Σελίδες

Τετάρτη 27 Μαΐου 2015

ΦΕΤΟΣ ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΟΛΗ #5

Την Πέμπτη 21 Μαΐου 2015, πραγματοποιήθηκε η συνάντηση των μελών της Λέσχης Ανάγνωσης. Η πρώτη του καλοκαιριού. Μαζευτήκαμε στον όμορφο κήπο του κτηρίου Νεδέλκου, ο οποίος φιλοξένησε τις συζητήσεις μας αλλά και την πολύ όμορφη φωτογραφική παρουσίαση που έγινε στο τέλος της συνάντησης. Ο καιρός ήταν δροσερός και οι πρώτες στάλες της ελάχιστης (απ’ ότι αποδείχθηκε εκ των υστέρων) βροχής, μας ανάγκασαν να μετακινηθούμε στο εσωτερικό του βιβλιοπωλείου, όπου και συνεχίσαμε την κουβέντα μας. Μόλις ο καιρός μας το επέτρεψε, επιστρέψαμε στον κήπο, όπου και έκλεισε η βραδιά. 
Είναι πλέον γνωστό ότι η φετινή περίοδος είναι αφιερωμένη στην Κωνσταντινούπολη. Έτσι επιλέγουμε, διαβάζουμε και σχολιάζουμε βιβλία που είναι αφιερωμένα σε αυτήν. Το βιβλίο λοιπόν που είχε επιλεγεί, ήταν το έργο του Τούρκου Νομπελίστα, Ορχάν Παμούκ με τίτλο «Ινστανμπουλ. Πόλη και αναμνήσεις». Η συζήτηση και ο σχολιασμός του βιβλίου είχαν μεγάλο ενδιαφέρον, καθώς ο κάθε αναγνώστης εστίασε και σε διαφορετικά κεφάλαια του βιβλίου. 
Οι περιγραφές του Παμούκ για την Κωνσταντινούπολη ήταν γοητευτικές καθώς και η ανάλυση του για την «θλίψη» και την «μελαγχολία» που κυριαρχούν σε αυτήν. Οι περιηγήσεις του για τα στενά της Πόλης, μας μετέφεραν στις δεκαετίες του ‘60 και του ’70, όταν η φτώχεια και η εξαθλίωση  ήταν έκδηλη σε κάθε σπίτι και σε κάθε δρόμο. Οι αυτοβιογραφικές πληροφορίες κυριαρχούν σε ολόκληρο το βιβλίο, μιας και ο Παμούκ συνδυάζει τις πολύτιμες πληροφορίες που παραθέτει για την ιστορία, τους συγγραφείς, τους ζωγράφους, τους περιηγητές, τα μνημεία της Πόλης, με τις δικές του προσωπικές στιγμές, το πώς τις βίωσε ως παιδί και αργότερα ως έφηβος, γεγονός που μας βοηθά να καταλάβουμε τον ψυχισμό και την εμμονή του για την πολυαγαπημένη του πόλη. Στο τέλος του βιβλίου μας φανερώνει και την απόφαση του να γίνει συγγραφέας και όχι ζωγράφος. 

Ακολούθως τα μέλη επέλεξαν το επόμενο βιβλίο προς ανάγνωση. Το βιβλίο που επιλέχθηκε, είναι τα έργο του Andrew Novo με τίτλο «Όταν έπεσε η Πόλη». Περισσότερα στοιχεία για το βιβλίο θα βρείτε στο τέλος του κειμένου. 
Η βραδιά τελείωσε με την εξαιρετική παρουσίαση της Πόλης, μέσα από το φωτογραφικό αρχείο του κ. Χρίστου Τζήκα, ο οποίος μας ταξίδεψε στις γειτονιές της Πόλης, στα μνημεία και στα αξιοθέατα, δίνοντας μας μία πρώτη «φωτογραφική» γεύση για το τι θα δούμε, όταν με το καλό ταξιδέψουμε ως Λέσχη Ανάγνωσης στην Κωνσταντινούπολη. Τον ευχαριστούμε θερμά για την όμορφη παρουσίαση. 

Η επόμενη συνάντηση, ορίστηκε για την Πέμπτη 25 Ιουνίου 2015 και ώρα 19:00. 

Λίγα λόγια για το βιβλίο: 

Όταν έπεσε η Πόλη 
Novo Andrew 
Εκδόσεις Μεταίχμιο 
Σελίδες: 392

1453: Ένας στρατός ξεκινά από την Αδριανούπολη. Ο Τούρκος Σουλτάνος Μεχμέτ, ένας άνδρας ευφυής και φιλόδοξος, έχει κηρύξει πόλεμο στην Κωνσταντινούπολη, μια πόλη εγκλωβισμένη σε έναν αγώνα ζωής και θανάτου.
Η μάχη μαίνεται σε ξηρά και θάλασσα με θανάσιμες πολεμικές μηχανές. Αυτή η σύγκρουση θ' αποφασίσει την τύχη δύο πολιτισμών, δύο θρησκειών και της Κωνσταντινούπολης, της Βασίλισσας των Πόλεων.
Η πέτρα, το μετάξι και το ατσάλι του 15ου αιώνα ζωντανεύουν σε ένα επικό δράμα, ο απόηχος του οποίου φτάνει μέχρι τις μέρες μας.
Ο ιστορικός Andrew Novo ζωντανεύει έναν κόσμο γεμάτο αρματωμένους ήρωες και τειχισμένες πόλεις, πανούργες παλλακίδες και δολοπλόκους πολιτικούς, έναν κόσμο όπου συγκρούονται θρησκείες και αυτοκρατορίες.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα:

Γεννημένος στη Νέα Υόρκη, ο Άντριου Νόβο έχει διδακτορικό στην ιστορία και μεταπτυχιακό στις Διεθνείς Σχέσεις, από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης στην Αγγλία. Ειδικεύεται στην ιστορία των μεσογειακών πολιτισμών, τόσο αρχαίων, όσο και σύγχρονων. Τα άρθρα και οι βιβλιοκριτικές του έχουν δημοσιευθεί στο Middle East International Magazine και τους Asia Times. Πρόσφατα δίδαξε ως Επισκέπτης Καθηγητής στο Oxbridge Learning Academy του Georgetown University, ένα μάθημα με τίτλο “Power and Politics”. Ο Άντριου Νόβο εμπνεύστηκε αυτό το βιβλίο για την άλωση της Κωνσταντινούπολης την εποχή που σπούδαζε κλασική ιστορία στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον.























































Πέμπτη 21 Μαΐου 2015

To Man Booker International 2015 στον Λάσλο Κρασναχορκάι


Ο Ούγγρος συγγραφέας Λάσλο Κρασναχορκάι τιμήθηκε χθες στο Λονδίνο με το λογοτεχνικό βραβείο Man Booker International Prize 2015, το οποίο απονέμεται σε έναν εν ζωή συγγραφέα για έργα του που έχουν γραφτεί στην αγγλική γλώσσα ή έχουν μεταφραστεί σε αυτήν. «Ελπίζω με αυτό το βραβείο να βρω νέους αναγνώστες στον αγγλόφωνο κόσμο», δήλωσε ο Ούγγρος συγγραφέας κατά την διάρκεια τελετής που πραγματοποιήθηκε στο Victoria & Albert Museum.

Αυτός ο Ούγγρος συγγραφέας έχει ήδη γίνει ένας σύγχρονος μύθος σε ένα κλειστό βιβλιόφιλο κοινό και στη χώρα μας.  Το μοναδικό του βιβλίο που κυκλοφορεί στα ελληνικά «Πολέμος και πόλεμος (μετ: Ιωάννα Αβραμίδου, εκδ. Πόλις) είναι ένα σπάνιο δείγμα μεγάλου συγγραφέα.  Δεν είναι τυχαίο που τον παρομοιάζουν με τον Τόμας Μπέρχαρντ, τον Μπέκετ ή τον Γκόγκολ αν και ο ίδιος στην τελετή απονομής του βραβείου ανέφερε ως πηγές έμπνευσης του τον Κάφκα και τον Τζίμι Χέντριξ ενώ η Σούζαν Σόνταγκ τον έχει αποκαλέσει «μετρ της αποκαλύψεως». Και όχι τυχαία αν σκεφτούμε ότι το «Πόλεμος και πόλεμος» γράφτηκε το 1999 κι έχει ένα προφητικό, σκληρό, πολιτικό χαρακτήρα.

Η ιστορία του «Πόλεμος και πόλεμος» είναι απλή όσο και σύνθετη στα νοήματα της. Ένας υπάλληλος βιβλιοθήκης, ο Καρίμ, ανακαλύπτει ένα σπάνιο χειρόγραφο. Είναι η ιστορία τεσσάρων συντρόφων, που πολέμησαν μαζί σε έναν καταστροφικό πόλεμο  και αγωνίζονται να επιστρέψουν σπίτι και να ξεφύγουν από τον κόσμο της βίας. Ο Καρίμ, αποφασίζει να μεταδώσει το μήνυμα του χειρογράφου, πηγαίνοντας στη Ν. Υόρκη, που την αποκαλεί «κέντρο του κόσμου». Στο μυθιστόρημα του αφηγείται ιστορίες μέσα στην ιστορία, βάζει τους ήρωες του να ταξιδεύουν σε διαφορετικές εποχές και σε χώρες με διαφορετικές κουλτούρες και να έρχονται αντιμέτωποι με προαιώνια άλυτα θέματα όσο και με  την απτή καθημερινότητα. Οι τέσσερις «άγγελοι» του  θα περάσουν από τη Μινωική Κρήτη, λίκνο του ευρωπαϊκού πολιτισμού, θα πάνε στην πρωσική Κολωνία του 1867 όταν ο άνθρωπος συνομιλεί με το θείο, μετά στην αναγεννησιακή Βενετία για να καταλήξουν στην αυτοκρατορική Ρώμη κι από εκεί στην Ισπανία και στη Βρετανία. Παντού δεν υπάρχει  τίποτα άλλο «παρά μόνο πόλεμος και πόλεμος παντού».

Ο Λάσλο Κρασναχορκάι γεννήθηκε το 1954 στην πόλη Gyula της Ουγγαρίας. Σπούδασε νομικά και φιλολογία στα Πανεπιστήμια του Ζέγκεντ και της Βουδαπέστης. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Ούγγρους συγγραφείς, ο οποίος υπηρετεί πιστά μια λογοτεχνία φιλόδοξη και απαιτητική. Έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία (ανάμεσά τους το βραβείο Kossuth, που αποτελεί την πιο σημαντική διάκριση της Ουγγαρίας, και το γερμανικό βραβείο Bestenliste-Prize). Το 2015 τιμήθηκε με το βραβείο The Man Booker International Prize. Τα έργα του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, τα γερμανικά, τα γαλλικά, τα ισπανικά, τα ιταλικά, τα πολωνικά, τα τσέχικα, τα βουλγάρικα, τα εβραϊκά, τα ιαπωνικά και τώρα και στα ελληνικά. Δύο βιβλία του Λάσλο Κρασναχορκάι (“Το Τανγκό του Σατανά” και η “Μελαγχολία της Αντίστασης”) έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο από τον φίλο του σκηνοθέτη Μπέλα Ταρ, για τον οποίο έχει γράψει επίσης πρωτότυπα σενάρια.

Πηγή: http://www.oanagnostis.gr/to-man-booker-international-2015-ston-laslo-krasnachorkai/


Τετάρτη 20 Μαΐου 2015

Φέτος διαβάζουμε την Πόλη #4


Tην Πέμπτη 21 Μαΐου 2015 θα πραγματοποιηθεί η επόμενη συνάντηση των μελών της Λέσχης Ανάγνωσης της Αγιορειτικής Εστίας. Η συνάντηση θα ξεκινήσει στις 7 το απόγευμα, στην ανθισμένη αυλή της Αγιορειτικής Εστίας και θα περιλαμβάνει: 
1. Συζήτηση για το βιβλίο του Ορχάν Παμούκ «Ινστανμπουλ. Πόλη και αναμνήσεις» το οποίο είχε ψηφιστεί κατά την τελευταία συνάντηση. 
2. Ορισμός και ψηφοφορία του νέου βιβλίου προς ανάγνωση (οι τρεις προτινόμενοι τίτλοι έχουν ως εξής: 1. Όταν έπεσε η Πόλη, Novo Andrew 2. Άγιοι και δαίμονες εις ταν Πόλιν, Γιάννης Καλπούζος και 3. Κωνσταντινούπολη, Εντμόντο ντε Αμίτσις). 
3. Προβολή πλούσιου φωτογραφικού υλικού για την Κωνσταντινούπολη από το αρχείο του κ. Χρήστου Τζίκα, ο οποίος θα μπει στο κόπο να μας το σχολιάσει (προκαταβολικές ευχαριστίες για τον κόπο του). 


Κατά τα λοιπά, θα πιούμε τον καφέ μας, το κρασί μας και όλα τα καθέκαστα που γευόμαστε κατά τις συναντήσεις μας. 
Να μην λείψει κανείς λοιπόν. Σας περιμένουμε όλους.


Παρασκευή 20 Μαρτίου 2015

Εκνευρίζοντας τον Παμούκ

Της Δέσποινας Τριβόλη

 

Ο Ορχάν Παμούκ είναι ναρκισσιστής και δεν το θεωρεί κακό πράγμα. Ο τούρκος νομπελίστας μιλάει για τους κινδύνους της πολιτικής, για τις εμμονές του έρωτα και για τον φόβο του τέλους

Ο Ορχάν Παμούκ εκνευρίζεται εύκολα. Κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της συνομιλίας μας βρόντηξε δυνατά το φλιτζάνι του τσαγιού του στο τραπέζι και έφυγε από το δωμάτιο φωνάζοντας: «Η ζωή μου είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα από αυτό». Γύρισε δύο λεπτά μετά ήρεμος – υποκρίθηκε ότι είχε πάει απλώς στην κουζίνα για να γεμίσει την κούπα του με τσάι. Δεν θέλει να μιλήσει για πράγματα που τον ενοχλούν, είναι φανερό. Θέλει να μιλήσει κυρίως για αυτά για τα οποία έχουμε συνεννοηθεί: Το πρώτο βιβλίο του «Ο Τζεβντέτ Μπέη και οι γιοι του» κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ωκεανίδα πριν από λίγους μήνες, ενώ το πολυαναμενόμενο Μουσείο της Αθωότητας (εμπνευσμένο από το ομώνυμο βιβλίο του) θα ανοίξει τις πόρτες του στις 27 Απριλίου. Το διαμέρισμά του έχει εκπληκτική θέα στον Βόσπορο – μπροστά δεσπόζουν οι μιναρέδες του Τζαμιού του Τζιχάνγκιρ –, ενώ η βιβλιοθήκη του πιάνει όλους τους τοίχους του δωματίου από το ταβάνι ως το πάτωμα. Τα βιβλία του είναι κλεισμένα πίσω από τζάμια σαν εκθέματα σε μουσείο.
Γιατί εκνευρίστηκε; Γιατί απλώς είναι ο Παμούκ. Έχει πουλήσει εκατομμύρια βιβλία, έχει κερδίσει το Βραβείο Νομπέλ, έχει βρεθεί στο επίκεντρο μιας διεθνούς πολιτικής διαμάχης, έχει δεχθεί απειλές, έχει δικαστεί, έχει γίνει ένα κανονικό δημόσιο πρόσωπο. Είναι λογικό να προσέχει και την παραμικρή κουβέντα του. Αλλά πριν από το σκάνδαλο, έχουν σημασία κάποιες λεπτομέρειες από τη ζωή του.
Τολστόι και Γούντι Αλεν
Ο Παμούκ γεννήθηκε το 1952 στο μεγαλοαστικό Νισάντασι, όπου και μεγάλωσε, εκεί δηλαδή που εκτυλίσσεται το βιβλίο «Ο Τζεβντέτ Μπέη και οι γιοι του». Προοριζόταν για μηχανικός. «Ο παππούς μου, ο πατέρας μου και οι θείοι μου ήταν μηχανικοί και όλοι πήγαν στο ίδιο πανεπιστήμιο, το Πολυτεχνείο της Κωνσταντινούπολης. Αυτή ήταν η οικογενειακή παράδοση. Επειδή ήμουν καλλιτεχνική φύση, είπαν: “Ας τον αφήσουμε να γίνει αρχιτέκτονας” και έτσι γράφτηκα στη Σχολή Αρχιτεκτονικής. Το πνεύμα των μηχανικών, οι αξίες τους, όλα αυτά είναι πολύ συνηθισμένα στον Τρίτο Κόσμο» εξηγεί.
Δεν άντεξε πολύ. Σύντομα παράτησε τις σπουδές του και στα 22 του ξεκίνησε να γράφει το πρώτο του βιβλίο, μια επική σάγκα με πολλά στοιχεία αυτοβιογραφίας – ο χαρακτήρας του Τζεβντέτ Μπέη είναι βασισμένος στον παππού του – που καταγράφει έναν ολόκληρο αιώνα τουρκικής ιστορίας. Θυμάται ακόμη πώς έγραψε το βιβλίο: «Έμαθα ότι το να γράφεις ένα μυθιστόρημα σημαίνει να συλλέγεις τα απομνημονεύματά σου και να τα ανασυνθέτεις με μια βαθύτερη οπτική. Το βιβλίο «Ο Τζεβντέτ Μπέη και οι γιοι του» φτάνει τις 800 σελίδες. «Διάβασα ξανά το βιβλίο μου έπειτα από 34 χρόνια – τέλειωσα τη συγγραφή του το 1978. Μου αρέσει το πόσο φιλόδοξος ήμουν» λέει ο Παμούκ γελώντας. Εκνευρίζεται όταν του λέω ότι ένας από τους ήρωές του μοιάζει να έχει τη ραθυμία όλων των πλουσίων. «Ναι, αυτός ο ήρωας είναι πλούσιος, αλλά είναι πλούσιος με τρόπο σχεδόν τολστοϊκό – δεν του αρέσουν τα πλούτη του. Δεν ζει σε ένα αστείο του Γούντι Αλεν. Δεν ρωτάει διαρκώς: “από πού ερχόμαστε; πού πάμε; θα πάμε για ποτό απόψε;”. Ξέρει ότι τα πράγματα είναι πιο βαθιά στην πραγματικότητα».
«Δεν είμαι εξτρεμιστής»
Η πολιτική έχει παίξει ιδιαίτερο ρόλο στη ζωή του Παμούκ. Παιδί της δεκαετίας του ’70 έζησε σε μια περίοδο έντονα ταραγμένη για την τουρκική σύγχρονη ιστορία. «Δεν ήμουν όπως οι περισσότεροι ριζοσπαστικοί αριστεροί μαρξιστές φίλοι μου που διάβαζαν βιβλία που άλλαξαν τη ζωή τους και μέσα σε δύο χρόνια κατέληξαν στη φυλακή όπου τους βασάνισαν. Εγώ ήμουν πιο προσεκτικός. Οι φίλοι μου μου έλεγαν: “Α, είσαι προσεκτικός, κάθεσαι σπίτι σου και διαβάζεις βιβλία”. Ήμουν ένας προσεκτικός αστός. Ήμουν πάντα φιλελεύθερος, όχι εξτρεμιστής».
Το διεθνές σκάνδαλο
Ο Παμούκ ήταν ήδη ο διασημότερος τούρκος συγγραφέας διεθνώς – χάρη σε βιβλία όπως «Με λένε Κόκκινο» και «Χιόνι» –
και με πάμπολλα βραβεία στο ενεργητικό του, όταν το 2005 ξέσπασε ένα σκάνδαλο γιγαντιαίων πολιτικών διαστάσεων με διεθνές αντίκτυπο για τον ίδιο, αλλά και τη χώρα του. Ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 είχε μιλήσει υπέρ της ελευθερίας του λόγου και είχε θίξει το θέμα των πολιτικών δικαιωμάτων των Κούρδων, το απόλυτο θέμα-ταμπού στην Τουρκία ακόμη και σήμερα. Το 2005, όμως, μια συνέντευξή του στην ελβετική εφημερίδα «Das Magazin» άλλαξε τη ζωή του με τρόπο που δεν φανταζόταν. Στη συνέντευξη αυτή φερόταν να δηλώνει: «Τριάντα χιλιάδες Κούρδοι και ένα εκατομμύριο Αρμένιοι έχουν σκοτωθεί. Και κανείς δεν τολμάει να το αναφέρει, οπότε θα το κάνω εγώ». Η δήλωση αυτή, μια δήλωση που ο Παμούκ υποστηρίζει πως είχε άμεση σχέση πολύ περισσότερο με την ελευθερία του λόγου παρά με την ίδια την πολιτική, προκάλεσε μεγάλες πολιτικές αντιδράσεις. Σε προσωπικό επίπεδο ο Παμούκ βρέθηκε στο εδώλιο του κατηγορουμένου πάνω από μία φορά για τις απόψεις του, ενώ δεν μπορούσε πλέον να κυκλοφορεί χωρίς σωματοφύλακα. Την ίδια ώρα οι εξτρεμιστές απειλούσαν πως θα κάψουν τα βιβλία του – το 2008 μάλιστα μαθεύτηκε ότι υπήρχε σχέδιο δολοφονίας του. Εξαιτίας της δήλωσής του άλλαξε η τουρκική νομοθεσία – έγινε πια παράνομο «να προσβάλλει κανείς την Τουρκική Δημοκρατία». Η υπόθεση προκάλεσε τη διεθνή κατακραυγή: μερικοί από τους διασημότερους συγγραφείς του κόσμου έσπευσαν στο πλευρό του – από τον Τζον Απνταϊκ ως τον Γκύντερ Γκρας και από τον Ουμπέρτο Εκο ως τον Κάρλος Φουέντες –, ενώ το ζήτημα επηρέασε έντονα και τις διαπραγματεύσεις για την ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η έκρηξη του Παμούκ
Ο ίδιος τα θυμάται όλα αυτά. «Ήταν μια πολύ δύσκολη περίοδος, ζούσα με σωματοφύλακες και πίστευα ότι θα με εξόριζαν για πάντα. Είχα διάφορες δίκες όλα αυτά τα χρόνια» μου λέει κατά τη διάρκεια της συζήτησης. Αρνείται πλέον να μιλήσει για την πολιτική, εξοργίζεται όταν τον ρωτάω αν περίμενε ότι μια συνέντευξη θα του άλλαζε τόσο πολύ τη ζωή. «Α, θέλετε να πάτε την κουβέντα προς αυτή την κατεύθυνση. Δεν θέλω να εξηγήσω το τι συνέβη πέντε χρόνια πριν. Όλοι με ρωτάνε αν το περίμενα. Όχι, δεν το περίμενα! Θα απαντούσα σε αυτή την ερώτηση πέντε χρόνια πριν, αλλά σήμερα η ζωή μου είναι πιο ενδιαφέρουσα από αυτό». Φωνάζει δυνατά την ώρα που μου τα λέει αυτά, σηκώνεται όρθιος απότομα και εξαφανίζεται προς την κουζίνα. Αμηχανία. Χαίρομαι που είμαστε σπίτι του και δεν μπορεί να κοπανήσει την πόρτα και να φύγει. Όταν επιστρέφει, μου λέει ότι εκνευρίζεται γιατί κάθε φορά που μιλάει για την πολιτική δεν βλέπει τίποτα τυπωμένο για τα βιβλία του. Ότι τον κουράζει να τον βλέπουν ως πρεσβευτή της Τουρκίας («με ενοχλεί, με κάνει να χάνω τον αυθορμητισμό μου και την ειλικρίνειά μου, σκέφτομαι “τώρα αντιπροσωπεύω κάτι”»). Και στο τέλος επιμένει ότι δεν τον απασχολεί και τόσο η πολιτική. «Η πολιτική απασχολεί λιγότερο από το 2% της ζωής μου. Επειδή είχα πολιτικά προβλήματα, γιατί η κυβέρνηση ή ο οποιοσδήποτε μου επιτέθηκε, όλοι πιστεύουν ότι είμαι ένα πολύ πολιτικό άτομο, αλλά δεν είμαι». Και αυτό το λέει αποφασιστικά.
Έλληνες και Οθωμανοί
Η πολιτική όμως είναι με διάφορους τρόπους παρούσα στα βιβλία του. Το πρώτο του βιβλίο μπορεί να κάνει μεγάλη εντύπωση στους έλληνες αναγνώστες του γιατί δεν έχει καμία σχέση με τα μεταμοντέρνα, πολύπλοκα βιβλία για τα οποία έγινε διάσημος αργότερα. Το βιβλίο ξεκινάει με την πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τελειώνει στα μέσα της δεκαετίας του ’70 – αν και το μεγαλύτερο κομμάτι του μυθιστορήματος μιλάει για τη δεκαετία του ’30, μία από τις σημαντικότερες εποχές της τουρκικής ιστορίας: είναι η εποχή που ο Κεμάλ Ατατούρκ ιδρύει τη νέα Τουρκική Δημοκρατία. «Ο Τζεβντέτ Μπέη θέλει να είναι κάτι αντικρουόμενο για την εποχή: και μουσουλμάνος και αστός» εξηγεί ο Παμούκ. «Ενας βασικός παράγοντας για την πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν ότι η αστική τάξη δεν ήταν μουσουλμάνοι, αλλά Ελληνες, Εβραίοι, Αρμένιοι ή άλλες μη μουσουλμανικές εθνικότητες. Υπό αυτή την έννοια, ο εθνικισμός κόστισε στην Τουρκία την απώλεια της αστικής τάξης της. Το βιβλίο μου καταγράφει την εφεύρεση μιας μουσουλμανικής αστικής τάξης και την εξάρτηση από τον στρατό, έναν στρατό που με έναν τρόπο εφυήρε το έθνος. Ογδόντα χρόνια μετά, όλο αυτό είναι πια σε παρακμή. Εκείνη την εποχή ήμουν ντροπαλός και ανώριμος, αλλά έγραφα για τα πολιτικά προβλήματα: ακόμη μιλάμε για στρατιωτικά πραξικοπήματα, τον ρόλο του στρατού στην Τουρκία, τις κουρδικές εξεγέρσεις».
«Συστήνω σε όλους να κερδίσουν το Νομπέλ»
Η προσοχή που έπεσε πάνω στον Παμούκ όμως μετά την πολιτική διαμάχη του δεν του έκανε μόνο κακό. Το 2006 κέρδισε το βραβείο Νομπέλ, κάτι που πολλοί ισχυρίστηκαν ότι έγινε με πολιτικά κίνητρα. Μετά τα συμβάντα της προηγούμενης χρονιάς η πίεση που του ασκήθηκε ήταν ανελέητη. «Όλοι ασχολούνται μαζί σου, αποκτάς σωματοφύλακα, όλοι σε κοιτάνε υπερβολικά, πρέπει το σακάκι σου να είναι σιδερωμένο. Aλλά φυσικά η θετική πλευρά είναι πολύ πιο δυνατή από αυτή την επιπόλαιη αρνητική πλευρά. Δεν μπορώ να γκρινιάζω επειδή κέρδισα το Νομπέλ. Το συστήνω ανεπιφύλακτα σε όλους» μου λέει και γελάει δυνατά και λίγο αμήχανα.
Όσα κάνεις για έναν έρωτα
Το 1998 ο Παμούκ είχε μια ιδέα που ξεπερνούσε τα στενά όρια της λογοτεχνίας. «Η ιδέα μου ήταν να τοποθετήσω μια φανταστική ιστορία σε ένα πραγματικό σπίτι και να κάνω το σπίτι μουσείο. Το σπίτι το αγόρασα το 1998 στο Τσουκούρτζουμα, μια γειτονιά που τότε ήταν πολύ φθηνή και σκέφτηκα ότι εδώ θα εκτυλίσσεται η πλοκή του βιβλίου μου και ότι θα αρχίσω να μαζεύω αντικείμενα της ιστορίας: φλιτζάνια του τσαγιού, ρούχα, τοπία, φωτογραφίες, τραπέζια, οτιδήποτε αντιπροσωπεύει μια κουλτούρα, ένα περιβάλλον, μια χρονική περίοδο. Αν αποφάσιζα ότι ο χαρακτήρας μου, ο Κεμάλ, θα αγόραζε ένα δώρο για την αγαπημένη του, τη Φισούν, πρώτα θα αγόραζα αυτό το αντικείμενο και μετά θα έγραφα για αυτό». Το «Μουσείο της Αθωότητας» – ένα από τα μεγαλύτερα μπεστ σέλερ του και ένα από τα ωραιότερα βιβλία του – κυκλοφόρησε το 2007. Το πραγματικό Μουσείο της Αθωότητας ανοίγει τη προσεχή Παρασκευή. Το βιβλίο καταγράφει την αγάπη του πλούσιου Κεμάλ για την κοινωνικά κατώτερή του Φισούν. Επειδή ο Κεμάλ δεν μπορεί να αποκτήσει τη γυναίκα των ονείρων του, αρχίζει να μαζεύει αντικείμενα που ορίζουν τη σχέση τους με φετιχιστικό ζήλο: τα σκουλαρίκια της, τα εισιτήριά της, η αλατιέρα και τα μπιμπελό του σπιτιού της καταλήγουν σε ένα ιδιόρρυθμο μαυσωλείο αντικειμένων. «Η ιδέα του Μουσείου της Αθωότητας ήταν να μιλήσω για μια κουλτούρα μέσα από τα αντικείμενά της» εξηγεί.
4.213 γόπες με κραγιόν
Μία από τις απαιτήσεις του Παμούκ πριν από τη συνέντευξη ήταν να πάω να δω το Μουσείο της Αθωότητας. Τα διεθνή μέσα περιμένουν χρόνια τώρα τα εγκαίνια του μουσείου. Το κτίριο είναι βαμμένο μπορντό και κρυμμένο σε μια γειτονιά που έχει αλλάξει ριζικά από τότε που αγόρασε ο Παμούκ το σπίτι – όπως έχει εξάλλου αλλάξει κι όλη η Κωνσταντινούπολη, που ζει ένα πρωτόγνωρο οικονομικό θαύμα. Το περίγραμμα της Πόλης έχει γεμίσει ουρανοξύστες, ενώ η φωτογραφία του Κεμάλ, που δέκα χρόνια πριν βρισκόταν σχεδόν παντού, έχει αρχίσει να εκλείπει. Η πρώην φτωχική γειτονιά του Τσουκούρτζουμα, που παραδοσιακά ήταν γεμάτη αντίκες και εργαστήρια επίπλων, έχει γεμίσει με στούντιο καλλιτεχνών, hipsters, δυτικά καφέ και μικρές μπουτίκ με vintage ρούχα. Ο Παμούκ έχει επιμεληθεί το μουσείο και τα αντικείμενά του με σχεδόν ανατριχιαστική προσοχή στη λεπτομέρεια. Κάθε κεφάλαιο του βιβλίου αντιστοιχεί και σε μια ξύλινη αριθμημένη προθήκη γεμάτη αντικείμενα. Η πιο εντυπωσιακή από όλες αντιστοιχεί στο Κεφάλαιο 68: είναι μια προθήκη με 4.213 γόπες τσιγάρων, όσα έχει καπνίσει η ηρωίδα του βιβλίου. Πολλές από τις γόπες έχουν αποτυπώματα από κόκκινο κραγιόν. Κάτω από κάθε γόπα ο Παμούκ έχει σημειώσει με μια αξιοθαύμαστη εμμονή πού ακριβώς είχε καπνίσει η ηρωίδα το συγκεκριμένο τσιγάρο. Ο Παμούκ μού δείχνει όλο περηφάνια τον κατάλογο του μουσείου που θα λέγεται «Η αθωότητα των αντικειμένων». Στην Αμερική θα δημοσιευθεί από τον εκδοτικό οίκο Abrams, έναν από τους μεγαλύτερους στην κατηγορία της τέχνης.
Ο Χίτσκοκ και η ματαιοδοξία του συγγραφέα
Στο βιβλίο «Το Μουσείο της Αθωότητας», όπως και στο «Χιόνι», ο Παμούκ είναι ένας από τους ήρωες του βιβλίου. Εμφανίζεται στην αρχή και μετά διηγείται το τέλος της ιστορίας. «Είναι μια χιτσκοκική κίνηση, μου αρέσει, αλλά δεν το θεωρώ ιδιαίτερα σπουδαίο» διευκρινίζει. Τον ρωτάω αν υπάρχει κάτι ματαιόδοξο σε όλο αυτό. «Πιθανόν, αλλά το να γράφεις ένα βιβλίο 600 σελίδων περιέχει επίσης αρκετή ματαιοδοξία, οπότε...». Ο Παμούκ δεν αρνείται ότι υπάρχει κάτι ναρκισσιστικό στην τέχνη της συγγραφής. «Προφανώς, για να γίνεις συγγραφέας, πρέπει να πιστεύεις στη σοβαρότητά σου. Ίσως και στην τέχνη της αυτοβιογραφίας να υπάρχει ναρκισσισμός. Αλλά και πάλι εγώ έκανα την αυτοβιογραφία μου (σ.σ.: το βιβλίο «Ιστανμπούλ, Πόλη και αναμνήσεις») πορτρέτο μιας πόλης αντί να γράψω μόνο για μένα. Νομίζω ότι το να είσαι ναρκισσιστής δεν είναι και τόσο κακό. Εξάλλου ως συγγραφέας πρέπει να επιβάλλεις τη δική σου άποψη και ματιά για τον κόσμο και να τη συνδυάζεις με την πραγματικότητα» λέει. Το μόνο άγχος του Παμούκ για το μέλλον είναι ότι δεν θα προλάβει να γράψει όλα τα βιβλία που έχει σχεδιάσει. Ο κατάλογος του Μουσείου της Αθωότητας ήταν το 15ο βιβλίο του. «Εχω έτοιμες πλοκές για οκτώ ακόμη βιβλία. Έτσι λειτουργώ. Πρώτα σκέφτομαι και μετά γράφω όλο και περισσότερες σημειώσεις. Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω».
«Όταν έπαιζα μικρός με τα παιχνίδια μου»
Στα 60 του χρόνια ο Παμούκ έχει την αίσθηση ότι του τελειώνει ο χρόνος. «Όλα αυτά τα βιβλία που ετοιμάζω για όλα τα υπόλοιπα χρόνια θέλω να τα γράψω. Ο χρόνος είναι όλο και πιο πολύτιμος. Να απολαύσω τη ζωή μου κοιτώντας έξω από αυτό το παράθυρο, να πάω στην παραλία ή να δουλεύω συνέχεια; Ειλικρινά με βασανίζει αυτό το ερώτημα κάθε στιγμή. Μονίμως ρωτάω τον εαυτό μου γιατί δουλεύω τόσο σκληρά. Προφανώς επειδή μου αρέσει! Ακόμη δεν έχω χάσει τη χαρά τού να γράφω ένα μυθιστόρημα – είναι η ίδια αίσθηση που είχα όταν έπαιζα μικρός με τα παιχνίδια μου. Είναι η ζωή για την ευτυχία; Την απόλαυση της στιγμής; Το να παρηγορείς τον εαυτό σου ότι κάνεις κάτι με νόημα; Αυτές είναι οι ερωτήσεις που ρωτάω ξανά και ξανά. Πάντα με απασχολούν οι ερωτήσεις – Πώς να χρησιμοποιήσεις τον χρόνο σου; Πώς φθάσαμε εδώ; Πού πάμε; Και φυσικά πού θα πάμε απόψε;». Γελάει δυνατά.

Το άρθρο πρωτοδημοσιεύθηκε  στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ στις 27/4/2012




Δευτέρα 9 Μαρτίου 2015

Διαβάζοντας την Κωνσταντινούπολη #3

Στον φιλόξενο χώρο της Βιβλιοθήκης της Αγιορειτικής Εστίας πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 5 Μαρτίου 2015 η προγραμματισμένη συνάντηση των μελών της Λέσχης Ανάγνωσης της Αγιορειτικής Εστίας.

Το βιβλίο που είχε επιλεγεί προς ανάγνωση ήταν το έργο του Τούρκου συγγραφέα Αχμέτ Ουμίτ με τίτλο «Μνήμες της Κωνσταντινούπολης». Με το σχολιασμό του εν λόγω βιβλίου λοιπόν ξεκίνησε η συνάντηση και η ποικιλία των απόψεων των μελών είχε μεγάλο ενδιαφέρον.
Οι περισσότεροι εκ των παρευρισκομένων συμφώνησαν στο γεγονός ότι ο Αχμέτ Ουμίτ καταφέρνει μέσα από το κείμενο του να δημιουργήσει μία όμορφη ταξιδιωτική περιήγηση στην ιστορική Κωνσταντινούπολη η οποία σε συνδυασμό με την αστυνομική πλοκή (7 φόνοι σε 7 ιστορικά σημεία της Πόλης), αφήνει εν κατακλείδι στον αναγνώστη μια αίσθηση ικανοποίησης από την ανάγνωση του πολυσέλιδου έργου, αν και κάποιες φορές γίνεται αρκούντος κουραστικό. Ωστόσο η περιήγηση στις γειτονίες της παλιάς ιστορικής Πόλης, η ομορφιά των μνημείων της, οι γειτονιές που περιγράφει ο τούρκος συγγραφέας σε ανταμείβουν σε μεγάλο βαθμό. 

Η συζήτηση επίσης εστιάστηκε και στο γεγονός της αναφοράς των «Ρωμιών» της Πόλης και εντάθηκε όταν προσπαθήσαμε να αναλύσουμε την προέλευση της εν λόγω λέξης καθώς και την χρήση της ανά τους αιώνες. Πολύ εποικοδομητική η συζήτηση και όταν τα πνεύματα έκαναν να κινήσουν για άλλα επίπεδα, τότε επιστρέψαμε στην ασφάλεια των σελίδων του βιβλίου.  
Κατόπιν επιλέξαμε (πάντα μέσα από τη διαδικασία της ψηφοφορίας) το επόμενο βιβλίο προς ανάγνωση, το οποίο είναι το έργο του Τούρκου Νομπελίστα Ορχάν Παμούκ με τίτλο «Ιστανμπούλ. Πόλη και αναμνήσεις». Παρακάτω ακολουθεί μία μικρή περίληψη του βιβλίου.
Τέλος, ασχοληθήκαμε με το επικείμενο ταξίδι στην Πόλη που προγραμματίζετε για όλα τα μέλη της Λέσχης Ανάγνωσης. Οι σκέψεις και οι προτάσεις ήταν πολλές και προς το παρόν μείναμε στην πρώτη επιλογή της ημερομηνίας διεξαγωγής του, η οποία είναι από τις 23 έως τις 26 Απριλίου 2015. Περισσότερες λεπτομέρειες για το ταξίδι θα ακολουθήσουν το επόμενο διάστημα.

Νηστίσιμα χειροποίητα γλυκά είχαν τη τιμητική τους και κατά την συνάντηση αυτή, ενώ λίγο πριν τη λήξη, γευτήκαμε το περίφημο σέρβικο ποτό «Σλιβόβιτσα», που άφησε πολύ καλές εντυπώσεις.
Η επόμενη συνάντηση θα πραγματοποιηθεί την Πέμπτη 2 Απριλίου 2015.
Ήταν μια βραδιά που εκτός από βιβλία ήταν γεμάτη από ταξιδιάρικη διάθεση!!!

Λίγα λόγια για το βιβλίο:


«Ιστανμπούλ. Πόλη και αναμνήσεις»

Παμούκ Ορχάν

Μετάφραση: Βρετού Στέλλα 
Εκδόσεις: Ωκεανίδα
Σελίδες: 596 

«Η μοίρα της Ιστανμπούλ είναι και δική μου μοίρα, είμαι αφοσιωμένος στην πόλη επειδή σε αυτήν οφείλω αυτό που είμαι», εξομολογείται ο Ορχάν Παμούκ σ' αυτό το γοητευτικό βιβλίο που διαβάζεται σαν δοκίμιο, προσωπικό ημερολόγιο, ιστορία, οδηγός πόλης και μυθιστόρημα μαζί. Ο σημαντικότερος σύγχρονος Τούρκος συγγραφέας μάς παρασέρνει σ' ένα συναισθηματικό ταξίδι στην πόλη όπου ζει εδώ και πενήντα χρόνια και μέσα από τις αναμνήσεις της παιδικής του ηλικίας συνθέτει το προσωπικό του πορτρέτο της Κωνσταντινούπολης. 
Μέσα από τα μάτια του ανακαλύπτουμε τα σοκάκια της Πόλης, τις λιθόστρωτες λεωφόρους της, τα ξύλινα αρχοντικά της, το τέλος ενός πολιτισμού αλλά και τη γέννηση ενός καινούργιου. Παρακολουθούμε τη ζωή του συγγραφέα και τη διαμόρφωση του ψυχικού του κόσμου από τη στιγμή που αισθάνθηκε τον εαυτό του. 

«Αυτές οι φωτογραφίες με κάνουν να νιώθω σαν μεθυσμένος από τις αναμνήσεις», λέει ο Παμούκ για τις εικόνες του βιβλίου, πολλές από τις οποίες προέρχονται από το οικογενειακό του αρχείο είτε τις έχει τραβήξει ο ίδιος (όπως στο κεφάλαιο 28, στις σελίδες 431-436, καθώς και στο οπισθόφυλλο). Επιπλέον, η Ιστανμπούλ εικονογραφείται με πλήθος καρτποστάλ, σχέδια, γκραβούρες και πίνακες.



Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2015

Μνήμη Γιώργου Ιωάννου

Της Αρχοντούλας Διαβάτη


Θυμάμαι την καθημερινή εκείνη του Φεβρουαρίου, τη μέρα της κηδείας του Γιώργου Ιωάννου, μια μέρα με κρύο και χιονόνερο, καθώς πηγαίναμε προς στην Αγιά Σοφιά, πριν από χρόνια. Εικοσιεννιά χρόνια. Να όμως που η οικογένειά του κράτησε όλα αυτά τα χρόνια το σπίτι του στα Εξάρχεια –οδός Δεληγιάννη– πληρώνοντας ενοίκια και ανατιμήσεις, μέχρι που ήρθε η ιμερτή μέρα και δόθηκε λύση στο πρόβλημα. Το αρχείο του σημαντικού συγγραφέα, η μόνη κληρονομιά, στεγάσθηκε στον γενέθλιο τόπο και άνοιξε την Κυριακή απόγευμα για το κοινό, στον έκτο όροφο του Βαφοπούλειου. 
Στα εγκαίνια ήρθε κόσμος πολύς που διάβαζε και αγαπούσε τα βιβλία του. Ήρθαν να τον χαιρετήσουν στο σπίτι του. Απαγγέλθηκαν ποιήματα και ακούστηκαν ηχητικά ντοκουμέντα και ομιλίες και μουσική απόδοση ποιημάτων, όλα αυτά στο μικρό θεατράκι και μετά άρχισε να στριμώχνεται ο κόσμος στα ασανσέρ για τον έκτο, για το αρχείο. Μεγάλη έκπληξη ο σοφά διευθετημένος χώρος. Το γραφείο του “ποιητή”, τα βιβλία του, οι πίνακες, το κρεβάτι με τη μπάντα στον τοίχο, τα χειρόγραφα των έργων του, φωτογραφίες, δίσκοι, αφίσες ήταν τα πράγματα και σήμαιναν κάτι που έπρεπε να αποκρυπτογραφήσουμε. Περιδιαβάζαμε μουδιασμένοι νιώθοντας το δικό μας αίμα, βαθιά μέσα μας τη ζεστή συγκίνηση, κάνοντας εδώ κι εκεί πηγαδάκια – σίγουρα δεν παράπεσαν τα πράγματα στο Μοναστηράκι κι ούτε στο Μπιτ παζάρ, όπως συμβαίνει με τα κατάλοιπα λιγότερο τυχερών συγγραφέων, είχε παρατηρήσει  ο γνωστός δημοσιογράφος στην επιμελημένη του παρουσίαση.

Και τώρα μόνοι, Γιώργο Ιωάννου...
Και τώρα μόνοι, Γιώργο Ιωάννου, σκεφτόμουν. Όπως εκείνος επισκεπτόταν –κατά τα γραφόμενά του– την προσφυγική Παναγία, τη Ρευματοκρατόρισσα, στην Αχειροποίητο, σε δυσκολίες και χαρές, και τα λέγανε σαν να πήγαινε επίσκεψη σε καμιά θεία του, «να χαϊδευτεί», ή στη γιαγιά του, έτσι κι εμείς να ερχόμαστε επίσκεψη, να συναντούμε τη γραφή σου, το σοβαρό και μελετημένο ύφος σου και τα θυμόσοφα σχόλια.

Η Δήμητρα, η μικρή αδερφή του ποιητή, μια ωραία μελαχρινή κυρία με κάτασπρα μαλλιά, είχε καθίσει κουρασμένη σε μια από τις πολυθρόνες στο σαλονάκι και νιώθοντας τόσο οικεία επιτέλους στο νέο αυτό αγαπημένο σπίτι, απαντούσε χαμογελώντας στις ερωτήσεις μου. Ναι, από την Ανατολική Θράκη ήταν και έκαναν –η οικογένειά της– γλυκά, σοροπιαστά στην «πατρίδα», εξ ου και το παρατσούκλι του πατέρα, «Σορολόπης», που κατάληξε να γίνει το επίθετό τους – αλλά ο Γιώργος δεν ήθελε, ντρεπόταν στο δημοτικό, και το αλλάξαμε. «Ελάτε για καφέ, θα σας πω κι άλλα...».


Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2015

Η ανέφικτη πορεία προς την έξοδο από τη ντουλάπα

Της Σοφίας Ιακωβίδου

ΤO ΓIATI γίνεται λόγος στο έργο του Ιωάννου, μοιάζει να έχει εν πολλοίς απαντηθεί από την κριτική, ακαδημαϊκή και μη: είναι τέτοιος ο αριθμός των μελετών και άρθρων πάνω στο θέμα της πόλης στο έργο του, ώστε αυτό το θέμα να έχει σχεδόν απορροφήσει τυχόν άλλα και εν τέλει η σκηνογραφία να έχει προσεχθεί περισσότερο από την παράσταση.

Αν, ωστόσο, θελήσουμε να εστιάσουμε στη δεύτερη, η πραγματική λογοτεχνική ταυτότητα του «συγγραφέα της Θεσσαλονίκης» θα αναδείξει τις σκιασμένες πλευρές της. Hδη το κείμενο που ανοίγει το «Για ένα φιλότιμο», Τα κελιά, θέτει το συγγραφικό του πρόταγμα: να βγάλει τους αναγνώστες από την πλάνη. «Θα 'μαι πολύ ευχαριστημένος όταν, μ' οποιονδήποτε τρόπο, αποχτήσω μέσα σ' αυτήν την πόλη ένα τέτοιο κελί δικό μου... να μη με βρίσκουν εύκολα. Aλλά κι αν με βρουν, να είμαι πανέτοιμος να απολογηθώ και να τους βγάλω μια για πάντα από την πλάνη», όπως λέει κλείνοντας το κείμενό του. Το τι είδους είναι η πλάνη αυτή, δεν απαντιέται μόνο σε επίπεδο φόρμας αλλά και περιεχομένου. Με την είσοδό του στην πεζογραφία, ο Ιωάννου δεν εισάγει απλώς ένα νέο λογοτεχνικό είδος, το πεζογράφημα. Προτείνει και μια θέα σ' έναν διαφορετικό κόσμο, θέτει ένα ερώτημα πάνω στις ιεραρχίες που δομούν την κοινωνία, υποδεικνύει ότι το υψηλό και το χαμηλό, το «πάνω» και το «κάτω» δεν παρουσιάζουν μόνο ρωγμές, αλλά και επικοινωνία. Στα Κελιά, με το πρόσχημα του στενού, κλειστού χώρου που «συγκεντρώνει το πνεύμα με την ψυχή, τα σφίγγει με το Θεό» περνάμε από το κελί του μοναχού στο κελί του φυλακισμένου και από τις τουαλέτες του στρατού σ' αυτές του σπιτιού - οι χώροι του ιερού, της λατρείας και της κρίσης μπερδεύονται με σωματικά εκκρίματα και ακαθαρσίες, σε μια ιδιότυπη ισοτοπία που μοιάζει να υποβάλλει η γλώσσα (κελί: φυλακισμένου/μοναχού) και να προεκτείνει ο συγγραφέας. Η πρακτική του ανακατέματος, που ο Ιωάννου της «Καταπακτής» διεκδικεί σε άλλο τόνο «θα σκαλίζω πια με την κουτάλα μου στον πάτο του καζανιού μου και ό,τι βγάλω. Oποιοι θέλουνε λαδιά… να πάνε σ' άλλου μάγειρα το καζάνι», προβάλλει ήδη από το πρώτο κείμενο (που δεν τοποθετείται τυχαία στην κορυφή του πρώτου βιβλίου, συνιστά τρόπον τινά το ποιητικό του μανιφέστο) αλλά πιο ήπια, μια και προσέχεται ιδιαίτερα το ύφος. «Εκείνο που μετράει περισσότερο είναι, νομίζω, ο τόνος της διαμαρτυρίας. Oύτε θρασύς, ούτε και να λυγίζει. Και τα δύο είναι ύποπτα. Δύσκολο όμως να πετύχεις τον σωστό τόνο, όταν σε κοιτάζουν τόσοι και τόσοι, περιμένοντας να διαπιστώσουν αυτό ακριβώς το πράγμα.» (Τα κελιά). Ο Ιωάννου πράγματι πέτυχε τον σωστό τόνο, και το ανατρεπτικό περιεχόμενο πέρασε σχεδόν απαρατήρητο με όχημα το νέο λογοτεχνικό είδος. Το πεζογράφημα κατάφερε να ισορροπήσει τον κίνδυνο της έκθεσης που δημιουργούσε η αδήριτη ανάγκη για εξομολόγηση, όντας μια φόρμα μικτή, κρυπτική, μακριά από τη γραμμική αφήγηση μιας ιστορίας, δίχως ήρωες που πιθανόν να οδηγούσαν σε ταυτίσεις με τον γράφοντα. «Hταν θεραπεία ως εκ θαύματος, συμφωνία εν ριπή οφθαλμού εκατοντάδων αντιθέσεων που σε καταξέσκιζαν», όπως θα πει στο απολογιστικό Εις εαυτόν λίγο πριν πεθάνει. Οι αντιθέσεις αυτές είχαν κοινωνικό έρεισμα και ιδεολογικές προεκτάσεις, όπως αυτές που εκφράζονται στα Κελιά, η θεραπευτική όμως λειτουργία της διευθέτησής τους μέσω της γραφής μαρτυρά το ψυχολογικό τους υπόβαθρο. Ένα βαθύ αίσθημα ενοχής, ένας διάχυτος φόβος ορίζει την τάση για απολογία, της δίνει διαστάσεις κοινωνικής καταγγελίας.


Eτσι, αν στα Κελιά ο αφηγητής του Ιωάννου περιφέρεται στα δικαστήρια προετοιμαζόμενος για την απολογία του σε περίπτωση που συλληφθεί για το αόριστο αδίκημα που αισθάνεται να έχει διαπράξει, στο κείμενο που κλείνει το «Για ένα φιλότιμο», τη Λυσσασμένη αγελάδα, ενοχοποιείται από τους υπόλοιπους πως έχει φάει μολυσμένο κρέας και σχεδόν απομονώνεται από τη μικρή κοινότητα, σύντομα όμως αποκαλύπτεται πως περισσότερο ύποπτοι από τον ίδιο είναι ο στρατηγός και ο δεσπότης. Οι διατροφικές συνήθειες αναλαμβάνουν εδώ να αποκαλύψουν την αβέβαιη ηθική των κρατούντων, μια και αποτελούν προνομιακό χώρο για άσκηση ελέγχου στις αντίστοιχες νόρμες - ο στρατηγός και ο δεσπότης είναι που τρώνε το καλύτερο κρέας, που όμως αποδεικνύεται μολυσμένο. H αλληγορία κρέας-σάρκα μόλις που υποβάλλει τον τύπο της «μόλυνσης». Είναι όμως κυρίως στο Λογοτιμήτη της «Σαρκοφάγου», που ο Ιωάννου αναζητεί πραγματικά σημεία που να επιβεβαιώνουν τη λογοτεχνική του γεωγραφία. Αυτήν τη φορά περιφέρεται στις φυλακές της Κασσάνδρας στη Χαλκιδική και, κρυφοκοιτάζοντας τη ζωή των κρατουμένων από τα παράθυρα των κελιών τους, τη συγκρίνει με αυτήν των μοναχών του γειτονικού Αγίου Oρους. «Πού είναι πιο ελεύθερα άραγε;» αναρωτιέται. «Εδώ μέσα ή στην οικογένεια, τον κύκλο και το υπαλληλίκι; Πάντως μοιάζει να είναι αφάνταστα λιγότερη απ' τη δική μου η μοναξιά τους. Καλύτερα, θαρρώ, πολύ καλύτερα σε μοναστήρι ή στις σκιερές φυλακές, μαζί μ' αυτούς που έκαναν το θέλημά τους, παρά έξω, με τους δισταχτικούς και αφυδατωμένους». Η αμέριστη συμπάθεια για τους καταδικασμένους, τους καταπιεσμένους, τους κοινωνικά υποδεέστερους ή και περιθωριοποιημένους, που αναβλύζει σε κάθε σημείο του έργου του Ιωάννου, φαίνεται εδώ καθαρά πως εκκινεί από τη δική του καταπίεση από τον οικογενειακό και εργασιακό κλοιό, από την αναστολή δικών του πράξεων και επιθυμιών. Και, όσο κι αν το ενδιαφέρον του διευρύνεται κοινωνικά, η εστία του είναι καθαρά ερωτική, αυτή ορίζει τους παραλληλισμούς και τις ιδεολογικές αποχρώσεις, όπως και τις προνομιακές σκηνογραφίες της αφηγηματικής δράσης. Λίγο ενδιαφέρει αν αυτή τοποθετείται στη Θεσσαλονίκη, στην Αθήνα ή στη Βεγγάζη της Λιβύης, μια και οι χώροι είναι παντού αντίστοιχοι, χώροι όπου συγκεντρώνονται ει δυνατόν αποκλειστικά άντρες της λαϊκής τάξης, σημεία που επιτρέπουν την κατανάλωση του θεάματος του αντρικού σώματος, πάντοτε στιβαρού, «δεμένου» από τη χειρωνακτική εργασία.

Τα λαϊκά σινεμά, Τα λιμενικά λουτρά στη Θεσσαλονίκη, φτηνά δωμάτια λαϊκών ξενοδοχείων στην Αθήνα ή Η πλατεία Αγίου Βαρδαρίου, που εύκολα εναλλάσσεται με την Ομόνοια κατά την αθηναϊκή περίοδο του συγγραφέα, παίρνοντας μάλιστα τις διαστάσεις του ομώνυμου βιβλίου («Ομόνοια 1980»), συνιστούν κάποιες μόνο από αυτές τις θέσεις-κείμενα, που προσφέρουν θέα στην ερωτική κίνηση, από την πλευρά ενός παρατηρητή που καταγράφει, διατυπώνει κρίσεις κοινωνικού περιεχομένου, περιγράφει, ενίοτε με λατρεία που αγγίζει την αγιογραφία, αλλά δεν συμμετέχει. Δεν είναι λοιπόν η πόλη που έχει σημασία αλλά το ψυχικό εκτόπισμα αυτής της στάσης - είτε πρόκειται για τον Ιωάννου στην πλατεία Ομονοίας, είτε για τον Ζωρζ Περέκ στην πλατεία Σαιν Σουλπίς στο Παρίσι να καταγράφει αναλυτικά οτιδήποτε καταρτίζοντας λίστες, πρόκειται για την ίδια σκέψη-κατάταξη, την ίδια επιθυμία να κάνουν το έξω μέσα, τη λεγόμενη «νευρωτική τακτοποίηση του παντός». Είναι χαρακτηριστικό πως δύο κείμενα του Ιωάννου που κάνουν λόγο για τον αποκλεισμό από τον έρωτα έχουν την αφηγηματική μορφή της λίστας. Aν όμως στις Κατηγορίες («Για ένα φιλότιμο») περιορίζεται σε μια κατάταξη αυτών που (αυτο)αποκλείονται από την ερωτική επαφή, στην «Καταπακτή» τούς εξαίρει, τους ανυψώνει σε κατά κόσμον μάρτυρες (Οι δικοί μου άγιοι), ενώ τη φορά αυτή περιλαμβάνει ανάμεσά τους και τον ομοφυλόφιλο, ιδιαίτερα τον θηλυπρεπή, λόγω της κοινωνικής κατακραυγής που ξεσηκώνει και μόνο με την παρουσία του. Eτσι, στο τελευταίο του καθαρά λογοτεχνικό βιβλίο, ο Ιωάννου κάνει εν μέρει λόγο για τον πανικό που σκορπά ο ομοφυλόφιλος, την ομοφυλοφοβία, την ίδια στιγμή που σε άλλο κείμενο της «Καταπακτής» παραδέχεται πως αυτή αποτελεί εσωτερικευμένη του κατάσταση («δεν ξεσφραγίζεσαι με τίποτα και δεν ξεφοβάσαι με τίποτα», Στη δύσκολη ώρα), ενώ στην Παραίτηση αποποιείται και την ίδια τη λέξη που δηλώνει την ερωτική του ταυτότητα, προτιμώντας να τον θεωρούν άφιλο: «Καλύτερα αυτό παρά το άλλο, που είναι ακόμη και στην ορθογραφία του δύσκολο με τα αλλεπάλληλα όμοια φύλα». Γίνεται έτσι σαφές τί είδους ήταν ουσιαστικά οι εξαγγελίες των Κελιών και ποια αλλαγή ευαγγελίζονταν - όχι μόνο αυτήν των αναγνωστικών έξεων. Πίσω από την ιδεολογική χροιά των κρίσεων για αμφίβολες ταξινομήσεις, πρόβαλλαν σταδιακά άλλου τύπου νόρμες, ερωτικές, και μια τάση για αναδιάταξή τους. Μόνο που τα μεσσιανικά οράματα του τύπου «επαναστατώ, άρα υπάρχουμε» προέρχονταν από κάποιον που δεν υπήρξε ποτέ επαναστατημένος ο ίδιος. «Δεν είσαι ο Χριστός για να σώσεις» παραδέχεται στα Βαθιά πηγάδια, ενώ ήδη στο πρώτο κείμενο της «Καταπακτής», το Εις λάκκον, μονολογεί: «Μην ελπίζεις σε τίποτα, δεν υπάρχει έλεος. Οι ρόλοι ποτέ δεν πρόκειται να αλλάξουν».
Ενώ λοιπόν στην «Καταπακτή» συντελείται το πέρασμα σε μια πιο τολμηρή έκφραση κι ένα συχνά απροκάλυπτο ερωτικό περιεχόμενο (που δεν δικαιώνεται πάντα λογοτεχνικά), κι ενώ έχει προηγηθεί το στάδιο του «Επιτάφιου θρήνου» που, σε μια άσκηση συγγραφικής δεξιοτεχνίας (και διεύρυνσης των ορίων του πεζογραφήματος), προσπαθεί να συμφύρει το θρησκευτικό με το σεξουαλικό στοιχείο, ένα ολόκληρο συγγραφικό πρόγραμμα μένει αδικαίωτο. Η «Καταπακτή», αντί να ανοίγει το σώμα του έργου, όπως υπόσχεται ο τίτλος, το κλείνει ματαιωτικά. Η καμπύλη προς την έξοδο από την ντουλάπα, τον τόπο της αντίστασης στην ορατότητα, που κατ' επανάληψη έμοιαζε να διαγράφει το έργο, μένει τελικά μετέωρη.


Πηγή: Σοφία Ιακωβίδου, ‘Η ανέφικτη πορεία προς την έξοδο από την ντουλάπα...’, Καθημερινή, ένθετο Επτά Ημέρες 13/2/2005, 20-21, και Δημήτρης Κόκορης (επιμ.), Για τον Ιωάννου: κριτικά κείμενα, Αιγαίον 2013, 388-393.