλα παιδιά. Μένει ο Ψαρράς κι ο Χουσεΐν-Γιώργης. Βλέπουνε τους Τούρκους ήσυχους παίρνουνε θάρρος. –Το παιδί, λέει ο Αμπτουλά του Ψαρρά, είναι μεγάλου άρχοντα στην Ισταμπούλ. Ήρθαμε να σε πληρώσουμε τα έξοδά σου και να το πάρουμε.
Ο Ψαρράς μένει αμίλητος. Ο Χουσεΐν-Γιώργης αρχίζει το κλάμμα. Ακούει τα χαμπέρια κι’ η Πλυτή και φανερώνεται.
-Το παιδί, λέει, θέλω κι’ όχι γρόσια. Μα τί να κάνουμε; Έκλαιγε η Πλυτή, έκλαιγε ο Ψαρράς, έκλαιγε το παιδί. Το παίρνουνε οι Τούρκοι και φεύγουνε.
***
Περάσοντα εικοσιπέντε χρόνια, ετούτηγ η ιστορία που σας διηγιέμαι , κατά πώς τη βρήκα σε κάτι παληά ελληνοτουρκικά χαρτιά του νησιού μου, είτανε πια ξεχασμένη και στο χωριό και στο νησί. Μόνο που οι Φιλωτίτες είχανε πιαστεί στον καυγά με τον άρχοντα τον Μπαρότση, να του πάρουνε το μπαξέ, και να χτίσουνε εκκλησιά. Κουβαλούσανε πέτρα οι Φιλωτίτες, μπαίνουνε στον μπαξέ, ξαναβάνουνε θεμέλια, φεύγει ο Μπαρότσης και πάει στη Χώρα να βρει τον βοεβόντα. Εκείνος, πούθελε να ξεπληρώσει τα καλά του Ψαρρά για τους Τούρκους που γλύτωσε και για το παιδί, έκανε τον μισοκακόμοιρο κι’ έλεγε πως δεν μπορούσε ν’ ανακατευτεί με δουλειές των χριστιανών.
Παίρνουνε κουράγιο οι Φιλωτίτες, φέρνουνε μαρμαράδες από την Τήνο, χτίστες από τον Μωρηά, προχωρούνε στο χτίσιμο. Ο Μπαρότσης κι’ οι Φράγκοι το παίρνουνε κατάκαρδα, γράφουνε του Γάλλου αμπασαδώρου (πρεσβευτή) στην Πόλη, πάει εκείνος στα Βασιλικά σκαλιά και καταφέρνει και πάει φιρμάνι στον βοεβόντα Ναξίας και πάει εκείνος ο κακόμοιρος με πόνο του και σταματάει το χτίσιμο της εκκλησιάς. Πιάνει και τον Ψαρρά, τον στέλνει δεμένο στην Πόλη.
-Πάει, του πήρανε το κεφάλι του, τόνε κλαίγανε και τόνε μοιρολογούσανε οι Φιλωτίτες.
Παγαινάμενος ο Ψαρράς στην Πόλη, εξηνταπεντάρης γέρος πια, τον ρίχνουνε στο μπουντρούμι. Μα γερό ψημένο κόκκαλο ο γέρος, άντεχε.
Περνάνε δυο μήνες. Έρχεται κι’ ο Μπαρότσης απ’ τη Ναξιά, φορτωμένος φλουριά και βενέτικα, βγάνανε τον Ψαρρά απ’ τη φυλακή, πάνε στον μεγάλο καδή κι’ αρχίζει η δίκη για την εκκλησιά. Βέβαιος ο Μπαρότσης πως θα την κερδίσει, βέβαιος κι’ ο Ψαρράς πως σε μια ώρα δεν θάχει μηδέ το κεφάλι του. Εκεί όμως που φωνάζει ο καδής τα ονόματά τους, ακούεται και λέει να λύσουνε τις αλυσίδες του Ψαρρά. Ξαφνιάζονται όλοι... Αρχίζει να μιλεί ο Μπαρότσης, μιλούνε κι’ οι ψευδομάρτυρές του, τι να πει κι’ ο Ψαρρας, τελειώνει η δίκη. Σηκώνεται επάνω ο καδής, λέει:
-Εν ονόματι του Μεγαλοπρεπεστάτου, Δικαιοτάτου, Ευσπλαχνικωτάτου, Φιλανθρωποτάτου, Νικητού, Ήρωος και Τροπαιούχου, Πολυχρονεμένου Αυθέντου ημών, Σουλτάνου Αχμέτ του Γ’, κηρύττω αθώον τον κατηγορούμενον και εκδίδω τον παρόντα ημέτερον δικαστικόν και ηγεμονικόν ορισμόν ίνα τελειωθεί η εκκλησία του κατά την νήσον Ναξίαν χωρίου Φιλώτι χωρίς να δύναται τινάς να το εμποδίση ειδ’ άλλως θέλει πειραθή της ηγεμονικής ημών αγανακτήσεως, ως φιλόδικος και απειθής. Ούτω προστάττομεν ηγεμονικώς και ούτω γενέσθω εξ αποφάσεως.
Ακούγανε όλοι την απόφαση, μένανε βουβοί. Παίρνει ο Μπαρότσης το γραμματέα της πρεσβείας και φεύγουνε σαν βρεγμένες γάτες. Στέκεται ασάλευτος και σαστισμένος ο Ψαρράς. Σηκώνεται τότε επάνω ο καδής, πάει κοντά του, τον βλέπει στα μάτια, χαμογελά και του λέει:
-Ος γκελτίν! Κάμε το καλό και ρίχτο στο γιαλό! Αφέντη μου, δεν με γνωρίζεις; Είμαι ο Χουσεΐν-Γιώργης, το ψυχοπαίδι σου.
Και πέφτει στην αγκαλιά του κι αρχίζει να φιλεί το γέρο με δάκρυα, Κλαίει κι’ ο γέρο-Ψαρράς και φιλεί τον Χουσεΐν καδή, τον Χουσεΐν-Γιώργη, το παιδί του...
Παίρνει ο Χουσεΐν τον γέρο-Ψαρρά στο σαράϊ του, τον καλοκαθίζει ένα μήνα κι’ ύστερα τον ετοιμάζει να φύγει για την Ναξιά και του δίνει δυο κασσέλες μπαξίσια, μια σακκούλα φλουριά, μια κουμπούρα κι’ ένα Σουλτανικό φιρμάνι.
-Αφέντη μου! του λέει ο Χουσεΐν: Ετούτο το φιρμάνι του Σουλτάνου σου δίνει το δικαίωμα να πάρεις όσο τόπο θέλεις για την εκκλησιά, χωρίς να μπορεί κανείς να σ’ εμποδίσει, Η σακκούλα με τα φλουριά είναι από μένα. Τα μισά δικά σου, τ’ άλλα μισά να χτίσεις το καμπαναριό της εκκλησιάς. Την κουμπούρα στη δίνω για να χτυπήσεις όποιονα τολμήσει να σ’ εμποδίσει στο χτίσιμο της εκκλησιάς. Κι’ άμα βγεις στη Χώρα, βάρα δυο κουμπουριές για το γινάτι των Φράγκων, κι άμα σε πειράξει κανείς, βάρα του και δείχνε το φιρμάνι.
Έτσι έφυγε ο γέρο-Ψαρράς από την Πόλη για τη Ναξιά, μ’ ένα μεγάλο καΐκι, που ναύλωσε ξεπίτηδες ο Χουσεΐν.
Έφτασε στη Ναξιά. Μα γνωστικός και καλός άνθρωπος δεν έκαμε κανενός κακό μηδέ με την κουμπούρα, μηδέ με το φιρμάνι. Σαν βγήκε στο λιμάνι του νησιού με τόσα αμανάτια, καλοντυμένος και με την κουμπούρα στη ζώνη του, τον πλησιάζει ο βοεβόντας και δυο τούρκοι φορατζήδες να πληρώσει το φόρο και να του πάρουνε τη κουμπούρα. Τους δείχνει ο Ψαρράς φιρμάνι, τον αφήνουνε. Τον καμαρώνανε και χαίρονταν οι χωριάτες. Το μαθαίνουνε κι’ οι χωριανοί του, παίρνουνε τα ξεφτέρυγα, ντουμπάκια, τζαμπούνες, φεύγουνε παπάδες και λαϊκοί και πάνε και καλοσωρίζουνε τον Ψαρρά.
Την άλλην ημέρα πάει εκείνος, κάνει ζάφτι όλο τον λαχανόκηπο του Μπαρότση, παίρνει και το διπλανό χωράφι για νεκροταφείο. Χαράζει μια μεγάλη αυλή για την εκκλησιά, μια πλατεία δίπλα, πιάνει κι όσο τόπο ήθελε για να χτιστούνε κελιά και σπίτια των χωριανών κι’ όλοι πια βαλθήκανε και τελειώνουνε την εκκλησιά τους. Το καμπαναριό το κάμανε μαρμαροπελέκητο με τα φλουριά του Χουσεΐν. Και στις 15 Αυγούστου του 1718 γίνανε τα εγκαίνιά της και της δώσανε και το παληό όνομα της γκρεμισμένης από τους κουρσάρους εκκλησιάς: «Κοίμησις της Θεοτόκου».
Από τότε γίνεται στο Φιλώτι το πανηγύρι της. Κι’ οι βοσκοί, οι Φιλωτίτες, που πάνε στο χωριό να προσκυνήσουνε τη Χάρη της, γυρίζουνε και βλέπουνε το καμπαναριό της και το δείχνουνε και στους ξένους, πούναι επάνω, σε μια πλάκα του, σκαλισμένη η εικόνα του Ψαρρά. Εκείνος έχτισε την εκκλησιά τους.
Έγραψα κ’εγώ, ο ταπεινός δούλος του Θεού, την ιστορία της, όπως την άκουσα από τα στόματα των βοσκών και τηνε διάβασα στα χαρτιά της και να μένει εις τον αιώνα, εις μνημόσυνον των κτιτόρων της και εις έλεος κ’ αμού του γράψαντος ταις πρεσβείαις της Θεοτόκου. Αμήν.





Παρασκευή 1 Αυγούστου 2014

Οι ζωές των άλλων είναι ο πλούτος μας

του Ισίδωρου Ζουργού

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί ομιλία του συγγραφέα (και εκπαιδευτικού) Ισίδωρου Ζουργού προς τους τελειόφοιτους της Ελληνογαλλικής Σχολής Καλαμαρί. Εκφωνήθηκε στη Θεσσαλονίκη, στις 28 Ιουνίου 2014.

Φωτογραφία από τη εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στην αυλή της Αγιορειτικής Εστίας, κατά την οποία ο Ισίδωρος Ζουργός διάβασε αποσπάσματα από τα  βιβλία του. 

Βρίσκομαι καλεσμένος εδώ απόψε από τη διεύθυνση του σχολείου για να απευθυνθώ ιδιαίτερα σε σας, νεαρές κυρίες και κύριοι, και να προσθέσω κι εγώ μερικά λόγια σε μια ιδιαίτερη στιγμή της ζωής σας, ξένος ανάμεσά σας είναι η αλήθεια, όμως δάσκαλος κι εγώ, ένας από τους πολλούς που ζούνε για χρόνια ανάμεσα σε παιδιά και νέους, με τη μυρωδιά του σχολείου και της αυλής πάνω στο δέρμα, με το χτύπημα του κουδουνιού να επανέρχεται σ’ εκείνο το διάκενο, που αφήνουν καμιά φορά τα όνειρα της νύχτας. Σήμερα όμως παρίσταμαι όχι ως δάσκαλος αλλά ως συγγραφέας, ως γεννήτορας βιβλίων ο οποίος νομίζει πως έχει κάτι να σας πει.
Ίσως να το έχετε σκεφτεί κι εσείς μερικές φορές ότι μια επιπρόσθετη δυσκολία στους αποχαιρετισμούς είναι η έγνοια μήπως το τυπικό που τους περιβάλλει απορροφήσει την ουσία, μήπως τα «πρέπει» τους αλυσοδέσουν αυτά που αισθανόμαστε, μήπως με άλλα λόγια η φροντίδα της κορνίζας υποκαταστήσει το ίδιο το κάδρο. Σας διαβεβαιώ πως η στόχευσή μου είναι να σας πω δυο λόγια με την πυξίδα της καρδιάς, χωρίς κορνίζες, όπως ταιριάζει όταν μιλάς σε νέους ανθρώπους.
Φαντάζομαι πως θα έχετε επιπλέον έγνοιες και σκέψεις πέρα από τα αποτελέσματα των εξετάσεων, καθώς θα έχετε ακούσει πολλές φορές από τους γονείς σας, τους καθηγητές σας, τα ίδια τα μέσα ενημέρωσης να επαναλαμβάνουν ότι είστε εκείνη η γενιά, που καλείστε να ζήσετε με ψαλιδισμένα όνειρα, αλλά με την οφειλή να ξαναστήσετε στα πόδια της μια ολόκληρη χώρα. Πολλοί από σας ίσως προγραμματίζουν από τώρα τη μετάβαση σε άλλους τόπους, για σπουδές αρχικά κι ύστερα για αναζήτηση εργασίας. Όμως τι μπορεί να σας πει ένας συγγραφέας για τους έλικες της ζωής, που ανοίγονται μπροστά σας, τι μπορούν να πουν τα βιβλία για το μέλλον σας; Ως συγγραφέας ίσως έπρεπε κατευθείαν από εκεί να ξεκινήσω, από τα βιβλία.
Φωτογραφία από την ίδια εκδήλωση.

«Δεν ζητούσα τίποτα περισσότερο από το να προσπαθώ να ζω σύμφωνα με ό,τι πιο αληθινό ήθελε να βγει από μέσα μου. Γιατί άραγε ήταν τόσο πολύ δύσκολο;» Αυτό αναρωτιόταν στα 1920 ο Έρμαν Έσσε, Γερμανός νομπελίστας συγγραφέας. Η φράση που ακούσατε είναι παρμένη από τον Ντέμιαν, ένα μυθιστόρημα χρονικό μιας εφηβείας, που έμελε να γίνει το ευαγγέλιο της γερμανικής νεολαίας, πριν ακόμη περάσει ολόκληρη η χώρα στην εποχή των ναζιστικών παγετώνων. Αυτό το ίδιο βιβλίο το διάβαζα και εγώ στα 1980, όταν ήμουν στη δική σας ηλικία και αναρωτιόμουν ολόκληρα μερόνυχτα : Άραγε θα είναι τόσο δύσκολο να προσπαθήσω να ζήσω με τον τρόπο που έγραφε ο Έρμαν Έσσε; Ήταν δύσκολο τελικά, λέω τώρα, 35 χρόνια μετά, αλλά πάντως όχι ακατόρθωτο. Αυτό το πρόταγμα ζωής που μου παρουσίασε ένα βιβλίο στα δεκαεπτά μου χρόνια, τελικά πάλι με βιβλία το στήριξα. Το να προσπαθείς να ζεις σύμφωνα με τις πηγές που αναβλύζουν από μέσα σου είναι ένας μακροχρόνιος πόλεμος, άλλες μάχες τις κερδίζεις, άλλες τις χάνεις, άλλοτε συνθηκολογείς πρόσκαιρα, άλλοτε πεισμώνεις και κλείνεσαι για καιρό πίσω από τείχη ως ελεύθερος πολιορκημένος. Ένα μέρος από το οπλοστάσιο αυτού του μακροχρόνιου πολέμου ήταν τα βιβλία.
Αυτό το φαινόμενο άρνησης της αυθεντικότητας του προσώπου που έθετε ο Ντέμιαν, στη γλώσσα της φιλοσοφίας συχνά το ονομάζουν έκλειψη του υποκειμένου και το μεθοδεύουν η μόδα, οι θεωρίες του συρμού που ονομάζονται τώρα με μια κομψότητα μαζική κουλτούρα, επίσης κάποιες μικρές και μεγάλες εξουσίες… Γενικά το προβάλλουν θεωρίες και απόψεις αμέτοχες όλες τους της ανθρωπιστικής παιδείας. Τελικά όλοι αναρωτιόμαστε πώς το αυτονόητο, να είσαι δηλαδή ο εαυτός σου, βρίσκεται συνεχώς σε κίνδυνο; 
Προχωρώντας στην εξομολόγηση της δικής μου αναγνωστικής ιστορίας, στη μακροχρόνια δηλαδή προσωπική μου σχέση με τα βιβλία, δεν ήταν μόνο ο Ντέμιαν που με σημάδεψε, με στοίχειωσε να το πω καλύτερα. Ήταν ο Γιάννης Αγιάννης των Αθλίων του Ουγκώ και ως τον Ντοστογιέφσκι και τον Παπαδιαμάντη ο κατάλογος είναι μακρύς. Προφανώς όμως το να αναφέρω μπροστά σας αυτή την εποχή τη λέξη διάβασμα, ανάγνωση, βιβλία, είναι λίγο παρακινδυνευμένο από τη στιγμή που μόλις έχετε αποδράσει από έναν εξαντλητικό μαραθώνιο προετοιμασίας και εξετάσεων. Νομίζω όμως πως έχετε καταλάβει ότι προφέρω τη λέξη ανάγνωση χωρίς καμιά χροιά καταναγκασμού, γιατί προφανώς δεν αναφέρομαι στην υποχρεωτική σχολική μελέτη, στις εξετάσεις ή στην αναγκαστική επιστημονική ανάγνωση και ενημέρωση, που σας περιμένει στην μελλοντική επαγγελματική σας ζωή. Μιλάω για κείνη την αβίαστη ανάγνωση που συνοδεύεται από  απόλαυση, εννοώ αυτή την ελεύθερη βοσκή των βιβλίων που εσείς έχετε επιλέξει, γιατί αυτά θα είναι που θα ερεθίσουν τη φαντασία και την περιέργειά σας για τα οδυσσειακά ταξίδια, αυτά που κυρίως η λογοτεχνία μπορεί να σας προσφέρει, χωρίς να αποκλείουμε βέβαια τον κινηματογράφο και το θέατρο.
                                                   Φωτογραφία από την ίδια εκδήλωση.


«Δεν ζητούσα τίποτα περισσότερο από το να προσπαθώ να ζω σύμφωνα με ό,τι πιο αληθινό ήθελε να βγει από μέσα μου. Γιατί άραγε ήταν τόσο πολύ δύσκολο;» Αυτό αναρωτιόταν στα 1920 ο Έρμαν Έσσε, Γερμανός νομπελίστας συγγραφέας. Η φράση που ακούσατε είναι παρμένη από τον Ντέμιαν, ένα μυθιστόρημα χρονικό μιας εφηβείας, που έμελε να γίνει το ευαγγέλιο της γερμανικής νεολαίας, πριν ακόμη περάσει ολόκληρη η χώρα στην εποχή των ναζιστικών παγετώνων. Αυτό το ίδιο βιβλίο το διάβαζα και εγώ στα 1980, όταν ήμουν στη δική σας ηλικία 

Θα προσπαθήσω όμως τώρα να προλάβω τυχόν απορίες και αντιρρήσεις σας. Ζήσατε τα τελευταία χρόνια πραγματικά στον σφυγμό και στις αλυσίδες ενός συστήματος, το οποίο απέρριπτε μια τέτοια ανάγνωση ως ξένο σώμα, ένα εξεταστικό σύστημα που ευνοούσε την αποστήθιση και παραγκώνιζε τη δημιουργική φαντασία και την κριτική σκέψη. Δεν είστε εδώ και κάποια χρόνια αναγνώστες, γιατί οι συνθήκες δεν σας επέτρεψαν να είστε. Όσοι και όσες από σας είχατε αρχίσει να κτίζετε αναγνωστικές συνήθειες στο δημοτικό σχολείο και στο γυμνάσιο, στο λύκειο απομακρυνθήκατε από τα εξωσχολικά βιβλία, όπως συνηθίζουμε ακόμη με παλιομοδίτικο τρόπο να τα αποκαλούμε. Η σχέση των μαθητών με τη λογοτεχνία είναι ένα από τα πρώτα σφάγια στο θυσιαστήριο των εισαγωγικών εξετάσεων. Στα χρόνια όμως που έρχονται θα κληθείτε να βρείτε το κομμένο νήμα και να βγείτε από αυτόν τον λαβύρινθο τον γεμάτο μνήμες άγχους και απώθησης.
Οι δημοκρατικές κοινωνίες απαιτούν από τους πολίτες τους όχι μόνο ενημέρωση και πληροφόρηση, κάτι που προσφέρεται αφειδώς από το διαδίκτυο, αλλά και συγκροτημένη σκέψη όπως και δημιουργική φαντασία και επινοητικότητα. Σ’ αυτή όμως την περίπτωση το διαδίκτυο, επιτρέψτε μου αυτό να το πιστεύω, σηκώνει τα χέρια ψηλά. Όλες αυτές οι ικανότητες που αναφέραμε προάγονται όχι από βιαστικά ηλεκτρονικά κοιτάγματα αλλά από την ανάγνωση της λογοτεχνίας, του δοκιμίου, του βιβλίου γενικότερα. Το διαδίκτυο είναι ένας ωκεανός, αυτό το ξέρετε καλύτερα από εμένα και δεν μπορείτε να τον περάσετε με ένα μικρό βαρκάκι. Θα χρειαστείτε γαλέρες και ατμόπλοια, τα οποία εσείς πρέπει να ναυπηγήσετε με υλικά από συγκροτημένα κείμενα, θα χρειαστεί να ροκανίσετε και να κολλήσετε τα μαδέρια τους συντροφιά με βιβλία.
Μα γιατί στο κάτω κάτω της γραφής, θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί, να διαβάζουμε βιβλία; Αξίζει άραγε τον κόπο και αν ναι πώς να τα διαβάζουμε, ποιους τίτλους να επιλέγουμε και με ποιο τρόπο; Αυτές είναι κάποιες από τις ερωτήσεις που μου έχουν κάνει επανειλημμένα πολλοί μαθητές και μαθήτριες σε γυμνάσια και λύκεια, όπου με είχαν προσκαλέσει για να μιλήσουμε για βιβλία. Προς τι άραγε, επιτείνω τώρα εγώ το ερώτημα, αυτή η μανία της ανάγνωσης; Από τον Μέγα Βασίλειο για παράδειγμα, πριν από χίλια επτακόσια χρόνια, όταν στον γνωστό λόγο του προς τους νέους ζητάει απ’ αυτούς να ετοιμάσουν τη συνείδησή τους με τη μελέτη της κοσμικής σοφίας των αρχαίων ελλήνων συγγραφέων, ως τον Ντανιέλ Πενιάκ, τωρινό συγγραφέα και εκπαιδευτικό ο οποίος με πολύ θάρρος και χιούμορ θέσπισε τα δικαιώματα του σημερινού αναγνώστη. Προς τι λοιπόν η ανάγνωση; Περιορισμένος σήμερα από τον χρόνο θα επιχειρήσω να συνοψίσω μια απάντηση σχεδόν τηλεγραφική.

Ο καθένας μας είναι κλεισμένος στο δωμάτιο της ιδιωτικότητάς του ενώ έξω υπάρχει ο κόσμος, πολύχρωμος, σκληρός αλλά και τρυφερός, βίαιος και ερωτικός, αντιφατικός… Διαβάζουμε λοιπόν για να διευρύνουμε κι άλλο αυτήν τη χαραμάδα της μισάνοιχτης πόρτας μέσα από την οποία αντικρίζουμε τον κόσμο, για ν’ ανοίξουμε την οπτική μας στο θαύμα με ό,τι απόλαυση και αγωνία αυτό συνεπάγεται, άλλωστε η λέξη κόσμος στα αρχαία ελληνικά σημαίνει κόσμημα, δηλαδή στολίδι. Η ανάγνωση, αγαπητά μου αγόρια και κορίτσια, συνεισφέρει τελικά στο ακόνισμα της ματιάς μας η οποία πέφτει πάνω σε αυτό το στολίδι, στη διεύρυνση της ζωής ως εμπειρία, στη χωροθέτηση του κόσμου και στην προσπάθεια ερμηνείας του. Φυσικά όποιος διαβάζει δε σημαίνει απαραίτητα πως γίνεται αυτόματα και καλύτερος άνθρωπος από κάποιον άλλο που δεν είναι αναγνώστης, όμως βρίσκεται ένα βήμα πιο κοντά στην ενσυναίσθηση της ελευθερίας, ένα βήμα πιο κοντά στην κατανόηση του άλλου, γιατί μέσω των βιβλίων έχει γνωρίσει και άλλες ζωές. Φανταστείτε τελικά το μυθιστόρημα ως ένα ζιπαρισμένο αρχείο της ζωής ενός ανθρώπου. Οι ζωές των άλλων είτε τις γνωρίζουμε ως φυσικές παρουσίες είτε τις πλησιάζουμε μέσω της ανάγνωσης είναι ο πλούτος μας.
Κλείνοντας σας εύχομαι να ζήσετε μια ευτυχισμένη και δημιουργική ζωή προσπαθώντας να την καταστήσετε σε αρμονία με ό,τι πιο αληθινό αναβλύζει από μέσα σας, όπως θα έλεγε και ο Έρμαν Έσσε, όσο είναι αυτό δυνατό, όσο μπορέσετε να το καταφέρετε. Ανοίξτε την αγκαλιά σας στους ανθρώπους και φροντίστε να είναι αρκετά μεγάλη ώστε να χωρέσει μαζί και κάποια βιβλία, γιατί τα βιβλία είναι η κατάφαση της ίδιας της ζωής, γιατί και τα βιβλία τελικά άνθρωποι είναι κι αυτά.
Πηγή: http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.vivlia&id=35128

Τρίτη 1 Ιουλίου 2014

Ταξιδεύοντας στον Άθω με τον Le Corbusier

από τον Αναστάσιο Ντούρο


Αγαπημένη του συνήθεια η εναλλαγή βιβλίων και η ταυτόχρονη η ανάγνωση τους. Τον γοήτευε η συναναστροφή των ηρώων διαφορετικών έργων εντός του κακοσχηματισμένου κρανίου του, ενώ το αποτέλεσμα των συζητήσεων τους, του έδινε την ευκαιρία να κατανοήσει με πληρότητα την ψυχοσύνθεση τους και να κατασταλάξει στην ποιότητα των δημιουργών τους.

Συνήθιζε επίσης να ταξιδεύει με διαφορετικά βιβλία, τα οποία επέλεγε ανάλογα με τον τελικό προορισμό, προσπαθώντας να συνδέσει τον τόπο με το έργο και τον συγγραφέα. Με τον τρόπο αυτό θεωρούσε ότι είχε πολλαπλό όφελος, καθώς αποτυπωνόταν εντός του οι μυρωδιές του χώρου, συνοδευόμενες από τις αναμνήσεις των συγγραφέων και τις ζωές των ηρώων τους.

Έτσι, κατά την τελευταία του επίσκεψη στο Άγιον Όρος, βρέθηκε να κρατάει ανά χείρας το έργο του κορυφαίου αρχιτέκτονα Charles Edouard Jeanneret, που έμεινε γνωστός με το ψευδώνυμο Le Corbusier. Το βιβλίο περιείχε τα κείμενα του για την Ελλάδα, καθώς επίσης  φωτογραφίες και σχέδια.

Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, κρατούσε το χαρτόδετο βιβλίο με το σχέδιο της προσωπογραφίας του φιλέλληνα αρχιτέκτονα στο εξώφυλλο του, μια λιτή δημιουργία του Πικάσο, και το ξεφύλλιζε βιαστικά προσμένοντας τη στιγμή που θα απομονωθεί σε κάποιο χώρο και θα βρεθεί αντιμέτωπος με τις ιδέες και τις σκέψεις του.

Αργά το απόγευμα, ο αρχοντάρης της μονής Ιβήρων, του παραχώρησε ένα μικρό κελί με το προνόμιο του δικού του μπαλκονιού, γεγονός που τον χαροποίησε ιδιαίτερα, μιας και η θέα του καταπράσινου βουνού και της καταγάλανης θάλασσας, του δημιουργούσαν μια αίσθηση πληρότητας, έστω και προσωρινής.
Εντός και εκτός του κελιού του, επικρατούσε μια γαλήνια ησυχία, που δύσκολα την συναντούσε στον έξω κόσμο. Πουλιά κελαηδούσαν στον δικό τους ρυθμό, πετώντας από κλαδί σε κλαδί. Φτερουγίσματα, τιτιβίσματα και η ηρεμία του τοπίου, εισέβαλλαν από το μπαλκόνι και πλημμύρισαν το λιτό δωμάτιο.

Άφησε την μπαλκονόπορτα ανοιχτή και ξάπλωσε. Είχε χρόνο μέχρι τον εσπερινό.

Με δυο μαξιλάρια στο προσκεφάλι ξεκίνησε την ανάγνωση και ευθύς αναζήτησε το κεφάλαιο που αφορά τον Άθω. Ήταν το πρώτο κεφάλαιο. Κάτω από τον τίτλο αναγράφεται το έτος του ταξιδιού, 1914. Στην διπλανή σελίδα δεσπόζει ένα σχέδιο του Le Corbusier που αναπαριστά την μονή Σιμωνόπετρας ιδωμένη από την θάλασσα. Καθώς διαβάζει την πρώτη αράδα, αισθάνεται ότι βουτάει στα βαθιά από ένα απόκρημνο βράχο ύψους πολλών μέτρων:
«Ένας ανησυχητικός εκλεκτικισμός μας κάνει να ρέπουμε καθημερινά προς γεροντικές ανεκτικότητες και να υποτιμούμε τον παρόντα χρόνο. Ποιος κυκεώνας από γεροντισμούς απασχολεί το μεγαλύτερο μέρος της πνευματικής μας δράσης! Και η πρακτική κι ενεργός δράση αποδυναμώνεται, παραπαίει, κουβαλώντας σχεδόν το πρόσωπο στη ράχη, κινδυνεύοντας να απολιθωθεί σαν τη γυναίκα του Λωτ, επειδή κοίταξε υπερβολικά πίσω της.»
Και λίγο παρακάτω…
«Η μοναστική ψυχή του Άθω, οι ασκητές, οι αδελφοί που ασκούνται στην προσευχή, φαντάστηκαν το όραμα μιας κρύπτης, και τοποθέτησαν το ωχρό χρυσάφι των ενοράσεων τους μέσα στο αυστηρό, σκιασμένο και πνιγμένο στις εικόνες όστρακο ενός ιερού. Ωστόσο, αν και περιορισμένου όγκου, αυτή η αρχιτεκτονική μου εμπνέει τον θαυμασμό και ώρες πολλές κυλούν για να συλλαβίσω τη σταθερή και δογματική της γλώσσα.»

Γυρίζει τις σελίδες αρπάζοντας λέξεις από εδώ και από εκεί. Είναι τόσα πολλά τα νοήματα. Απολαμβάνει την αποσπασματική ανάγνωση, μια μικρή τελετουργία μέχρι να ξεκινήσει πάλι από την αρχή και να δοθεί ολοκληρωτικά.

«Η εκκλησία του Άθω είναι μια λίθινη φόρμουλα που μπορεί να συγκριθεί με το μπουμπούκι του δέντρου που, από πολύ μικρό, πριν τις ζεστές βροχές της άνοιξης, περιέχει κάτω από τη στιλπνή και στέρεη ασπίδα του όλους τους θησαυρούς – του καλοκαιριού: το λουλούδι – του φθινοπώρου: τον καρπό – και του χειμώνα: την αργή και σκοτεινή κυοφορία. Υπάρχει ένας θόλος πολύ μικρός, - τέσσερα μέτρα, κατά κανόνα-  τοποθετημένος με τρόπο ώστε από τον πελώριο εξωτερικό χώρο που τον πολιορκούν οι αύρες της θάλασσας, η θέα της και η παρουσία του βουνού, αφού διασχίζει κανείς το νάρθηκα κι ένα είδος πρόναου (η λιτή), να φαίνεται μεγάλος και αυτάρκης, δυνατός, ψηλός και τοποθετημένος σαν κοίλος βολβός που τον βλέπεις στον σωλήνα μιας διόπτρας…»


Πριν προλάβει να κατανοήσει πλήρως όσα ο Le Corbusier έγραφε πριν από εκατό ακριβώς χρόνια, σήμανε το σήμαντρο και ευθύς το τάλαντο. Από τον οξύ ήχο του μετάλλου στον γλυκό ήχο του ξύλου. Σηκώθηκε δίχως ιδιαίτερο κέφι και κατευθύνθηκε προς το καθολικό. Σαν πέρασε την λιτή κι βρέθηκε στον κυρίως ναό, στάθηκε σε μια γωνιά και κοίταξε τον θόλο προσπαθώντας να αναγνωρίσει τα στοιχεία της περιγραφής που πριν λίγο είχε διαβάσει, το λουλούδι, τον καρπό και την αργή κι σκοτεινή κυοφορία.