Σελίδες

Παρασκευή 17 Μαρτίου 2017

Λίγες και μία νύχτες, το νέο βιβλίο του Ισίδωρου Ζουργού!



Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα του Ισίδωρου Ζουργού Λίγες και μία νύχτες, που θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Πατάκη. 

 Επιμέλεια: Λεωνίδας Καλούσης

Ο γέρος στο βαγόνι
 Σιδηροδρομικός σταθμός, 22 Απριλίου 1909,
ευρωπαϊκή ώρα 22.45´

Θηρίο μ’ ένα κίτρινο μάτι μες στη νύχτα. Είναι σιδερένιο, είναι τρένο, είναι βρόμικο απ’ τον καπνό και νεφελώδες απ’ τους υδρατμούς που βγάζουν τα ίδια του τα σπλάχνα. Έφυγε απ’ τον σταθμό του Σιρκετζί [1] στην Κωνσταντινούπολη και ταξιδεύει εδώ και είκοσι ώρες. Μέχρι στιγμής πρόλαβε ο δρόμος να του νυχτώσει δυο φορές και μια να ξημερώσει. Είναι ένα τρένο στοιχειωμένο, που κουβαλάει λίγους επιβάτες κι έναν αιμοσταγή βασιλιά.
Στο πολυτελές βαγόνι ακουμπούσε το γέρικο κεφάλι του στο τζάμι για ώρες. Ο έκπτωτος σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ ο Β΄ πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της πρώτης και της δεύτερης νύχτας του ταξιδιού κοιτάζοντας έξω σιωπηλός τις ασημένιες σκιές των δέντρων και των χαμηλών σπιτιών. Χάζευε τα είδωλα που έπλαθε το φεγγαρόφωτο και προς στιγμήν τού φάνηκε πως κάπου ανέμιζε μια σημαία με σελήνη – όχι αυτή της δικής του αυτοκρατορίας αλλά της νύχτας, αυτής της επικράτειας που κρατάει για πάντα.
Το τρένο ετοιμάστηκε από την Επαναστατική Επιτροπή μέσα σε λίγες ώρες ειδικά γι’ αυτόν, ένα τρένο έρημο για να τον στείλει μακριά απ’ την Κωνσταντινούπολη, για να τον εξορίσει. Τον μονάρχη συνοδεύουν οι δυο μικροί του γιοι, τρεις απ’ τις γυναίκες του, υπασπιστές, ένα τσούρμο υπηρέτες και η φρουρά που τον επιτηρεί μ’ ένα σφίξιμο στο στήθος. Δεν είναι πολύς ο καιρός που ο πατισάχ δεν είναι παντοδύναμος και οι υπήκοοί του θέλουν τον χρόνο τους για να το συνηθίσουν.
Στον σιδηροδρομικό σταθμό της Σαλονίκης δεν υπάρχουν επίσημοι να τον υποδεχτούν, μόνο μια ντόπια φρουρά κι ο διοικητής της Σχολής Χωροφυλακής, ένας Ιταλός στρατηγός, ο Ντε Ρομπιλλάν, που μιλάει σπασμένα τα οθωμανικά.
Ο Ιταλός διοικητής δείχνει στον έκπτωτο μονάρχη να μπει στο αυτοκίνητό του· εκείνος αρνείται. Ο ξεδοντιασμένος από την εξουσία σουλτάνος θέλει άμαξα να τον ταξιδέψει, θέλει ν’ ακούει οπλές στο λιθόστρωτο, τρίλιες από χάμουρα που κουδουνίζουν, θέλει να μυρίζει τις ανάσες των αλόγων που αχνίζουν στην υγρασία της νύχτας.
Φέρνουν μιαν άμαξα που ξεκινάει μέσα από στενούς δρόμους και σκοτεινούς. Οι εντολές του κομιτάτου «Ένωση και Πρόοδος» είναι σαφείς: η μεταφορά πρέπει να γίνει διακριτικά, αν γίνεται και μυστικά, μακριά από το θορυβώδες Κέντρο και την παραλία όπου όλα τα καφέ σαντάν είναι ακόμη ανοιχτά και οι λάμπες του φωταερίου προδίδουν την κάθε κίνηση. Πάνε δυο μέρες που η Θεσσαλονίκη, σημαιοστολισμένη και φωταγωγημένη, γιορτάζει την εκθρόνιση του σουλτάνου· άλλωστε η έδρα της Επαναστατικής Επιτροπής ήταν πάντα εδώ. Η ίδια η αιτία της χαράς της, ο εξόριστος πατισάχ, έρχεται ίσια μες στον κόρφο της, αλλά είναι ακόμη νύχτα και η πόλη δεν το ξέρει.
Ο έκπτωτος σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ ο Β΄ κάθε τόσο τραντάζεται στη θέση του στην άμαξα καθώς τα στενά τής Άνω Πόλης είναι γεμάτα λακκούβες. Η μεγάλη μύτη του τρέχει από την υγρασία, κρατάει στο αριστερό χέρι ένα μαντίλι και με το άλλο γαντζώνεται γερά απ’ τη χειρολαβή, γιατί οι στροφές και οι τρύπες στα καλντερίμια δεν έχουν τέλος.
Κατηφορίζουν απ’ τα ανατολικά τείχη ενώ αριστερά διακρίνονται τα φώτα του Δημοτικού Νοσοκομείου Χαμιδιέ, που έχει τ’ όνομά του. Η «Σκιά του Θεού επί της Γης» φρόντιζε τους υπηκόους του για τριάντα-τόσα χρόνια. Αυτοί, συλλογίζεται θλιμμένος, τον αντάμειψαν με απαγωγή και φυλάκιση σ’ ένα άδειο τρένο.
Η ψυχή του πατισάχ και τα λαγόνια του κάπως γαληνεύουν όταν τσουλάνε στους κυβόλιθους της Λεωφόρου Χαμιδιέ, που έχει κι αυτή τ’ όνομά του. Κάπως ηρεμεί μιας κι από κει βλέπει τη θάλασσα – ένα κομμάτι σπασμένου καθρέφτη που γυαλίζει απ’ τη φωταύγεια της σελήνης. Κάτω απ’ το μαρμάρινο σιντριβάνι στην αρχή της λεωφόρου ο αλμυρός αέρας του Κόλπου είναι μυρμήγκιασμα στα γένια του. Στο μεταξύ ο αμαξάς καμτσικώνει τ’ άλογα, καθώς βιάζονται να περάσουν γρήγορα τον αριστοκρατικό δρόμο που ’ναι γεμάτος προξενεία, ενώ υπάρχουν πολλά μάτια πίσω απ’ τις κουρτίνες και κάποια καφενεία είναι ακόμη ανοιχτά.
Η άμαξα έστριψε αριστερά για την επόμενη λεωφόρο. Ο μονάρχης άφησε απ’ τα μάτια του τη θάλασσα και το βλέμμα του αιχμαλωτίστηκε στη μονοτονία των γραμμών του τραμ. Μέσα απ’ αυτές τις ράγες γυρίζει πενήντα χρόνια πίσω και θυμάται που είχε επισκεφτεί αυτήν την πόλη νεαρός πρίγκιπας. Τώρα αναρωτιέται πού τον οδηγούν αυτές οι σιδερένιες γραμμές – ίσως σε κάποιο μνήμα που χάσκει ανοιχτό και τον περιμένει.
Σε αυστηρή στοίχιση προπορεύονται έφιπποι αστυνομικοί που καλπάζουν σε ζευγάρια. Έχουν μαρμάρινους λαιμούς και κοιτάζουν μόνο μπροστά. Πίσω από την άμαξά του ακολουθεί ένα μικρό καραβάνι, που σέρνει τα υπολείμματα του κόσμου του από το ανάκτορο του Γιλδίζ, που το άφησε για πάντα.
Αυτή η λεωφόρος που τώρα διασχίζουν φαίνεται εντυπωσιακή: πεζοδρόμια αριστερά και δεξιά, δεντροστοιχίες, φωτισμός, μεγαλοπρεπείς επαύλεις με πύργους και θαλερούς κήπους που ξεχωρίζουν πίσω από ψηλά κάγκελα. Ο σουλτάνος δεν πολυκοιτάζει, ενώ κάπου κάπου τα μάτια του κλείνουν – είναι γέρος πια. Χαϊδεύει μόνο την αριστερή παλάμη με τα δάχτυλα του δεξιού χεριού· φαίνεται κάτι να αναζητεί ψαύοντας τις γραμμές του χεριού του. Αν η μοίρα του είναι ανάγλυφη πάνω στο δέρμα, ο πατισάχ δε θ’ αργήσει ως χειρομάντης να την ανακαλύψει.
 ◊ ◊ ◊
Είχε αρχίσει να φέγγει. Η πόλη σε λίγο θα ξυπνούσε. Ο Λευτέρης, άνιφτος ακόμη, φορτώθηκε το μουσλούκι [2] και πήγε να το γεμίσει στην κοντινή δημόσια κρήνη. Η μάνα κοιμόταν. Ο ύπνος την έπαιρνε συνήθως πριν απ’ τα χαράματα, όταν σταματούσε ο βήχας. Η θάλασσα, που ήταν δυο βήματα κοντά, έστελνε τη μυρωδιά από τα φύκια της ακτής και τη νοτισμένη άμμο, που περίμενε το ανέβασμα του ήλιου για να ξεράνει την πέτσα της.
Πατέρας και γιος θρυμμάτισαν ξερό ψωμί στο ζεστό γάλα κι άρχισαν να τρώνε σιωπηλοί. Από τη μέσα κάμαρη ακουγόταν βαριά η ανάσα της μάνας. Ο Λευτέρης χτύπαγε επίτηδες το κουτάλι στο εμαγιέ πιάτο, γιατί υπήρχαν στιγμές που δεν άντεχε ν’ ακούει τον ρόγχο της. Ο πατέρας του έτρωγε ανέκφραστος και δεν τον πολυκοίταζε. Ο γιος του ήταν πια έντεκα χρονών, δεν είχε ανάγκη από κανακέματα.
Βγήκαν απ’ το σπίτι και πήραν τον χωματόδρομο που έβγαζε στη Λεωφόρο των Εξοχών. Στάθηκαν μπροστά στο αγίασμα της Αγίας Σολομονής. Ο πατέρας σταυροκοπήθηκε, κι ύστερα, όπως κάθε πρωί, οι δρόμοι τους χώρισαν. Ο Λευτέρης τράβηξε κατά το κέντρο της πόλης, όπου ήταν τα πρακτορεία των εφημερίδων, και ο κυρ-Γιάννης ο Ζεύγος ανατολικά, στους κήπους των επαύλεων, στη βίλα του Αλλατίνι πάνω απ’ τους μύλους, εκεί όπου τέλειωνε η λεωφόρος με τις επαύλεις κι άρχιζε ο δρόμος για τη Γεωργική Σχολή.
Ο Λευτέρης κοντοστάθηκε για να χαζέψει το τραμ που περνούσε. Ήταν γεμάτο κουστουμαρισμένους άντρες με κρεμ καπέλα και κολλαρισμένους γιακάδες. Οι πιο πολλοί δούλευαν στον φραγκομαχαλά και στο Λιμάνι, στις τράπεζες και στα ναυτιλιακά γραφεία. Μια φορά είχε πάρει κι αυτός το τραμ για να πάει κάτω στο πρακτορείο να φορτωθεί εφημερίδες. Ήταν γιατί την προηγουμένη είχε χωθεί ένα καρφί στην πατούσα του κι έσερνε το πόδι σβαρνώντας το χώμα απ’ όπου περνούσε. «Μια φορά» λέγοντας εννοούμε με εισιτήριο, γιατί πολλές φορές αθέατος απ’ τον καθρέφτη του οδηγού είχε πηδήξει κι είχε σκαλώσει στην ουρά του βαγονιού. Το έκανε συνήθως μεσημέρια στη ζέστη και στο μεγάλο στρίμωγμα ζητώντας απ’ τους επιβάτες συνένοχη σιωπή. Έβαζε το δάχτυλο μπροστά στα χείλη και παρακαλούσε με το βλέμμα ασπροντυμένες καμαριέρες και γκουβερνάντες, οι οποίες κατέβαιναν κάπου στις επαύλεις του Αθ. Σωσσίδη, του Χρ. Γεωργιάδη, των Χατζημήσεφ, του Λεβή Μοδιάνο, των Άμποτ, του Περ. Χατζηλαζάρου…
Τάχυνε το βήμα γιατί ο ήλιος είχε αρχίσει να ανεβαίνει. Πέρασε έξω απ’ το ζυθοπωλείο Μικρός Κήπος όπου είδε έναν σερβιτόρο να σκουπίζει την αυλή.
«Άργησες, Λευτεράκη, μεσημέριασε!» του φώναξε.
Άνοιξε κι άλλο το βήμα και βούτηξε ως τον αστράγαλο στο νερό που κατέβαζε ο χείμαρρος παραδίπλα. Στο καφενείο του Λευκού Πύργου είχαν κιόλας καθίσει οι πρώτοι πελάτες και ρουφούσαν τον πρωινό τους καφέ. Κατάλαβε πως η ώρα είχε περάσει για τα καλά κι άρχισε να τρέχει. Βγήκε στη Λεωφόρο Χαμιδιέ και πέρασε σφεντόνα μπροστά απ’ το καφενείο Ο Παρθενών. Έκοψε τον δρόμο στη μέση κι έφτασε στο απέναντι πεζοδρόμιο αποφεύγοντας κάτι αλογίσιες κοπριές που άχνιζαν. Χώθηκε στα στενά της παλιάς πόλης, εκεί όπου έβλεπαν τον ήλιο μόνο το καταμεσήμερο.
[1] Sirkeci: σιδηροδρομικός σταθμός στο ευρωπαϊκό τμήμα της Κωνσταντινούπολης χτισμένος σε ρυθμό art nouveau· άνοιξε το 1890.
[2] Μουσλούκι: μεταλλικό βρυσάκι.

 Πηγή:
https://www.bookpress.gr/prodimosieuseis/elliniki-logotexnia/loges-kai-mia-nyxtes-zourgos-patakis-2017

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2017

Σύγχρονοι Αμερικανοί Συγγραφείς του 20ου αιώνα #4



Πραγματοποιήθηκε την Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2017 η πρώτη συνάντηση για το νέο έτος των μελών της Λέσχης Ανάγνωσης της Αγιορειτικής Εστίας. Και επειδή ακριβώς ήταν η πρώτη συνάντηση, κόψαμε και την Βασιλόπιτα της Λέσχης για να «μπει» η χρονιά με το καλό! Το φλουρί έπεσε στο κομμάτι του Χριστού και μετά από κλήρωση που έγινε μεταξύ των μελών, η νικήτρια του Καταλόγου της Έκθεσης του Tim Vyner που ήταν το δώρο για τον νικητή, ήταν η Αλεξάνδρα Μωραΐτου. 
Ακολούθως, ξεκίνησε η συζήτηση για το έργο του Κόρμαν ΜακΚάρθυ με τίτλο "Ματωμένος Μεσημβρινός, το οποίο φάνηκε ότι παίδεψε το φιλαναγνωστικό κοινό. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, μεταφερθήκαμε στην Αγρια Δύση, κάπου στα μέσα του 19ου αιώνα και συγκεκριμένα στις νοτιοδυτικές συνοριακές (με το Μεξικό) περιοχές των ΗΠΑ κατά την περίοδο 1841-1890. Μια δύσκολη περίοδος της Αμερικανικής ιστορίας, κατά τη διάρκεια της οποίας τα μόνα και κυρίαρχα αφεντικά της περιοχής ήταν ο πόλεμος και ο θάνατος. Οι σκληρές σκηνές, η έλλειψη συγκεκριμένης δομής και ισορροπίας, το αιματοβαμμένο σκηνικό, δημιούργησαν στα περισσότερα μέλη μια αρνητική διάθεση για το έργο του Αμερικανού συγγραφέα, το οποίο θεωρείται από πολλούς κριτικούς, ως το κορυφαίο του έργο. 
 Ωστόσο καθώς η συζήτηση προχωρούσε και μετά την ανάλυση των δύο ηρώων του έργου, του δεκατετράχρονου έφηβου που ενηλικιώνεται απότομα μέσα στις δύσκολες συνθήκες της εφιαλτικής παρέας που συναναστρέφεται καθώς και του μεφιστοφελικού δικαστή Χόλντεν , ενός περίεργου και άκρως αντισυμβατικού τύπου, τα μέλη τελικά συμφώνησαν ότι πρόκειται για ένα αξιόλογο βιβλίου παρ’ όλες τις ιδιαιτερότητες και το περίεργο θέμα του.  
 
Ο επόμενος Αμερικανός συγγραφέας που έχει σειρά στην λίστα μας, είναι ο Philip Roth και από την πλούσιο εργογραφία του, επιλέξαμε το έργο του «Αγανάκτηση».
Η επόμενη συνάντηση ορίστηκε για την Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2017, στις 19:00 το απόγευμα στη βιβλιοθήκη της Αγιορειτικής Εστίας.



Λίγα λόγια για τον συγγραφέα και το βιβλίο.

Philip Roth
Ο Φίλιπ Ροθ γεννήθηκε το 1933 στο Νιούαρκ του Νιού Τζέρσεϊ. Σπούδασε αγγλική φιλολογία στα Πανεπιστήμια του Bucknell και του Σικάγο. Διετέλεσε καθηγητής της συγκριτικής λογοτεχνίας στα πανεπιστήμια του Πρίνστον, της Νέας Υόρκης (Hunter College) και της Πενσυλβανίας. Διηύθυνε τη σειρά "Συγγραφείς της άλλης Ευρώπης" στις εκδόσεις Penguin και γνώρισε στο αμερικανικό κοινό συγγραφείς όπως ο Bruno Schulz και ο Μίλαν Κούντερα. Στην Ελλάδα κυκλοφορούν τα έργα του "Το σύνδρομο Πόρτνοϊ", "Το βυζί", "Απάτη", "Πατρική κληρονομιά", "Το θέατρο του Σάμπαθ", "Αντίο Κολόμπους", "Η ζωή μου ως άντρα", "Αμερικανικό ειδύλλιο", "Παντρεύτηκα έναν κομμουνιστή", "Επιχείριση Σάυλωκ", "Ζούκερμαν δεσμώτης", "Αντιζωή", "Κι ό,τι θέλει ας γίνει", "Το ζώο που ξεψυχά", "Το ανθρώπινο στίγμα", "Ο καθηγητής του πόθου", "Καθένας", "Η συνωμοσία εναντίον της Αμερικής", "Φεύγει το φάντασμα", "Αγανάκτηση", "H ταπείνωση", "Νέμεσις". Ο Φίλιπ Ροθ έχει τιμηθεί με τα βραβεία National Book Award, δύο φορές ("Αντίο, Κολόμπους", 1960, "Το θέατρο του Σάμπαθ", 1995), Pulitzer ("Αμερικανικό ειδύλλιο", 1997), PEN/Faulkner, τρεις φορές ("Επιχείρηση Σάυλωκ", 1994, "Το ανθρώπινο στίγμα", 2001, "Καθένας", 2007), National Book Critics Circle Award, δύο φορές ("Αντιζωή", 1986, "Πατρική κληρονομιά", 1991), WH Smith Literary Award ("Το ανθρώπινο στίγμα", 2001), Prix du Meilleur Livre Etranger ("Αμερικανικό ειδύλλιο", 2000), Prix Medicis Etranger ("Το ανθρώπινο στίγμα", 2002), James Fenimore Cooper Prize for Best Historical Fiction ("Η συνωμοσία εναντίον της Αμερικής", 2005), με το National Medal of Arts (1998) και με το Gold Medal in Fiction της Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών και Γραμμάτων (2001). Έχει λάβει δύο από τα πιο έγκυρα βραβεία PEN: το 2006 το βραβείο PEN/Nabokov για το σύνολο του έργου του και το 2007 το βραβείο PEN/Saul Bellow for Achievement in American Fiction. Το 2011 τιμήθηκε με το διεθνές βραβείο Man Booker International για το σύνολο του έργου του. Ο Ροθ είναι ο μόνος εν ζωή αμερικανός συγγραφέας που τα "Άπαντά" του εκδίδονται σε πλήρη και οριστική έκδοση από τη Library of America.


Αγανάκτηση, Φίλιπ Ροθ
μετάφραση: Αθηνά Δημητριάδου
Πόλις, 2009

Αμερική, 1951. Δεύτερος χρόνος του πολέμου της Κορέας. Ο Μάρκους Μέσνερ, μελετηρός, νομοταγής και παθιασμένος νεαρός από το Νιούαρκ του Νιου Τζέρζι, είναι δευτεροετής φοιτητής στο συντηρητικό, θρησκευτικών καταβολών πανεπιστήμιο του Γουάινσμπεργκ, στο Οχάιο. Γιατί δεν βρίσκεται στο τοπικό πανεπιστήμιο του Νιούαρκ όπου είχε αρχικά εγγραφεί; Αιτία είναι ο πατέρας του, ρωμαλέος χασάπης της γειτονιάς, αφοσιωμένος στη σκληρή δουλειά, που δείχνει να μην μπορεί να ελέγξει τον φόβο και την ανησυχία του για τους κινδύνους που πιστεύει ότι απειλούν τον αγαπημένο του γιο: τους κινδύνους της ενήλικης ζωής και του κόσμου, που παραμονεύουν σε κάθε γωνιά.
Όπως εξηγεί στον Μάρκους η μητέρα του, θύμα και η ίδια αυτής της παράλογης συμπεριφοράς, οι φόβοι του πατέρα οφείλονται στην αγάπη και την υπερηφάνεια που αισθάνεται γι’ αυτόν. Ίσως να είναι έτσι, αλλά αυτή η κατάσταση κάνει τον Μάρκους να αγανακτεί τόσο που δεν αντέχει πια τη συμβίωση με τους γονείς του.
Εγκαταλείπει το πατρικό του, και, μακριά από το Νιούαρκ, σ’ ένα πανεπιστήμιο των Μεσοδυτικών Πολιτειών, αναζητά τον δρόμο του μέσα στο πλαίσιο που ορίζουν τα ήθη και οι περιορισμοί ενός διαφορετικού αμερικανικού κόσμου.
Η "Αγανάκτηση", το εικοστό ένατο βιβλίο του Φίλιπ Ροθ, αφηγείται την ιστορία ενός νέου ανθρώπου που διαπλάθεται μέσα στις τρομακτικές συγκυρίες και τα παράδοξα εμπόδια που ορθώνει μπροστά του η ζωή. Είναι μια ιστορία για την απειρία και την ανοησία, για την πνευματική αντίσταση, για την αφύπνιση της σεξουαλικότητας, για το θάρρος και την πλάνη, δοσμένη με τον ευρηματικό, ζωντανό και πνευματώδη τρόπο του Ροθ.
Ο συγγραφέας εγκαταλείπει τα θέματα που στοίχειωναν τα προηγούμενα έργα του, τα γηρατειά και την πείρα της ζωής και στρέφεται με δύναμη στη διερεύνηση του τρόπου που επιδρά η αμερικανική ιστορία στη ζωή των ευάλωτων ανθρώπων.

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2016

Σύγχρονοι Αμερικανοί συγγραφείς του 20ου αιώνα #3



Μία ακόμα συνάντηση των μελών της Λέσχης Ανάγνωσης της Αγιορειτικής Εστίας, πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2016 στην βιβλιοθήκη της Αγιορειτικής Εστίας. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, συζητήθηκε και σχολιάστηκε το βιβλίο του Τζ. Ντ. Σάλιντζερ με τίτλο «Ο φύλακας της Σίκαλης». Το εν λόγω έργο είχε οριστεί ως το δεύτερο βιβλίο προς ανάγνωση και σχολιασμό της φετινής θεματικής μας ενότητας, «Σύγχρονοι Αμερικανοί Συγγραφείς του 20ου αιώνα». 

Η συζήτηση που ακολούθησε για το βιβλίο ήταν άκρως ενδιαφέρουσα και αφού αναλύθηκε η περίοδος κυκλοφορίας του βιβλίου (δεκαετία του 1950), η κοινωνική ζωή, οι νέες αξίες και τα νέα ήθη που μπήκαν στην ζωή του αμερικανικού λαού, τα σχόλια συγκεντρώθηκαν γύρω από τον ήρωα του Σάλιντζερ, τον Χόλντεν Κόλφιλντ και στην επαναστατική του διάθεση. Όλοι συμφωνήσαμε ότι ο Κόλφιλντ αισθάνεται παγιδευμένος σ’ ένα κόσμο στον οποίο δεν ανήκει και δεν μπορεί να προσαρμοστεί. Για τον λόγο αυτό προσπαθεί να βρει διαρκώς τρόπους διαφυγής από τους ανθρώπους που τον περιτριγυρίζουν αλλά και από την ίδια την πραγματικότητα η οποία πληγώνει βαθιά την εφηβική του ψυχή. 

Τέλος έγινε μεγάλη συζήτηση για την προσωπική ζωή του Σάλιντζερ και για την απομάκρυνση του από τον δημόσιο βίο μετά την μεγάλη επιτυχία που γνώρισε το βιβλίο του, γεγονός που συνάδει με τον χαρακτήρα του ήρωα του.
Ο επόμενος συγγραφέας που έχει σειρά είναι ο Κόρμαν ΜακΚάρθυ και το βιβλίο που επιλέξαμε είναι το έργο του «Ματωμένος Μεσημβρινός». Η επόμενη συνάντηση ορίστηκε για την Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2017, η οποία θα έχει άκρως εοσρταστικό χαρακτήρα.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα και για το βιβλίο: 

 Ο Κόρμακ ΜακΚάρθυ γεννήθηκε το 1933 στο Τενεσί. Ήδη με το πρώτο του μυθιστόρημα, The Orchard Keeper (1955), κερδίζει το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα του Ιδρύματος Φώκνερ. Με το πέμπτο μυθιστόρημά του, Ματωμένος μεσημβρινός (1985), που πολλοί θεωρούν το αριστούργημά του, θα γίνει διάσημος στον κόσμο. Ακολουθεί η λεγόμενη «Τριλογία των Συνόρων», με τα μυθιστορήματα Όλα τα όμορφα άλογα (μτφρ. Αλέκος Μπενρουμπής, 2000), Το πέρασμα (μτφρ. Άννα Παπασταύρου, 2003) και Πεδινές πολιτείες (μτφρ. Αλέκος Μπενρουμπής, 2009). Μεγάλη επιτυχία γνωρίζουν και τα επόμενα βιβλία του, Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους (μτφρ. Αύγουστος Κορτώ, 2008) και Ο δρόμος (μτφρ. Αύγουστος Κορτώ, 2007), που έγιναν κινηματογραφικές ταινίες. Έχει βραβευτεί, μεταξύ άλλων, με το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου, με το Βραβείο Κριτικών ΗΠΑ το 1992 (Όλα τα όμορφα άλογα) και με το Πούλιτζερ λογοτεχνίας το 2007 (Ο δρόμος).


Ματωμένος μεσημβρινός:
Ο Ματωμένος μεσημβρινός είναι ένα επικό μυθιστόρημα για τη βία και τη φαυλότητα που ακολούθησαν την κατάκτηση του Φαρ Ουέστ, το οποίο ανατρέπει όλες τις συμβάσεις των ουέστερν και της μυθολογίας της Άγριας Δύσης. Βασισμένο σε ιστορίες που συνέβησαν στα σύνορα Τέξας-Μεξικού το 1850, αναφέρεται στις περιπέτειες του Κιντ, ενός δεκατετράχρονου αγοριού το οποίο βρίσκεται να μεγαλώνει σε έναν εφιαλτικό κόσμο, όπου οι Ινδιάνοι δολοφονούνται μαζικά και όπου η αγορά των σκαλπ τους γίνεται κάθε μέρα όλο και πιο επικερδής. Βίαιο και τρυφερό συνάμα, αντισυμβατικό και πολλές φορές προκλητικό, το βιβλίο του Ματωμένος μεσημβρινός θεωρείται από τους μεγαλύτερους κριτικούς του κόσμου ως το αριστούργημα του διάσημου Αμερικανού συγγραφέα.

«Το βιβλίο διαβάζεται σαν ένας συνδυασμός της Ιλιάδας, της Κόλασης του Δάντη και του Μόμπι Ντικ. Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι ο Ματωμένος μεσημβρινός δεν μοιάζει με τίποτα από όσα έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια και ότι, κατά τη γνώμη μου, πρόκειται για ένα εξαιρετικό βιβλίο που σου κόβει την ανάσα. Είναι το αριστούργημα του ΜακΚάρθυ».
ΤΖΩΝ ΜΠΑΝΒΙΛ