Σελίδες

Πέμπτη 8 Μαΐου 2014

Ο Ισίδωρος Ζουργός στην αυλή της Αγιορειτικής Εστίας


Πολλοί ήταν οι φίλοι που παρευρέθηκαν στην όμορφη βραδιά που πραγματοποιήθηκε στην αυλή της Αγιορειτικής Εστίας και κατά την οποία είχαμε την ευκαιρία να ακούσουμε τον θεσσαλονικιό συγγραφέα, να μας διαβάζει αποσπάσματα από το νέο του βιβλίο που φέρει τον τίτλο: «Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο».
Ο Ισίδωρος Ζουργός ανέγνωσε τρία αποσπάσματα, τα οποία, όπως μας φανέρωσε ο ίδιος, συσχέτισε με την Αγιορειτική Εστία, την Έκθεση για την Κωνσταντινούπολη που συνεχίζει να εκθέτετε στον εκθεσιακό χώρο του κτιρίου Νεδέλκου, καθώς και με τον πρώτο ιδιοκτήτη του κτιρίου της Αγιορειτικής Εστίας, τον γιατρό Κωνσταντίνο Νεδέλκο.

Έτσι λοιπόν, το πρώτο απόσπασμα αφορούσε την συνάντηση του περιηγητή Βασίλη Γρηγόροβιτς Μπάρσκι με τον Μοναχό Ιωαννίκιο στην Ιερά Μονή Διονυσίου του Αγίου Όρους και η σύνδεση αφορούσε στο γεγονός ότι η Αγιορειτική Εστία έχει εκδώσει τα δύο μεγάλα ταξίδια του Μπάρκσι στο Άγιον Όρος το 1725-1726 και 1744-1745 στο έργο με τίτλο «ΜΠΑΡΣΚΙ: Τα ταξίδια του στο Άγιον Όρος 1725-1726, 1744-1745 με την φροντίδα και τα σχόλια του ακαδημαϊκού Παύλου Μυλωνά» και στο οποίο επίσης περιέχεται πλούσιο βιογραφικό υλικό για το έργο του Μπάρσκι.
Το δεύτερο απόσπασμα αφορούσε σκηνές από την ζωή του Ματίας Αλμοσίνο στην Κωνσταντινούπολη, για την οποία υπάρχει μια πολύ ενδιαφέρουσα φωτογραφική Έκθεση στον α΄ όροφο της Αγιορειτικής Εστίας με τίτλο «ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΙΣ: Η Πόλη μέσα από το φωτογραφικό φακό του Αχιλλέα Σαμαντζή και του Ευγένιου Δαλέζιου». Η εν λόγω έκθεση παρουσιάζετε για πρώτη φορά στη Θεσσαλονίκη, και φανερώνει ένα μοναδικό αρχειακό υλικό της περιόδου της Πόλης από το 1880 έως το 1930.

Τέλος, το τρίτο απόσπασμα ήταν αφιερωμένο στην γνωριμία του Ματίας Αλμοσίνο με τον μεγάλο άγγλο γιατρό Τομ Σύντενχαμ, και ο Ισίδωρος Ζουργός το συνέδεσε με τον Κωνσταντίνο Νεδέλκο, γιατρό της πόλης μας, ο οποίος έχτισε και αργότερα δώρισε το Μέγαρο Νεδέλκου στον Δήμο Θεσσαλονίκης.

Να σημειωθεί ότι η εκδήλωση ήταν ενταγμένη στο πρόγραμμα της Parallaxis με τίτλο «Το βιβλίο αλλιώς» και ακολούθησε αντίστοιχη εκδήλωση στην αυλή του Κρατικού Ωδείου, κατά την οποία ο Θωμάς Κοροβίνης ανάγνωσε αποσπάσματα από το πλούσιο έργο του. 

Σάββατο 3 Μαΐου 2014

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες (1927-2014): 6 ιστορίες για τον Γκαμπίτο

Κείμενο: ΑΘΩΣ ΔΗΜΟΥΛΑΣ


Τα παιδικά χρόνια στην Αρακατάκα

«Πολλά χρόνια αργότερα, μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, ο συνταγματάρχης Αουρελιάνο Μπουενδία θα θυμόταν εκείνο το μακρινό απόγευμα που ο πατέρας του τον είχε πάει να γνωρίσει τον πάγο». Αυτή είναι η περίφημη εναρκτήρια πρόταση του μυθιστορήματος «Εκατό χρόνια μοναξιά», με τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες να έχει εξηγήσει ότι «ήταν επιβεβλημένο να χρησιμοποιήσω πάγο για την πρώτη πρόταση, επειδή στην πιο καυτή πόλη του κόσμου ο πάγος είναι κάτι μαγικό».

Ο πάγος παραπέμπει σε μια ιστορία από τα παιδικά του χρόνια, στις αρχές της δεκαετίας του ’30, στη μικρή πόλη της Κολομβίας Αρακατάκα, όταν ο παππούς του, ο φιλελεύθερος συνταγματάρχης Νικολάς Ρικάρντο Μάρκες, τον πήρε από το χέρι και τον πήγε σε ένα μαγαζί να δει ένα κατεψυγμένο ψάρι. «Το άγγιξα και ένιωσα ένα κάψιμο», είπε κάποτε ο συγγραφέας. Οι καθημερινές βόλτες παππού και εγγονού, οι επισκέψεις στο τσίρκο και στον κινηματογράφο, οι ιστορίες από τον πόλεμο των Χιλίων Ημερών (τον εμφύλιο του 1899) ήταν σπουδαία μαθήματα για τον μικρό Μάρκες. «Η σχέση μου με τον παππού μου ήταν ο ομφάλιος λώρος που με κράτησε σε επαφή με την πραγματικότητα». Τα βράδια άκουγε τις ιστορίες της γιαγιάς του, με φαντάσματα και νεκρούς, γεμάτες με τις δεισιδαιμονίες της μυθολογίας της Λατινικής Αμερικής. Το υπερφυσικό στοιχείο εισχώρησε στη συνείδησή του· η βάση του «μαγικού ρεαλισμού» που αργότερα θα χαρακτήριζε το έργο του είχε ως αφετηρία τα παιδικά του βιώματα. Αλλωστε η Αρακατάκα είναι το θρυλικό Μακόντο, η φανταστική πόλη από το «Εκατό χρόνια μοναξιά». Οι γονείς του απουσιάζουν. Ζουν σε άλλες πόλεις, με τον πατέρα του, έναν τυχοδιώκτη αυτοδίδακτο ομοιοπαθητικό γιατρό, να προσπαθεί να πετύχει ως φαρμακοποιός. Ο Γκαμπριέλ, το πρώτο από τα έντεκα παιδιά της οικογένειας, μεγαλώνει με τους παππούδες του και την αδερφή του. Με τους γονείς του θα βρεθεί πολύ αργότερα, σε ηλικία έντεκα ετών, αλλά η σχέση του μαζί τους δεν θα είναι ποτέ ιδιαίτερα στενή.

Δημοσιογράφος αντί δικηγόρος 

Στις αρχές της δεκαετίας του ’50 βρέθηκε στην πόλη Μπαρανκίγια και, καθώς δεν είχε χρήματα να νοικιάσει ένα κανονικό σπίτι, αναγκάστηκε να ζήσει ένα χρόνο στο δωμάτιο ενός οίκου ανοχής - όταν τα χρήματά του δεν έφταναν ούτε γι’ αυτό, έδινε αντί ενοικίου στον θυρωρό  ένα αντίγραφο από το τελευταίο του χειρόγραφο. Πλέον εργαζόταν ως αρθρογράφος στην εφημερίδα El Heraldo, καθώς μια καριέρα στη δημοσιογραφία τού φαινόταν πιο συναρπαστική από τα νομικά που είχε σπουδάσει στην Μπογκοτά και την Καρταχένα, χωρίς πάντως να έχει πάρει το πτυχίο του. Οταν ο πατέρας του πληροφορήθηκε ότι δεν σκόπευε να αποφοιτήσει και ότι είχε προτιμήσει το γράψιμο από τη δικηγορία, του είπε εκνευρισμένος: «Θα καταλήξεις να τρως χαρτί!».

Φυσικά δεν ήταν μόνο η δημοσιογραφία που είχε γοητεύσει τον νεαρό Μάρκες, αλλά κυρίως η λογοτεχνία. Είχε ήδη δημοσιεύσει τα πρώτα του διηγήματα, λαμβάνοντας μάλιστα θετικές κριτικές. Παράλληλα συνέχιζε να μελετά τους μεγάλους συγγραφείς της Δύσης, θαυμάζοντας τον Κάφκα (για τη «Μεταμόρφωση» είπε ότι του θύμιζε τον τρόπο που μιλούσε η γιαγιά του), τον Τζόις, τον Χέμινγουεϊ, τη Βιρτζίνια Γουλφ και περισσότερο από όλους τον Ουίλιαμ Φόκνερ. Αργότερα, η περίοδος που εργάζεται για την εφημερίδα El Espectador στην Μπογκοτά συμπίπτει με την κορύφωση της εμφύλιας διαμάχης που έμεινε γνωστή ως «La Violencia» και ο Μάρκες στοχοποιείται από το καθεστώς λόγω της τολμηρής και φιλελεύθερης αρθρογραφίας του. Τελικά φεύγει για την Ευρώπη, όπου εργάζεται ως ανταποκριτής για την El Espectador, προσπαθώντας παράλληλα να γνωρίσει την κουλτούρα της Γηραιάς Ηπείρου. Το συμπέρασμα, σύμφωνα με τον ίδιο, ήταν το εξής: «Οι περισσότεροι Λατινοαμερικανοί ανακαλύπτουν τον πολιτισμό όταν έρχονται στην Ευρώπη, για μένα όμως δεν ίσχυε το ίδιο». Δεν άργησε να επιστρέψει στον τόπο του.

Η γυναίκα της ζωής του


Μια μέρα, ενώ καθόταν ήρεμος στο «Γκραν Καφέ» του Καράκας (όπου ζούσε γράφοντας για την εφημερίδα El Momento), ο Μάρκες κοίταξε το ρολόι του, σηκώθηκε βιαστικά και είπε ότι πρέπει να προλάβει μια πτήση. Τον ρώτησαν πού πηγαίνει έτσι ξαφνικά και αυτός απάντησε: «Να παντρευτώ». Ολοι οι παρευρισκόμενοι σάστισαν, καθώς κανείς τους δεν γνώριζε ότι ο Μάρκες είχε κάποιο δεσμό. Σύμφωνα με τον ίδιο, την πρώτη φορά που είδε τη Μερσέδες Μπάρτσα, αυτός ήταν δεκαέξι ετών κι εκείνη εννέα. Ακολούθησε ένα πολυετές αλλά διακριτικό φλερτ - τα περισσότερα χρόνια η Μερσέδες αγνοούσε την ύπαρξή του. «Ο Γκαμπίτο με περίμενε να μεγαλώσω», είπε πολύ αργότερα.

Οταν η οικογένειά της μετακόμισε στην Μπαρανγκίγια, ο Μάρκες πήγαινε στο φαρμακείο του πατέρα της μήπως και τη συναντήσει, ενώ το 1950 εγκαινίασε στην εφημερίδα El Heraldo μια καθημερινή στήλη με τίτλο «Καμηλοπάρδαλη» - ήταν αφιερωμένη στη Μερσέδες, η οποία είχε μακρύ και λεπτό λαιμό. Τη στήλη υπέγραφε με το ψευδώνυμο Σέπτιμους, εμπνευσμένος από τον Σέπτιμους Γουόρεν Σμιθ, χαρακτήρα από το «Η κυρία Ντάλογουεϊ» της Βιρτζίνια Γουλφ. Τελικά, βρήκε το θάρρος να της ζητήσει να τον συνοδεύσει σε ένα χορό και αργότερα συμφώνησαν να παντρευτούν, αφού πρώτα η Μερσέδες θα ενηλικιωνόταν και θα τελείωνε το σχολείο. Μεσολάβησαν τα ταξίδια του Μάρκες στην Ευρώπη και τη Βενεζουέλα, αλλά τήρησε την υπόσχεσή του και επέστρεψε για να την παντρευτεί. Εμειναν μαζί όλη τους τη ζωή. Εκαναν δύο γιους, τον Ροδρίγο και τον Γκονσάλο. Το 1981, σε μια συνέντευξή του στο περιοδικό The Paris Review, ο Μάρκες δήλωσε ότι το μοναδικό πράγμα για το οποίο μετανιώνει στη ζωή του είναι ότι δεν έκανε και μια κόρη.

Ο Μάρκες οδηγούσε το λευκό του Οπελ κάπου ανάμεσα στην Πόλη του Μεξικού και το Ακαπούλκο, εκεί όπου σκόπευε να περάσει λίγες ημέρες διακοπών μαζί με τη Μερσέδες και τα δυο τους παιδιά. Ξαφνικά έκανε αναστροφή και ανακοίνωσε στην οικογένειά του ότι οι διακοπές ακυρώνονται. Τι είχε συμβεί; Αυτό που περίμενε σε όλη του τη ζωή. Είχε σκεφτεί τι ήθελε να γράψει: ένα βιβλίο για τις ρίζες του, το μεγάλο μυθιστόρημα της Λατινικής Αμερικής.

Μια ιδέα που άλλαξε τα πάντα

Η ιστορία αγγίζει τα όρια του μύθου και δεν ξέρουμε αν η «επιφοίτηση» αφορούσε μια γενική ιδέα, ένα ευρύ σκεπτικό ή, απλώς, την πρώτη πρόταση. Οπως και αν έχει, ο Μάρκες πέρασε ενάμιση χρόνο γράφοντας. Ζούσε ήδη από το 1961 στο Μεξικό, δίνοντας σενάρια για τον κινηματογράφο, κάτι που του απέφερε για πρώτη φορά αρκετά χρήματα. Το μικρό διαμέρισμα όπου έμενε αρχικά (είχε μόνο ένα στρώμα στο πάτωμα, ένα τραπέζι και δύο καρέκλες) αντικαταστάθηκε από ένα πολυτελές σπίτι με κήπο, γραφείο και ξενώνα, ενώ αγόρασε αυτοκίνητο και έστειλε τα παιδιά του σε ιδιωτικό σχολείο. Ηταν η εποχή της άνθησης της λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας και είχαν αρχίσει να ανατέλλουν συγγραφείς όπως ο Φουέντες, ο Κορτάσαρ και ο Λιόσα. Ο Μάρκες είχε μείνει πίσω, το ήξερε και βασανιζόταν. Επί ενάμιση χρόνο, λοιπόν, μόνο έγραφε και για να συντηρηθεί η οικογένειά του πούλησε το αυτοκίνητο και ό,τι άλλο μπορούσε. Ηταν μια περίοδος μεγάλων στερήσεων, στην οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, είχε καπνίσει 30.000 τσιγάρα και χρωστούσε 120.000 πέσος! Οταν τελικά ολοκλήρωσε το χειρόγραφό του, πήγαν μαζί με τη Μερσέδες να το ταχυδρομήσουν. Το δέμα θα κόστιζε 82 πέσος. Δεν είχαν τόσα κι έτσι έστειλαν μόνο τα μισά φύλλα. Μετά έβαλαν ενέχυρο μία θερμάστρα και ένα μίξερ και έστειλαν και το υπόλοιπο. Βγαίνοντας από το ταχυδρομείο, η Μερσέδες είπε: «Γκάμπο, αυτό που μας λείπει τώρα είναι το βιβλίο να είναι χάλια». Αλλά το βιβλίο ήταν το «Εκατό χρόνια μοναξιά».

Ο Κάστρο και ο Κλίντον

«Οταν πήγα σε ένα πανεπιστήμιο στη Βόρεια Αμερική, με ρώτησαν πώς συμβάδιζαν οι πολιτικές ιδέες του πατέρα μου με τα χρήματά του και τον τρόπο ζωής του. Απάντησα όσο καλύτερα μπορούσα, αλλά δεν υπάρχει ικανοποιητική απάντηση σε αυτό το ερώτημα». Αυτόν τον προβληματισμό του, ο Ροδρίγο, ο μεγάλος γιος του Μάρκες, τον έθεσε στους γονείς του και στον Φιντέλ Κάστρο τον Αύγουστο του 1979, όταν η οικογένεια επισκέφτηκε την Κούβα. Ο Κάστρο πρότεινε αστειευόμενος στον νεαρό ότι σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να λέει ότι όλα τα χρήματα τα ξοδεύει η μητέρα του.

Η φιλία του Κουβανού ηγέτη με τον Μάρκες άρχισε το 1959, στην πρώτη επίσκεψη του συγγραφέα στην Αβάνα, μετά την άνοδο του Κάστρο στην εξουσία. Πολλά χρόνια αργότερα, τη δεκαετία του ’90, ο Μάρκες θα προσπαθούσε να μεσολαβήσει ανάμεσα στον Κάστρο και τον Μπιλ Κλίντον, σε μια απόπειρα επικοινωνίας των δύο χωρών. Ο πρώην Αμερικανός πρόεδρος τον θαύμαζε και ήταν αυτός που ήρε την απαγόρευση της εισόδου του συγγραφέα στις ΗΠΑ (η οποία ίσχυε από το 1961 εξαιτίας της φιλοκουβανικής στάσης του), προσκαλώντας τον μάλιστα αρκετές φορές στον Λευκό Οίκο. Ο Μάρκες συνδέθηκε φιλικά και με τους γνωστότερους εκπροσώπους των γραμμάτων και των τεχνών της Λατινικής Αμερικής, αλλά και με αρκετούς πολιτικούς της Αριστεράς. Η πιο γνωστή ιστορία, πάντως, αφορά τον πολύ καλό του φίλο Μάριο Βάργκας Λιόσα. Η σχέση τους έληξε άδοξα το 1976, όταν σε μια κινηματογραφική πρεμιέρα ο Περουβιανός συγγραφέας υποδέχτηκε τον Μάρκες με μια γροθιά στο μάτι. «Γι’ αυτό που είπες στην Πατρίσια», του είπε. Εικάζεται πως ο Μάρκες είχε συμβουλεύσει τη σύζυγο του Λιόσα, έπειτα από μια κρίση στο γάμο τους, να ζητήσει διαζύγιο. Οι δύο άντρες δεν ξαναμίλησαν ποτέ.

Η φήμη και τα χρήματα

«Ο Ράντγιαρντ Κίπλινγκ έχει κοιμηθεί σε αυτό το κρεβάτι, όπως και ο Τόμας Μαν, ο Νερούδα, ο Αστούριας, ο Φόκνερ», σκέφτηκε και, αναστατωμένος, προτίμησε να κοιμηθεί στον καναπέ - είθισται η Σουηδική Ακαδημία να δίνει το ίδιο δωμάτιο του Grand Hotelhttp://cdncache-a.akamaihd.net/items/it/img/arrow-10x10.png στους νομπελίστες συγγραφείς, όταν αυτοί επισκέπτονται τη Στοκχόλμη για να παραλάβουν το βραβείο. Ο Μάρκες τιμήθηκε με το Νομπέλ Λογοτεχνίας το 1982, εκφωνώντας τον περίφημο λόγο «Η μοναξιά της Λατινικής Αμερικής». Ηταν ήδη αρκετά διάσημος, αν και είχε γράψει μόνο τρία μυθιστορήματα, τρεις νουβέλες και κάποια διηγήματα. Τα χρήματα του βραβείου είπε ότι θα τα χρησιμοποιούσε για να ιδρύσει μια εφημερίδα στην Μπογκοτά και να χτίσει το σπίτι των ονείρων του στην Καρταχένα. Στη συνέχεια, βέβαια, δήλωσε ότι «ξέχασε» αυτά τα χρήματα σε λογαριασμό σε μια ελβετική τράπεζα και τα χρησιμοποίησε 16 χρόνια αργότερα για να αγοράσει το περιοδικό Cambio της Μπογκοτά.

Αν και έζησε μεγάλο μέρος της ζωής του πολύ φτωχικά, από ένα σημείο και μετά έλυσε το οικονομικό του πρόβλημα για πάντα. Πλέον είχε την άνεση να ζητάει 50.000 δολάρια για μια ημίωρη συνέντευξη, ενώ διέθετε επτά σπίτια σε πέντε διαφορετικές χώρες στη Λατινική Αμερική και την Ευρώπη. Ταξίδευε πολύ, ζούσε πολυτελώς, ντυνόταν καλά και ξόδευε όσα χρήματα ήθελε. Το 2005 τον επισκέφτηκε στην Πόλη του Μεξικού ο επίσημος βιογράφος του, ο Τζέραλντ Μάρτιν. Την ώρα που κουβέντιαζαν, ο Μάρκες κοίταξε έξω από το παράθυρο. «Ξέρεις, μερικές φορές με πιάνει κατάθλιψη», είπε. Ο Μάρτιν τον ρώτησε γιατί. «Καταλαβαίνω ότι όλα αυτά τελειώνουν», απάντησε εκείνος. Από το 1999 του είχε διαγνωσθεί καρκίνος στους λεμφαδένες, τον οποίο ξεπέρασε λίγα χρόνια αργότερα, αλλά εν τω μεταξύ εμφάνισε συμπτώματα άνοιας. Πέθανε από πνευμονία την Πέμπτη
http://cdncache-a.akamaihd.net/items/it/img/arrow-10x10.png στις 17 Απριλίου στο σπίτι του στην Πόλη του Μεξικού.

5+1 Βιβλία για να γνωρίσετε τον Μάρκες

Εκατό χρόνια μοναξιά (1967)
Η δαιδαλώδης ιστορία τεσσάρων γενεών στη φανταστική πόλη Μακάντο, χαρακτηριστικό δείγμα του ρεύματος του μαγικού ρεαλισμού. Πούλησε περισσότερα από 30 εκατ. αντίτυπα παγκοσμίως.
Το φθινόπωρο του πατριάρχη (1975)
Η ζωή ενός Λατινοαμερικανού δικτάτορα, μιας μυθικής μορφής ακαθόριστης ηλικίας, που κυβερνά μια ανώνυμη χώρα. Σατιρική ματιά για τα καθεστώτα της εποχής.

Χρονικόν ενός προαναγγελθέντος θανάτου (1981)
Ο Μάρκες το χαρακτήρισε κάτι ανάμεσα σε νουβέλα και ψευδο-ρεπορτάζ, καθώς αναπλάθει την ιστορία μιας αληθινής δολοφονίας. Κυκλοφόρησε λίγο πριν από το Νομπέλ και έγινε αμέσως κλασικό.

Ερωτας στα χρόνια της χολέρας (1985)
Η μελαγχολική ερωτική ιστορία δύο νέων και ο παραλληλισμός της ανεκπλήρωτης αγάπης με τη θανατηφόρο ασθένεια. Θεωρείται ότι η βασική ιδέα προήλθε από την ερωτική ιστορία των γονιών του.

Ζω για να τη διηγούμαι (2002) 
Ογκώδης αυτοβιογραφική αποτίμηση της ζωής του Μάρκες, όπου διαφαίνεται η εμπλοκή του προσωπικού του βιώματος στο συγγραφικό του έργο.

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες: η βιογραφία του (2008)
Ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Τζέραλντ Μάρτιν παρουσιάζει κάθε πτυχή της ζωής του Μάρκες, δουλεύοντας τη συγκεκριμένη βιογραφία επί 17 χρόνια.


Παρασκευή 2 Μαΐου 2014

Φέτος διαβάζουμε νομπελίστες #4


Την Τρίτη 29 Απριλίου στην αίθουσα της βιβλιοθήκης του Μεγάρου Νεδέλκου, υλοποιήθηκε η συνάντηση για τον μήνα Απρίλιο της Λέσχης Ανάγνωσης της Αγιορειτικής Εστίας. Για ακόμη μία φορά η συνάντηση έλαβε χώρα υπό τον ήχο της βροχής, η οποία μας συντρόφευε καθ’ όλη την διάρκεια της.

Στο πρώτο μέρος της συνάντησης, ως είθισται, συζητήσαμε για το βιβλίο που είχαμε επιλέξει να διαβάσουμε, το οποίο ήταν το έργο της Ντόρις Λέσινγκ με τίτλο «Το πέμπτο παιδί».


Το βιβλίο αναλύθηκε διεξοδικά απ’ όλους τους συμμετέχοντες, με τις συμφωνίες και τις διαφωνίες που γεννά μία ομαδική συζήτηση. Ωστόσο εστιάσαμε λίγο περισσότερο στο βασικό θέμα του βιβλίο, το οποίο αφορούσε το ζήτημα της «διαφορετικότητας» και πως αυτό αντιμετωπίζεται από τα μέλη μιας οικογένειας, τα μέλη μιας μικρής ομάδας και εν τέλει από τα μέλη της κοινωνίας ολόκληρης. Στο δύσκολο αυτό έργο, είχαμε σύμμαχο μεγάλο, το εκλεκτό μέλος της λέσχης μας Γιώργο Μπασδάρη, ο οποίος ως κοινωνικός λειτουργός και υπεύθυνος των προγραμμάτων των Παιδικών Χωριών SOS  στη Βόρεια Ελλάδα, φώτισε με ιδιαίτερο τρόπο όλες τις σκοτεινές πτυχές που κρύβει το ζήτημα της «διαφορετικότητας» στη σύγχρονη Ελλάδα.



Ακολούθως τέθηκε το θέμα της επιλογής του νέου προς ανάγνωση βιβλίου. Όλα τα παρόντα μέλη (και ελπίζουμε και τα απόντα από τη συνάντηση) συμφώνησαν στην επιλογή του Νομπελίστα Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες ως ο επόμενος συγγραφέας, έργο του οποίου θα διαβαστεί, θέλοντας με τον τρόπο αυτό να τιμήσουμε την μνήμη του. Ο μεγάλος αυτός συγγραφέας, έφυγε από την ζωή μόλις πριν από λίγες ημέρες, στις 17 Απριλίου 2014.




«Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας» είναι τελικά το έργο που επιλέχθηκε μετά από ψηφοφορία από τα μέλη της Λέσχης.

Λόγω του μεγάλου όγκου του βιβλίου, η επόμενη συνάντηση της Λέσχης, ορίστηκε για την Τετάρτη 11 Ιουνίου 2014, και τη φορά ετούτη, ελπίζουμε ότι θα χαρούμε την αυλή της Αγιορειτικής Εστίας.



Λίγα λόγια για το βιβλίο:
Ήταν αναπόφευκτο: η μυρωδιά από πικραμύγδαλα του θύμιζε άτυχους έρωτες. Ο γιατρός Χουβενάλ Ουρμπίνο την ένιωσε από τη στιγμή που μπήκε μες στο σκοτεινό ακόμα σπίτι, όπου είχε τρέξει βιαστικά για ν' ασχοληθεί με μια περίπτωση που από χρόνια είχε πάψει να είναι επείγουσα. Ο Χερεμία δε Σαιντ Αμούρ, πρόσφυγας από τις Αντίλλες, ανάπηρος από τον πόλεμο, φωτογράφος για παιδιά κι ο πιο πονετικός του αντίπαλος στο σκάκι, είχε ξεφύγει μια για πάντα από τα βασανιστήρια της μνήμης, με αναθυμιάσεις από υδροκυανιούχο χρυσό. 

Βρήκε το πτώμα σκεπασμένο με μια κουβέρτα, στο ράντσο που κοιμόταν πάντα, κοντά σ' ένα σκαμνί με μια μικρή λεκάνη που ο νεκρός είχε μεταχειριστεί για να εξατμίσει το δηλητήριο. Στο πάτωμα, δεμένο στο πόδι του ράντσου, βρισκόταν το ξαπλωμένο σώμα ενός μεγάλου μαύρου δανέζικου σκύλου με χιονάτο στήθος κι από κοντά οι πατερίτσες. Το δωμάτιο, που χρησίμευε για κρεβατοκάμαρα και εργαστήριο ταυτόχρονα, πνηγηρό και στενάχωρο, μόλις είχε αρχίσει να φωτίζεται από τη λάμψη της αυγής μέσα από τ' ανοιχτό παράθυρο, αλλά το φως ήταν αρκετό για ν' αναγνωρίσει την εξουσία του θανάτου. [...] (Από την έκδοση).


Λίγα λόγια για τον συγγραφέα:
Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες (ισπ. Gabriel José García Márquez, 6 Μαρτίου 1927  17 Απριλίου 2014) ήταν σπουδαίος Κολομβιανός συγγραφέας, βραβευμένος με Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Θεωρείται ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του λογοτεχνικού ρεύματος του «μαγικού ρεαλισμού» και ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς της Ισπανόφωνης λογοτεχνίας.
Γεννήθηκε στις 6 Μαρτίου 1927 στο χωριό Αρακατάκα (βρίσκεται στο Διαμέρισμα Μαγδαλένα) της Κολομβίας. Το 1947 ξεκίνησε να σπουδάζει Νομική και Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο της Μπογοτά. Την ίδια χρονιά δημοσίευσε σε εφημερίδα το πρώτο του διήγημα, «Η Τρίτη Παραίτηση». Το 1948 μετακόμισε στην Καρθαγένη της Ινδίας των Δυτικών Ινδιών και ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία σε εφημερίδες και περιοδικά.
Πρωτοεμφανίστηκε το 1947 και το 1967 δημοσιεύτηκε το μυθιστόρημά του «Εκατό Χρόνια Μοναξιάς», το οποίο τον καθιέρωσε ως έναν από τους μεγαλύτερους συγγραφείς της εποχής μας, καθώς αποκόμισε αμέσως τις θετικότερες κριτικές και του χάρισε μεγάλη φήμη.

Το 1982 του δόθηκε το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Με βάση το σκεπτικό της απόφασης, ο Μάρκες τιμήθηκε με το βραβείο «για τα μυθιστορήματα και τα διηγήματά του, στα οποία το φανταστικό και το πραγματικό συνδυάζονται σε έναν πλούσιο κόσμο φαντασίας, αντανακλώντας τη ζωή και τις συγκρούσεις μιας ηπείρου»

Τα τελευταία χρόνια αποσύρθηκε από τη δημόσια ζωή καθώς αντιμετώπιζε προβλήματα με τον καρκίνο των λεμφαδένων. Πέθανε στις 17 Απριλίου 2014, σε ηλικία 87 ετών στο Μεξικό όπου και είχε εγκατασταθεί το 1961. Κατά καιρούς διέμενε και στην Καρθαγένη της Κολομβίας, στην Βαρκελώνη της Ισπανίας και στην Αβάνα.

Τετάρτη 23 Απριλίου 2014

Άγιος Γεώργιος ο Μεγαλομάρτυρας

(Δια χειρός Αλεξ. Παπαδιαμάντη) 

 «Οι πλείστοι των αναγνωστών της «Ακροπόλεως» θα αγνοούσι τα κατά τον Άγιον Γεώργιον τον Μεγαλομάρτυρα, ού την μνήμην εορτάζει σήμερον η Εκκλησία. Και τούτο βεβαίως δεν προέρχεται τόσον εκ της χαλαρώσεως του παρ’ ημίν θρησκευτικού αισθήματος, όσον εκ της ελλείψεως πάσης προσπαθείας εκ μέρους των αποτελούντων τον κλήρον και την Εκκλησία της Ελλάδος, όπως η δια της εκδόσεως καταλλήλων βιβλίων και εγχειριδίων, ή και δια της από του άμβωνος διδασκαλίας, καταστήσωσι γνωστάς τας πράξεις και τον βίον των διασημοτέρων τουλάχιστον αγίων εις το χριστεπώνυμο πλήρωμα. Νομίζουμεν δε, ότι ουδέν προλέγομεν το απίθανον, εάν ισχυρισθώμεν ότι και σήμερον, ουδείς ιεροκήρυξ εν ουδενί ναώ της πρωτευούσης θέλει ποιήσει ανάλυσιν του βίου και των πράξεων του αγίου Γεωργίου...
 Όταν ο Δοκλητιανός εκήρυξε τον δέκατον και τελευταίον κατά των Χριστιανών διωγμόν, οι δε μη προσκηνούντες τα είδωλα ήρχισαν να φονεύονται σωρηδόν, άνευ οίκτου και επιεικείας, ο Άγιος Γεώργιος πρωτεύων μεταξύ των Χριστιανών κατοίκων των χωρών εκείνων, ηρνήθη να εξομώση τον Χριστιανισμόν και λατρεύση τα είδωλα, συγκρατών ούτω δια του παραδείγματός του πολλάς χιλιάδας επτοημένων Χριστιανών εις την πίστιν, διότι οι μικροί ακολουθούσι πάντοτε το παράδειγμα των ισχυρών Χριστιανών, ανθίστατο των διωκτών της πίστεως και υφίστατο μαρτύριον, οι περί αυτόν μικρότεροι και εις πενεστέραν τάξιν ανήκοντες ενισχύοντο εις την αντίστασιν και ενέμενον εις την πίστιν μέχρι του μαρτυρίου· όταν τουναντίον οι μεγάλοι εσώζοντο προσκυνούντες τα είδωλα, κατά φυσικόν τον λόγον και οι μικροί από δειλίαν απεθαρρύνοντο και κατά το πλείστον, αν ουχί άπαντες, τους εμιμούντο. 

Δια τούτο ουδόλως παράδοξον, εάν αι καταδιώξεις και τα βασανιστήρια, άτινα υπό των Ρωμαϊκών αρχών υπέρ της χριστιανικής πίστεως υπέστη ο Άγιος Γεώργιος συνετέλεσαν τότε, ου μόνον εις το να συγκρατήσωσι εις τον Χριστιανισμόν χιλιάδας πιστών, αλλά και εθνικούς ακόμη να φέρωσιν εις επίγνωσιν αληθείας. Ο Άγιος Γεώργιος μετά τοσαύτης καρτερίας και ανδρείας υπέστη τα βασανιστήρια, ώστε ενώ πας άλλος εις την θέσιν του θα απέθνησκεν, αυτός έμεινε σώος και υγιής, χλευάζων εκείνους οίτινες δια τοσούτων ανάνδρων μέσων προσεπάθησαν να κλονίσουσι τας θρησκευτικάς πεποιθήσεις του... 
 Μια ημέρα ο άγιος εισελθών εις ναό ειδώλων παρόντος πολλού πλήθους λαού, απηυθύνθη προς εν των εκεί ξοάνων και είπε· 
«Λάβε ανθρωπίνην φωνήν και ειπέ εις τους ανθρώπους τούτους, εάν τα είδωλα εισί θεοί και αξίζωσι να λατρεύονται». Εις την διαταγήν του αγίου το λίθινον ξόανον έλαβε αμέσως λαλιάν ανθρώπου και ωμολόγησεν ότι τα είδωλα είναι ανάξια λατρείας και ότι μόνον ο Ιησούς είναι ο αληθινός Θεός. Συν τοις λέξεσι ταύταις άπαντα τα αγάλματα του ναού πεσόντα αυτομάτως συνετρίβησαν, όλος δε ο εκεί συνηθροισμένος κόσμος επίστευσεν εις Χριστόν. 

 Επί τέλους η κυβέρνησις του αυτοκράτορος Δοκλητιανού, βλέπουσα πόσον επιζήμιός τι ήτο η περαιτέρω παράτασις της ζωής του αγίου διέταξε την αποκεφάλισιν αυτού. Ούτως ο άγιος Γεώργιος εμαρτύρησεν αποτμηθείς την κεφαλήν δια ξίφους. Έκτοτε δε η Εκκλησία, επί έτη πλείονα των χιλίων εξακοσίων, δεν επαύσατο εορτάζουσα την μνήμην του εκάστην 23 Απριλίου..." 
(Άρθρο του κορυφαίου πεζογράφου μας Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ακρόπολις» (23 Απριλίου 1887). Το άρθρο αυτό περιέχεται μεταξύ άλλων στο ωραίο βιβλίο της κυρίας Καλλιόπης Χαλκιά- Στεφάνου «Οι Άγιοι Γεώργιοι». Βιογραφίες, Ιστορία, Λαογραφία. Αθήνα 1996.)
ΠΗΓΗ: http://www.pmeletios.com/
Εμείς το δανειστήκαμε από το ιστολόγιο της Λέσχης Ανάγνωσης Ερμούπολης: http://booksyros.blogspot.gr/2014/04/blog-post_7552.html#more 

Σάββατο 12 Απριλίου 2014

ΠΑΣΧΑ ΡΩΜΕΪΚΟ

Του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη


Ὁ μπαρμπα-Πύπης, ὁ γηραιὸς φίλος μου, εἶχεν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ καπέλα, διαφόρων χρωμάτων, σχημάτων καὶ μεγεθῶν, ὅλα ἐκ παλαιοῦ χρόνου καὶ ὅλα κατακαίνουργια, τὰ ὁποῖα ἐφόρει ἐκ περιτροπῆς μετὰ τοῦ εὐπρεποῦς μαύρου ἱματίου του κατὰ τὰς μεγάλας ἑορτὰς τοῦ ἐνιαυτοῦ, ὁπόταν ἔκαμνε δύο ἢ τρεῖς περιπάτους ἀπὸ τῆς μιᾶς πλατείας εἰς τὴν ἄλλην, διὰ τῆς ὁδοῦ Σταδίου. Ὁσάκις ἐφόρει τὸν καθημερινὸν κοῦκόν του, μὲ τὸ σάλι του διπλωμένον εἰς ὀκτὼ ἢ δεκαὲξ δίπλας ἐπὶ τοῦ ὤμου, συνήθιζε νὰ κάθηται ἐπί τινας ὥρας εἰς τὸ γειτονικὸν παντοπωλεῖον, ὑποπίνων συνήθως μετὰ τῶν φίλων, καὶ ἦτο στωμύλος καὶ διηγεῖτο πολλὰ κ᾽ ἐμειδία πρὸς αὐτούς.
Ὅταν ἐμειδία ὁ μπαρμπα-Πύπης, δὲν ἐμειδίων μόνον αἱ γωνίαι τῶν χειλέων, αἱ παρειαὶ καὶ τὰ οὖλα τῶν ὀδόντων του, ἀλλ᾽ ἐμειδίων οἱ ἱλαροὶ καὶ ἥμεροι ὀφθαλμοί του, ἐμειδία στίλβουσα ἡ σιμὴ καὶ πεπλατυσμένη ρίς του, ὁ μύσταξ του ὁ εὐθυσμένος μὲ λεβάνταν καὶ ὡς διὰ κολλητοῦ κηροῦ λελεπτυσμένος, καὶ τὸ ὑπογένειόν του τὸ λευκὸν καὶ ἐπιμελῶς διατηρούμενον, καὶ σχεδὸν ὁ κοῦκός του ὁ στακτερός, ὁ λοξὸς κ᾽ ἐπικλινὴς πρὸς τὸ οὖς, ὅλα παρ᾽ αὐτῷ ἐμειδίων. Εἶχε γνωρίσει πρόσωπα καὶ πράγματα ἐν Κερκύρᾳ, ὅλα τὰ περιέγραφε μετὰ χάριτος εἰς τοὺς φίλους του. Δὲν ἔπαυσε ποτὲ νὰ σεμνύνεται διὰ τὴν προτίμησιν τὴν ὁποίαν εἶχε δείξει ἀείποτε διὰ τὴν Κέρκυραν ὁ βασιλεύς, καὶ ἔζησεν ἀρκετὰ διὰ νὰ ὑπερηφανευθῇ ἐπὶ τῇ ἐκλογῇ, ἣν ἔκαμε τῆς αὐτῆς νήσου πρὸς διατριβὴν ἡ ἑφτακρατόρισσα τῆς Ἀούστριας. Ἐνθυμεῖτο ἀμυδρῶς τὸν Μουστοξύδην, μὰ δόττο, δοττίσσιμο κὲ ταλέντο!* Εἶχε γνωρίσει καλῶς τὸν Μάντζαρον, μὰ γαλαντουόμο!* τὸν Κερκύρας Ἀθανάσιον (μὰ μπράβο!*), τὸν Σερπιέρρο (κὲ γρὰν φιλόζοφο!*). Τὸ τελευταῖον ὄνομα ἔδιδεν εἰς τὸν ἀοίδιμον Βράιλαν, διὰ τὸν τίτλον ὃν τοῦ εἶχον ἀπονείμει, φαίνεται, οἱ Ἄγγλοι (Sir Pierro = Sir Peter).
Εἶχε γνωρίσει ἐπίσης τὸν Σόλωμο (κὲ ποέτα!*) τοῦ ὁποίου ἀπεμνημόνευε καὶ στίχους τινάς, ἀπαγγέλλων αὐτοὺς κατὰ τὸ ἑξῆς ὑπόδειγμα.
Ὡ σ ὰ ν τὴ σπίθα κρουμμένη στὴ στάχτη
ποῦ ἐκρουβόταν γιὰ μᾶς λευτεριά;
Εἰσὲ πᾶσα μέρη πετιέται κι ἀνάφτει,
καὶ σκορπιέται σὲ κάθε μεριά.
Ὁ μπαρμπα-Πύπης ἔλειπεν ὑπὲρ τὰ εἴκοσι ἔτη ἐκ τοῦ τόπου τῆς γεννήσεώς του. Εἶχε γυρίσει κόσμον κ᾽ ἔκαμεν ἐργασίας πολλάς. Ἔστειλέ ποτε καὶ εἰς τὴν Παγκόσμιον ἔκταση, διότι ἦτο σχεδὸν ἀρχιτέκτων, καὶ εἶχε μάλιστα καὶ μίαν ἰνβεντσιόνε*. Ἐμίσει τοὺς πονηροὺς καὶ τοὺς ἰδιοτελεῖς, ἐξετίμα τὸν ἀνθρωπισμὸν καὶ τὴν τιμιότητα. Ἀπετροπιάζετο τοὺς φαύλους.
«Ἰλ τραδιτόρε νὸν ἂ κομπασσιόν, ὁ ἀπατεώνας δὲν ἔχει λύπηση». Ἐνίοτε πάλιν ἐμαλάττετο κ᾽ ἐδείκνυε συγκατάβασιν εἰς τὰς ἀνθρωπίνας ἀτελείας. «Οὐδ᾽ ἡ γῆς ἀναμάρτητος, ἄγκε λὰ τέρρα νὸν ἒ ἰμπεκκάμπιλε». Καὶ ὕστερον, ἀφοῦ οὐδ᾽ ἡ γῆ εἶναι, πῶς θὰ εἶναι ὁ Πάπας; Ὅταν τοῦ παρετήρει τις ὅτι ὁ Πάπας δὲν ἐψηφίσθη ἰμπεκκάμπιλε*, ἀλλὰ ἰνφαλλίμπιλε*, δὲν ἤθελε ν᾽ ἀναγνωρίσῃ τὴν διαφοράν.
Δὲν ἦτο ἄμοιρος καὶ θρησκευτικῶν συναισθημάτων. Τὰς δύο ἢ τρεῖς προσευχάς, ἃς ἤξευρε, τὰς ἤξευρεν ἑλληνιστί. «Τὰ πατερμά του τὰ ἤξερε ρωμέικα». Ἔλεγεν: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος, Κύριος Σαβαὼθ… ὡς ἐνάντιος, ὑψίστοις». Ὅταν μὲ ἠρώτησε δὶς ἢ τρὶς τί σημαίνει τοῦτο τὸ ὡς ἐνάντιος προσεπάθησα νὰ διορθώσω καὶ ἐξηγήσω τὸ πρᾶγμα. Ἀλλὰ μετὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας ὑποτροπιάζων πάλιν ἔλεγεν: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος… ὡς ἐνάντιος ὑψίστοις!»
Ἓν μόνον εἶχεν ἐλάττωμα, ὅτι ἐμίσει ἀδιαλλάκτως πᾶν ὅ,τι ἐκ προκαταλήψεως ἐμίσει καὶ χωρὶς ν᾽ ἀνέχηται ἀντίθετον γνώμην ἢ ἐπιχείρημα. Πολιτικῶς κατεφέρετο πολὺ κατὰ τῶν Ἄγγλων, θρησκευτικῶς δὲ κατὰ τῶν δυτικῶν. Δὲν ἤθελε ν᾽ ἀκούσῃ τὸ ὄνομα τοῦ Πάπα, καὶ ἦτο ἀμείλικτος κατήγορος τοῦ ρωμαϊκοῦ κλήρου.
* * *
Τὴν ἑσπέραν τοῦ Μεγάλου Σαββάτου τοῦ ἔτους 188… περὶ ὥραν ἐνάτην, γερόντιόν τι εὐπρεπῶς ἐνδεδυμένον, καθόσον ἠδύνατο νὰ διακρίνῃ τις εἰς τὸ σκότος, κατήρχετο τὴν ἀπ᾽ Ἀθηνῶν εἰς Πειραιᾶ ἄγουσαν, τὴν ἁμαξιτήν. Δὲν εἶχεν ἀνατείλει ἀκόμη ἡ σελήνη, καὶ ὁ ὁδοιπόρος ἐδίσταζε ν᾽ ἀναβῇ ὑψηλότερον, ζητῶν δρόμον μεταξὺ τῶν χωραφίων. Ἐφαίνετο μὴ γνωρίζων καλῶς τὸν τόπον. Ὁ γέρων θὰ ἦτο ἴσως πτωχός, δὲν θὰ εἶχε 50 λεπτὰ διὰ νὰ πληρώσῃ τὸ εἰσιτήριον τοῦ σιδηροδρόμου, ἢ θὰ τὰ εἶχε κ᾽ ἔκαμνεν οἰκονομίαν.
Ἀλλ᾽ ὄχι δὲν ἦτο πτωχός, δὲν ἦτο οὔτε πλούσιος, εἶχε διὰ νὰ ζήσῃ. Ἦτο εὐλαβής, καὶ εἶχε τάξιμο νὰ καταβαίνῃ κατ᾽ ἔτος τὸ Πάσχα πεζὸς εἰς τὸν Πειραιᾶ, ν᾽ ἀκούῃ τὴν Ἀνάστασιν εἰς τὸν Ἅγιον Σπυρίδωνα καὶ ὄχι εἰς ἄλλην ἐκκλησίαν, νὰ λειτουργῆται ἐκεῖ, καὶ μετὰ τὴν ἀπόλυσιν, ν᾽ ἀναβαίνῃ πάλιν πεζὸς εἰς τὰς Ἀθήνας.
Ἦτο ὁ μπαρμπα-Πύπης, ὁ γηραιὸς φίλος μου, καὶ κατέβαινεν εἰς Πειραιᾶ διὰ ν᾽ ἀκούσῃ τὸ Χριστὸς ἀνέστη εἰς τὸν ναὸν τοῦ ὁμωνύμου καὶ προστάτου του, διὰ νὰ κάμῃ Πάσχα ρωμέικο κ᾽ εὐφρανθῇ ἡ ψυχή του.
Καὶ ὅμως ἦτο… δυτικός.
Ὁ μπαρμπα-Πύπης ἦτο Ἰταλοκερκυραῖος ἁπλοϊκός, Ἑλληνίδος μητρός, Ἕλλην τὴν καρδίαν, καὶ ὑφίστατο ἄκων ἴσως, ὡς καὶ τόσοι ἄλλοι, τὸ ἄπειρον μεγαλεῖον καὶ τὴν ἄφατον γλυκύτητα τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἑλληνικῆς. Ἐκαυχᾶτο ὅτι ὁ πατήρ του, ὅστις ἦτο στρατιώτης τοῦ Ναπολέοντος Α´, «εἶχε μεταλάβει ρωμέικα», ὅταν ἐκινδύνευσε ν᾽ ἀποθάνῃ, ἐκβιάσας μάλιστα πρὸς τοῦτο, διά τινων συστρατιωτῶν του, τὸν ἱερέα τὸν ἀγαθόν. Καὶ ὅμως ὅταν, κατόπιν τούτων, φυσικῶς τοῦ ἔλεγέ τις: «Διατί δὲν βαπτίζεσαι, μπαρμπα-Πύπη», ἡ ἀπάντησίς του ἦτο ὅτι ἅπαξ ἐβαπτίσθη, καὶ ὅτι εὑρέθη ἐκεῖ.
Φαίνεται ὅτι οἱ Πάπαι τῆς Ρώμης μὲ τὴν συνήθη ἐπιτηδείαν πολιτικήν των, εἶχον ἀναγνωρίσει εἰς τοὺς ρωμαιοκαθολικοὺς τῶν Ἰονίων νήσων τινὰ τῶν εἰς τοὺς Οὐνίτας ἀπονεμομένων προνομίων, ἐπιτρέψαντες αὐτοῖς νὰ συνεορτάζωσι μετὰ τῶν ὀρθοδόξων ὅλας τὰς ἑορτάς. Ἀρκεῖ νὰ προσκυνήσῃ τις τὴν ἐμβάδα τοῦ ποντίφηκος, τὰ λοιπὰ εἶναι ἀδιάφορα.
Ὁ μπαρμπα-Πύπης ἔτρεφε μεγίστην εὐλάβειαν πρὸς τὸν πολιοῦχον ἅγιον τῆς πατρίδος του καὶ πρὸς τὸ σεπτὸν αὐτοῦ λείψανον. Ἐπίστευεν εἰς τὸ θαῦμα τὸ γενόμενον κατὰ τῶν Βενετῶν, τολμησάντων ποτὲ νὰ ἱδρύσωσιν ἴδιον θυσιαστήριον ἐν αὐτῷ τῷ ὀρθοδόξῳ ναῷ (Il santo Spiridion ha fatto questo caso*), ὅτε ὁ ἅγιος ἐπιφανεὶς νύκτωρ ἐν σχήματι μοναχοῦ κρατῶν δαυλὸν ἀναμμένον ἔκαυσεν ἐνώπιον τῶν ἀπολιθωθέντων ἐκ τοῦ τρόμου φρουρῶν τὸ ἀρτιπαγὲς ἀλτάρε*. Ἀφοῦ εὑρίσκετο μακρὰν τῆς Κερκύρας, ὁ μπαρμπα-Πύπης ποτὲ δὲν θὰ ἔστεργε νὰ ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα μαζὶ μὲ τσοὺ φράγκους.
* * *
Τὴν ἑσπέραν λοιπὸν ἐκείνην τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, ὅτε κατέβαινεν εἰς Πειραιᾶ, πεζός, κρατῶν εἰς τὴν χεῖρα τὴν λαμπάδα του, ἣν ἔμελλε ν᾽ ἀνάψῃ κατὰ τὴν Ἀνάστασιν, μικρὸν πρὶν φθάσῃ εἰς τὰ παραπήγματα τῆς μέσης ὁδοῦ ἐκουράσθη καὶ ἠθέλησε νὰ καθίσῃ ἐπ᾽ ὀλίγον ν᾽ ἀναπαυθῇ. Εὗρεν ὑπήνεμον τόπον ἔξωθεν μιᾶς μάνδρας, ἐχούσης καὶ οἰκίσκον παρὰ τὴν μεσημβρινὴν γωνίαν, κ᾽ ἐκεῖ ἐκάθισεν ἐπὶ τῶν χόρτων, ἀφοῦ ὑπέστρωσε τὸ εἰς πολλὰς δίπλας γυρισμένον σάλι του. Ἔβγαλεν ἀπὸ τὴν τσέπην τὴν σπιρτοθήκην του, ἤναψε σιγαρέτον κ᾽ ἐκάπνιζεν ἡδονικῶς.
Ἐκεῖ ἀκούει ὄπισθέν του ἐλαφρὸν θροῦν ὡς βημάτων ἐπὶ παχείας χλόης, καὶ πρὶν προφθάσῃ καὶ στραφῇ νὰ ἴδῃ ἀκούει δεύτερον κρότον ἐλαφρότερον. Ὁ δεύτερος οὗτος κρότος τοῦκάστηκε* ὅτι ἦτον ὡς ἀνυψουμένης σκανδάλης φονικοῦ ὅπλου.
Ἐκείνην τὴν στιγμὴν εἶχε λαμπρυνθῆ πρὸς ἀνατολὰς ὁ ὁρίζων, καὶ τοῦ Αἰγάλεω αἱ κορυφαὶ ἐφάνησαν πρὸς μεσημβρίαν λευκάζουσαι. Ἡ σελήνη, τετάρτην ἡμέραν ἄγουσα ἀπὸ τῆς πανσελήνου, θ᾽ ἀνέτελλε μετ᾽ ὀλίγα λεπτά. Ἐκεῖ ὁποὺ ἔστρεψε τὴν κεφαλὴν πρὸς τὰ δεξιά, ἐγγὺς τῆς βορειανατολικῆς γωνίας τοῦ ἀγροτικοῦ περιβόλου, ὅπου ἐκάθητο, τοῦ κάστηκε, ὡς διηγεῖτο ἀργότερα ὁ ἴδιος, ὅτι εἶδεν ἀνθρωπίνην σκιάν, εἰς προβολὴν τρόπον τινὰ ἱσταμένην, καὶ τείνουσαν ἐγκαρσίως μακρόν τι ὡς ρόπαλον ἢ κοντάριον πρὸς τὸ μέρος αὐτοῦ. Πρέπει δὲ νὰ ἦτο τουφέκιον.
Ὁ μπαρμπα-Πύπης ἐνόησεν ἀμέσως τὸν κίνδυνον. Χωρὶς νὰ κινηθῇ ἄλλως ἀπὸ τὴν θέσιν του, ἔτεινε τὴν χεῖρα πρὸς τὸν ἄγνωστον κ᾽ ἔκραξεν ἐναγωνίως:
― Φίλος! καλός! μὴ ρίχνῃς…
Ὁ ἄνθρωπος ἔκαμε μικρὸν κίνημα ὀπισθοδρομήσεως, ἀλλὰ δὲν ἐπανέφερε τὸ ὅπλον εἰς εἰρηνικὴν θέσιν, οὐδὲ κατεβίβασε τὴν σκανδάλην.
― Φίλος! καὶ τί θέλεις ἐδῶ; ἠρώτησε μὲ ἀπειλητικὴν φωνήν.
― Τί θέλω; ἐπανέλαβεν ὁ μπαρμπα-Πύπης. Κάθουμαι καὶ φουμάρω τὸ τσιγάρο μου.
― Καὶ δὲν πᾶς ἀλλοῦ νὰ τὸ φουμάρῃς, ρέ; ἀπήντησεν αὐθαδῶς ὁ ἄγνωστος. Ηὗρες τὸν τόπον, ρέ, γιὰ νὰ φουμάρῃς τὸ τσιγάρο σου!
― Καὶ γιατί; ἐπανέλαβεν ὁ μπαρμπα-Πύπης. Τί σᾶς ἔβλαψα;
― Δὲν ξέρω ἐγὼ ἀπ᾽ αὐτά, εἶπεν ὀργίλως ὁ ἀγρότης· ἐδῶ εἶναι ἀποθήκη, ἔχει χόρτα, ἔχει κι ἄλλα πράματα μέσα. Μόνον κόττες δὲν ἔχει, προσέθηκε μετὰ σκληροῦ σαρκασμοῦ, ἐγελάστηκες.
Ἦτο πρόδηλον ὅτι εἶχεν ἐκλάβει τὸν γηραιὸν φίλον μου ὡς ὀρνιθοκλόπον, καὶ διὰ νὰ τὸν ἐκδικηθῇ, τοῦ ἔλεγεν ὅτι τάχα δὲν εἶχεν ὄρνιθας, ἐνῷ κυρίως ὁ ἀγρονόμος διὰ τὰς ὄρνιθάς του θὰ ἐφοβήθη καὶ ὡπλίσθη μὲ τὴν καραβίναν του.
Ὁ μπαρμπα-Πύπης ἐγέλασε πικρῶς πρὸς τὸν ὑβριστικὸν ὑπαινιγμόν.
― Σὺ ἐγελάστηκες, ἀπήντησεν· ἐγὼ κόττες δὲν κλέφτω οὔτε λωποδύτης εἶμαι· ἐγὼ πηγαίνω στὸν Πειραιᾶ ν᾽ ἀκούσω Ἀνάσταση στὸν Ἅγιο Σπυρίδωνα.
Ὁ χωρικὸς ἐκάγχασε.
― Στὸν Περαία! Στὸν Ἁι-Σπυρίδωνα; Κι ἀπὸ ποῦ ἔρχεσαι;
― Ἀφ᾽ τὴν Ἀθήνα.
― Ἀπ᾽ τὴν Ἀθήνα; Καὶ δὲν ἔχει ἐκεῖ ἐκκλησίες, ν᾽ ἀκούσῃς Ἀνάσταση;
―Ἔχει ἐκκλησίες, μὰ ἐγὼ τὸ ἔχω τάξιμο, ἀπήντησεν ὁ μπαρμπα-Σπύρος.
Ὁ χωρικὸς ἐσιώπησε πρὸς στιγμήν. Εἶτα ἐπανέλαβε:
― Νὰ φχαριστᾷς, καημένε…
Καὶ τότε μόνον κατεβίβασε τὴν σκανδάλην καὶ ὤρθωσε τὸ ὅπλον πρὸς τὸν ὦμόν του.
― Νὰ φχαριστᾷς καημένε, τὴν ἡμέραν ποὺ ξημερώνει αὔριο, εἰδεμή, δὲν τό ᾽χα γιὰ τίποτες νὰ σ᾽ ἐξαπλώσω δῶ χάμου. Τράβα τώρα!
Ὁ γέρων Κερκυραῖος εἶχεν ἐγερθῆ καὶ ἡτοιμάζετο ν᾽ ἀπέλθῃ, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ μὴ δώσῃ τελευταίαν ἀπάντησιν.
― Κάνεις ἄδικα καὶ συχωρεμένος νά ᾽σαι ποὺ μὲ προσβάλλεις, εἶπε. Σ᾽ εὐχαριστῶ ὣς τόσο ποὺ δὲ μὲ ἐτουφέκισες, ἀλλὰ νὸν βὰ μπένε… δὲν κάνεις καλὰ νὰ μὲ παίρνῃς γιὰ κλέφτη. Ἐγὼ εἶμαι διαβάτης κ᾽ ἐπήγαινα, σοῦ λέω, στὸν Πειραιᾶ.
―Ἔλα, σκόλα, σκόλα τώρα, ρέ…
Καὶ ὁ χωρικὸς στρέψας τὴν ράχιν εἰσῆλθεν ἀνατολικῶς διὰ τῆς θύρας τοῦ περιβόλου κ᾽ ἔγινεν ἄφαντος.
Ὁ γέρων φίλος μου ἐξηκολούθησε τὸν δρόμον του.
* * *
Τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο δὲν ἐμπόδισε τὸν μπαρμπα-Πύπην νὰ ἐξακολουθῇ κατ᾽ ἔτος τὴν εὐσεβῆ του συνήθειαν, νὰ καταβαίνῃ πεζὸς εἰς Πειραιᾶ, νὰ προσέρχηται εἰς τὸν Ἅγιον Σπυρίδωνα καὶ νὰ κάμνῃ Πάσχα ρωμέικο.
Ἐφέτος τὸ μεσοσαράκοστον μοὶ ἐπρότεινεν, ἂν ἤθελα, νὰ τὸν συνοδεύσω [ἐφέτος] εἰς τὴν προσκύνησίν του ταύτην. Θὰ προσεχώρουν δὲ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν του, ἂν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν δὲν εἶχα τὴν συνήθειαν νὰ ἑορτάζω ἐκτὸς τοῦ Ἄστεως τὸ ἅγιον Πάσχα.
(1891)