Σελίδες

Τετάρτη 17 Μαΐου 2017

Νούτσιο Ορντινε, «Σχολεία και πανεπιστήμια είναι επιχειρήσεις που πουλάνε πτυχία»


Συντάκτης: Νόρα Ράλλη
Μια ανάγλυφη ζωγραφιά, το Galliciano, η Ακρόπολη του Ελληνισμού της Καλαβρίας.

Με καταγωγή από την Καλαβρία, ο διακεκριμένος ακαδημαϊκός και μελετητής της Αναγέννησης με αφορμή την έκδοση στα ελληνικά του βιβλίου του «Οι κλασικοί στη ζωή - μια μικρή ιδανική βιβλιοθήκη», μας μιλάει για την αρχαία και τη σύγχρονη Ελλάδα, για τον ρόλο των δασκάλων και των πανεπιστημίων στη διαμόρφωση των νέων πολιτών. Ασκεί κριτική στις κυβερνήσεις και τα κόμματα που θέλουν «τάξη αμαθών ανθρώπων» και αναλύει το «γνῶθι σαυτόν»

Τον γνωρίσαμε και αγαπήσαμε μέσα από το προηγούμενο βιβλίο του «Η χρησιμότητα του άχρηστου» (έχει μεταφραστεί σε 18 γλώσσες και κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Αγρα).

Ο διακεκριμένος ακαδημαϊκός, καθηγητής φιλολογίας και συγγραφέας, Νούτσιο Ορντινε, μας συστήνεται εκ νέου, σχεδόν στα ελληνικά, μέσω του τελευταίου του βιβλίου «Οι κλασικοί στη ζωή - μια μικρή ιδανική βιβλιοθήκη» (εκδ. Αγρα). Πρόκειται για επιλογή αποσπασμάτων κειμένων που θαυμάζει και μοιράζεται με τους φοιτητές του, «επιδιώκοντας», όπως μας είπε, «να τους δείξω πώς οι κλασικοί μπορούν να απαντήσουν και στα πιο σύγχρονη ερωτήματα».

 Μετάφραση: Μαρία Σπυριδοπούλου

• Στο βιβλίο σας, ο θαυμασμός σας για τους Ελληνες είναι έκδηλος.
Αγαπώ την Ελλάδα όχι μόνο γιατί γεννήθηκα στην Καλαβρία, την καρδιά της Μεγάλης Ελλάδας στη Ν. Ιταλία και στις φλέβες μου κυλάει και ελληνικό αίμα. Ο σημαντικότερος λόγος είναι αυτός που παρουσίασε θαυμάσια η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ:
«Ο,τι έχει λεχθεί καλό από τον άνθρωπο, έχει ως επί το πλείστον λεχθεί σ’ αυτή τη γλώσσα», εννοώντας την ελληνική! Η λογοτεχνία, η φιλοσοφία, η τέχνη είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την ελληνική κουλτούρα. Οι αρχαίοι Ελληνες κλασικοί τροφοδότησαν τον νου και τη φαντασία μου. Η αγάπη μου γι’ αυτούς είναι, εκτός των άλλων, και μια οφειλή ευγνωμοσύνης.
 
Ο διακεκριμένος ακαδημαϊκός, καθηγητής φιλολογίας και συγγραφέας, Νούτσιο Ορντινε
• Στο βιβλίο σας στηλιτεύετε το γεγονός πως τα πανεπιστήμια από χώροι διαμόρφωσης ελεύθερων, μορφωμένων πολιτών έχουν γίνει επιχειρήσεις.
Δυστυχώς, όπως είχα ήδη καταγγείλει στο προηγούμενο βιβλίο μου «Η χρησιμότητα του άχρηστου», τα σχολεία και τα πανεπιστήμια στρέφονται όλο και περισσότερο προς την αγορά. Η επιλογή λυκείου και πανεπιστημίου από τους μαθητές γίνεται όχι με βάση τα προσωπικά τους ενδιαφέροντα (τα μαθήματα που αγαπούν) αλλά τη μελλοντική τους αποκατάσταση στην αγορά εργασίας. Θέλουν να δώσουν την εντύπωση ότι η εκπαίδευση πρέπει να χρησιμεύει αποκλειστικά και μόνο στην άσκηση ενός επαγγέλματος.
Σχολεία και πανεπιστήμια είναι επιχειρήσεις που πουλάνε απολυτήρια και πτυχία και οι μαθητές/φοιτητές είναι οι πελάτες που τα αγοράζουν, για να τα καταναλώσουν στη συνέχεια στην αγορά εργασίας.
Εχει χαθεί ολοσχερώς από τον ορίζοντα η εκπαιδευτική και διαμορφωτική λειτουργία της γνώσης. Θα ήταν εξαιρετικό αν μπορούσαμε να διαβάσουμε στους μαθητές και τους φοιτητές όλου του κόσμου το υπέροχο ποίημα του Καβάφη: αυτό που μετράει δεν είναι να φτάσεις στην Ιθάκη (το πτυχίο), αλλά η διαδρομή που κάνεις για να φτάσεις ώς εκεί. Μα κανείς δεν βαθμολογεί αυτή τη διαδρομή, παρά το αποτέλεσμα.
Σήμερα, δυστυχώς, το πτυχίο μετράει περισσότερο από τη διαδρομή, το επάγγελμα περισσότερο από τη δια-μόρφωση του πολίτη. Δια-μορφώνω «πολίτες» σημαίνει διαμορφώνω καλλιεργημένους άντρες και γυναίκες, που θα είναι σε θέση να αναπτύξουν κριτική σκέψη και να ενστερνιστούν τις μεγάλες αξίες της ανθρωπότητας: την ανθρώπινη αλληλεγγύη, την αγάπη για το κοινό καλό, τη δικαιοσύνη.
Αν δεν διαμορφώσουμε πολίτες καλλιεργημένους, ελεύθερους και ικανούς να ασκούν κριτική, είναι δύσκολο να σκεφτούμε την ύπαρξη μιας ανθρωπότητας πιο ανθρώπινης.

• Ποιος πιστεύετε ότι ευθύνεται γι’ αυτό;
Δυστυχώς αυτοί που κυβερνούν τον κόσμο ανήκουν ολοένα και περισσότερο σε πολιτική τάξη αμαθών ανθρώπων που υπόκειται στην οικονομική εξουσία. Πολλοί αρχηγοί κρατών δουλεύουν για πολυεθνικές, τράπεζες, οικονομικούς ομίλους. Κατά κύριο λόγο, το ενδιαφέρον για την εκπαίδευση βρίσκεται πάντα στην τελευταία θέση: αρκεί να δει κανείς τον προϋπολογισμό των κυβερνήσεων για να καταλάβει πού γίνονται οι τρομερές περικοπές.
Η εξουσία, ιστορικά, έχει εκλάβει με ενόχληση την πολιτισμική χειραφέτηση των πολιτών. Είναι πολύ εύκολο να χειραγωγήσεις τους αδαείς. Οπου υπάρχει γνώση υπάρχει και ο κίνδυνος της εξέγερσης, της αντίδρασης. Οι δικτατορικές κυβερνήσεις συνήθως φυλακίζουν τους πανεπιστημιακούς καθηγητές, τους ερευνητές, τους δημοσιογράφους: δηλαδή όσους στηρίζουν την αναζήτηση της αλήθειας.
Και κυρίως συνηθίζουν να «λογοκρίνουν», να διαγράφουν μια κι έξω (όπως έκανε η Ιερά Εξέταση) θεωρίες και βιβλία που θέτουν σε αμφισβήτηση την άποψη των κραταιών του κόσμου. Αυτά είναι σημάδια μιας ιδιαίτερα επικίνδυνης υποβάθμισης που θα πρέπει να μας βάλει σε σκέψεις.

• Υπάρχει όμως και κάτι που λέγεται «τεχνολογική εξέλιξη». Το διάβασμα έχει αντικατασταθεί με το «κοιτάω το κινητό μου». Δύσκολο να το αντιμετωπίσει κανείς...
Στην Ιταλία, η κυβέρνηση του Ρέντσι επένδυσε ένα δισεκατομμύριο για το ψηφιακό σχολείο με τη σκέψη ότι το «καλό σχολείο» (το «μοντέρνο» σχολείο) το κάνουν οι υπολογιστές, οι συνδέσεις με το διαδίκτυο, οι ψηφιακοί πίνακες. Εχουμε μπροστά μας ένα πολύ σοβαρό σφάλμα.
Το «καλό σχολείο» το κάνουν μόνο οι «καλοί δάσκαλοι». Στην Ιταλία, αντί να προσλάβουν «καλούς καθηγητές» με αυστηρά κριτήρια επιλογής, δημιούργησαν τις τελευταίες δεκαετίες 200.000 αναπληρωτές που διδάσκουν με συμβάσεις ορισμένου χρόνου: πολλοί από αυτούς δεν έχουν περάσει ποτέ έναν διαγωνισμό. Πολλές μελέτες αποδεικνύουν ότι δεν υπάρχει ακόμη μια σίγουρη απάντηση για τα αποτελέσματα που επιφέρουν τα ψηφιακά εργαλεία στα σχολεία: ευνοούν πράγματι τη μάθηση των παιδιών;
Ορισμένοι μελετητές της νευροεπιστήμης λένε πως όποιος διαβάζει ένα ηλεκτρονικό βιβλίο συγκεντρώνεται λιγότερο από αυτόν που διαβάζει ένα έντυπο βιβλίο, με αρνητικά αποτελέσματα για την ικανότητα των παιδιών να κατανοούν τα κείμενα. Πολλοί νέοι είναι πλέον «βιντεοεξαρτημένοι»:
στις σχολικές και στις πανεπιστημιακές αίθουσες θα πρέπει να βρουν ένα ερέθισμα, ένα κίνητρο ώστε να ζήσουν μια πραγματική ζωή και όχι την «εικονική» που προτείνουν τα ψηφιακά μέσα. Πολλοί νέοι, στους οποίους ζητάω να μου πουν τη χρησιμότητα του facebook, μου απαντούν πως «χρησιμεύει για να βρουν φίλους»: πιστεύουν πως η φιλία είναι ένα απλό κλικ και όχι μια κοπιώδης διαδικασία «διαλόγου» με τον άλλον.
 
• Στις καπιταλιστικές μας κοινωνίες, όπου επικρατούν «ηγέτες» όπως ο Τραμπ, ο Πούτιν ή οι νεοναζί, πώς μπορεί κάποιος να αντισταθεί;
Υπάρχει το υπέροχο διήγημα του Μπόρχες «Το τείχος και τα βιβλία», όπου ο σπουδαίος Αργεντινός συγγραφέας αφηγείται την ιστορία ενός Κινέζου αυτοκράτορα που έχτιζε το τείχος και την ίδια στιγμή κατέστρεφε βιβλία και βιβλιοθήκες. Μοιάζει προφητικό διήγημα.
Σήμερα στην Ευρώπη και παγκοσμίως τα κόμματα που επιδιώκουν να κατασκευάσουν τείχη, δουλεύουν συγχρόνως για να αφανίζουν την ιστορική μνήμη και οποιαδήποτε μορφή πολιτισμού που μπορεί να θυμίζει στους ανθρώπους τις κοινές ρίζες τους.
Υψώνω τείχη σημαίνει δημιουργώ εμπόδια, προκαλώ εξεγέρσεις των φτωχών εναντίον των πλουσίων, ρίχνω λάδι στη φωτιά των εθνικισμών, των τοπικισμών και κάθε μορφής ρατσισμού. Το φταίξιμο για όλα αυτά ανήκει όμως και στην τάξη των ιθυνόντων, των πολιτικών που έχουν κατά νου μόνο τα δικά τους συμφέροντα, τα συμφέροντα των τραπεζών και της οικονομίας.
Πώς είναι δυνατόν να ζητάς από έναν φτωχό Ελληνα συνταξιούχο να πληρώσει το χρέος και να μη ζητάς από τις μεγάλες πολυεθνικές (όπως οι Amazon, Google, Apple) να πληρώσουν τους φόρους στις χώρες στις οποίες πουλάνε τα προϊόντα τους και στις οποίες κερδίζουν δισεκατομμύρια ευρώ; Είναι σαφές ότι αυτές οι πολιτικές επιλογές –που ευνοούν τους ισχυρούς και ζημιώνουν τους αδύναμους– το μόνο που μπορούν να προκαλέσουν είναι αλόγιστες αντιδράσεις και να επιφέρουν παράλογες συνέπειες:
ο κόσμος, απελπισμένος, εύκολα μπορεί να «παραδοθεί» στα ψευδαισθητικά προγράμματα των «λαϊκιστών», οι οποίοι σε Αμερική και Ευρώπη έχουν ούριο άνεμο στα πανιά τους. Φτάνει να βρεις έναν «αποδιοπομπαίο τράγο» (π.χ. οι πρόσφυγες που κατακλύζουν την Ευρώπη) ώστε να διοχετεύσεις τα βάσανα και την επιθετικότητα του λαού ενάντια στους υποτιθέμενους υπεύθυνους της οικονομικής κρίσης και της ανεργίας. Μια σωρεία ψεμάτων που δυστυχώς βρίσκουν έδαφος στις πιο αδύναμες τάξεις.
Ο Μπόρχες το λέει ξεκάθαρα: Οποιος χτίζει τείχη δεν αμύνεται ενάντια στους «εχθρούς» - φτιάχνει μια τεράστια φυλακή για τον εαυτό του.

• Επιστρέφοντας στο βιβλίο, τι άραγε θα θεωρείται «κλασικό» σε 100 χρόνια;
Σε αυτή την ερώτηση δεν θα μπορούσε να απαντήσει ούτε ο χρησμός του μαντείου των Δελφών. Η επιβίωση του «κλασικού» είναι όλο και πιο συνδεδεμένη με την τύχη του σχολείου και του πανεπιστημίου. Χωρίς τους κλασικούς δεν μπορούμε να συλλάβουμε τη διδασκαλία.
Την ίδια στιγμή όμως, χωρίς το σχολείο και το πανεπιστήμιο οι κλασικοί δεν θα μπορέσουν να επιβιώσουν στην πολιτισμική έρημο που δημιουργεί αυτή η εμπορευματική κοινωνία, συνθλίβοντας κάθε μορφή και κάθε έκφραση της κουλτούρας... και όλα όσα δεν παράγουν «κέρδος».

• Υπάρχει κάποια φράση στα ελληνικά που ξεχωρίζετε;

Μου έρχεται στον νου η ρήση που βρίσκεται στους Δελφούς: «γνῶθι σαυτόν». Εδώ και αιώνες έως σήμερα, αυτό το ρητό ήταν αντικείμενο πολλών και συχνά αντιθετικών μεταξύ τους ερμηνειών: «γνώρισε τα όριά σου» (για να δηλώσει το «πεπερασμένο» του ανθρώπινου όντος), όπως επίσης «μάθε πως είσαι μέρος του συνόλου» (προτρέποντας τον άνθρωπο να υπερβεί τα «όρια» για να μεταβεί από την ανθρώπινη σφαίρα στη «θεία»).
Αυτή είναι η δύναμη ενός κλασικού: να προκαλεί άπειρες ερμηνείες, να δίνει τη δυνατότητα σε κάθε εποχή να ξαναδιαβάζει τα ίδια αυτά λόγια με διαφορετικό τρόπο. Ετσι ο λόγος γίνεται ζωή.

Πηγή:  https://www.efsyn.gr/arthro/sholeia-kai-panepistimia-einai-epiheiriseis-poy-poylane-ptyhia

Δευτέρα 15 Μαΐου 2017

«Οι πύλες της Φωτιάς», του Στίβεν Πρέσσφιλντ


«Οι πύλες της Φωτιάς», του Στίβεν Πρέσσφιλντ. 
Σημείωμα του Στέφανου Β. Χατζηιακώβου (μέλους της Λέσχης) για το ιστορικό μυθιστόρημα του Πρέσσφιλντ.


Σε συνέχεια του σχολιασμού του παραπάνω βιβλίου  στη Λέσχη Ανάγνωσης της Αγιορείτικης Εστίας στη συνάντηση της 4-05-2017, προσθέτω – με την άδειά σας – και τις παρακάτω σκέψεις μου.
Σχετικά με την έννοια/σημασία του ιστορικού μυθιστορήματος, νομίζω ότι αναλύθηκε αρκετά στην συζήτηση, αφενός ότι γενικά κάθε συγγραφέας είναι ελεύθερος να γράψει ότι θέλει (δηλαδή: είτε να δημιουργήσει μια δική του ιστορία, εμπνεόμενος απλώς από το συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός, εργασία που θα μπορούσαμε να ορίσουμε καταχρηστικά σαν ιστορικό μυθιστόρημα, - είτε να ερμηνεύσει συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός, όπως αυτός το αντιλαμβάνεται, μετά από περισσότερη ή λιγότερη ιστορική έρευνα, εργασία που θα μπορούσαμε να ορίσουμε σαν αυθεντικό ιστορικό μυθιστόρημα). Εδώ νομίζω ότι είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι τα προφανώς φανταστικά λόγια που βάζει ο συγγραφέας στο στόμα των αναφερομένων ιστορικών προσώπων, μπορεί να είναι βασικό στοιχείο της εμβάθυνσης του συγγραφέα στην κατανόηση του ιστορικού γεγονότος. Όπως π.χ. στον Επιτάφιο Θρήνο που ψάλλεται στην Εκκλησία κατά την έξοδο του Επιταφίου τη Μ. Παρασκευή, ο ευσεβής μελωδός βάζει, μεταξύ άλλων, στο στόμα της Παναγίας τις  φράσεις: «ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον, πού έδυ σου το κάλλος;”  και «ω φως των οφθαλμών μου, γλυκύτατόν μου τέκνον, πώς τάφω νυν καλύπτει;», ως και άλλες ανάλογες (φράσεις) που ποιητική αδεία αποδίδονται στο Θεοτόκο, στη προσπάθεια να αναδείξουν, κατά το δυνατό, όλη συγκλονιστική δραματική έκταση του ανεπανάληπτου πρωτοφανούς γεγονότος.  
Τώρα στο υπό σχολιασμό βιβλίο, νομίζω ότι ο συγγραφέας, όπως προκύπτει από το εισαγωγικό του σημείωμα, έκανε ενδελεχή έρευνα, διαβάζοντας Έλληνες αρχαίους συγγραφείς, ξένους σύγχρονους μελετητές, και επιλέον (για την έννοια διαφόρων ελληνικών γλωσσικών εκφράσεων) συμβουλευόμενος έγκριτους Έλληνες καθηγητές στις ΗΠΑ. Νομίζω, λοιπόν, ότι πρόκειται για αυθεντικό ιστορικό μυθιστόρημα.
Περαιτέρω, στο θεμελιτος﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽τορικοα των σκιαγραφουαγραφουμώδες ερώτημα, γιατί οι Έλληνες ή όσες ελληνικές πόλεις συμμάχησαν εναντίον των περσών, με πρωταγωνιστές τους Σπαρτιάτες αλλά και τους Θεσπιείς, έδωσαν αυτήν την εκ των προτέρων χαμένη μάχη, θυσιάζοντας εν γνώσει τους τη ζωή τους, αναλύεται σε διάφορα μέρη του βιβλίου και δίνονται διάφορες αλληλοσυμπληρούμενες εκδοχές με κορμό τη θέση ότι η θυσία ήταν αναγκαία για να παραμείνει ως παρακαταθήκη στους επιγενομένους Έλληνες, ότι πρέπει να παραμείνουν ελεύθεροι πάση θυσία ! 
Πέρα από τα παραπάνω ο συγγραφέας δίνει σε διάφορα σημεία την εκδοχή του για την ηθικοπνευματική συγκρότηση των ηρώων του και κατ’ επέκταση των Ελλήνων - ή ίσως μιας ελίτ των Ελλήνων - της αρχαίας εκείνης εποχής. Στις σελ. 421 και επ. παρατίθεται μια ιστορία, ένα όνειρο της εξαδέλφης του Χίονη, της Διομάχης, όπου η Διομάχη βλέπει στο πρόσωπο πεπλοφορούσας θεάς «την πραγματικότητα που υπάρχει κάτω από τον κόσμο της σάρκας» ... «την προσωποποίηση της αλήθειας σε ομορφιά» και μάλιστα «ανθρώπινη» και αντιλαμβάνεται ότι «μόνο αυτό είναι αληθινό και όχι ο κόσμος που βλέπουμε κάτω από τον ήλιο». Και η Διομάχη καταλήγει ότι «ο ρόλος μας ως ανθρώπων είναι να δώσουμε σάρκα στις αιώνιες κα θεϊκές αρετές: το θάρρος, τον αλτρουϊσμό, τη συμπόνια, την αγάπη». Σύγχρονος αγιορείτης γέροντας (Αρχιμανδρ. Βασίλειος Γοντικάκης, Προηγούμ. Ι.Μονής Ιβήρων, pemptousia.gr) τονίζει «το κάλλος θα σώσει τον κόσμο» !
            Σε άλλο σημείο, στις σελ. 335 και επ. παρατίθεται μια μακρά συζήτηση του Διηνέκη (σημειωτέον ότι αυτός είναι το μόνο πραγματικό πρόσωπο που αναφέρεται στις «Ιστορίες» του Ηροδότου) με τους συντρόφους του για το φόβο, ειδικότερα το φόβο του θανάτου και τον τρόπο αντιμετώπισής του. Ο Διηνέκης δεν βρίσκει ικανοποιητικές διάφορες εξηγήσεις για την αντιμετώπιση του φόβου του θανάτου. Λέει χαρακτηριστικά «μπαλώνουμε το θάρρος μας επιτόπου με κουρέλια και απομεινάρια. Αντιμετωπίζουμε το φόβο του θανάτου με το φόβο ότι θα ατιμάσουμε την πόλη, μήπως θεωρηθούμε δειλοί από τις γυναίκες και τα παιδιά μας ... Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως ο Πολύνεικος, πολεμά όχι από φόβο αλλά επειδή είναι άπληστος για δόξα. Είναι όμως αυτό πραγματική ανδρεία», διερωτάται.    
Στη συνέχεια, στις σελ. 469 και επ. ο σκυθικής καταγωγό﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽ρησκεαι επ. ο σκυθικα ής Αυτόχειρας, μιλάει για τη θρησκεία της ιέρειας μητέρας του, η οποία του έμαθε ότι «τίποτε κάτω από τον ήλιο δεν είναι αληθινό. Όλα αυτά είναι η υλική ενσάρκωση μιας ωραιότερης και ουσιαστικότερης πραγματικότητας που είναι αόρατη και άφθαρτη. Και μόνο  τα πράγματα που δεν αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις είναι πραγματικά: η ψυχή, η αγάπη της μητέρας, το θάρρος». Και παρακάτω συνεχίζει αναφέροντας ένα όνειρό του στο οποίο ως οπλίτης-μέλος σπαρτιατικής φάλαγγας που εκινείτο κατά του εχθρού και «είχε παγώσει από το φόβο, ένιωσε ότι ήταν όλοι αυτός και τρομοκρατήθηκε. Τότε άρχισαν όλοι να τραγουδούν και καθώς οι φωνές τους υψώνονταν σε μια γλυκιά αρμονία κάθε φόβος πέταξε από την καρδιά του». Και τότε κατάλαβε ότι «όταν ένας πολεμιστής μάχεται όχι για τον εαυτό του αλλά για τα αδέλφια του, όχι για τη δόξα ούτε για τη  σωτηρία της δικής του ζωής αλλά για τους συντρόφους του, τότε η καρδιά του περιφρονεί το θάνατο και ξεπερνά τον εαυτό του ...». Εδώ εν τέλει (σελ. 474) βρίσκει ο Διηνέκης την απάντηση στο ερώτημα για το φόβο του θανάτου και το αντίθετό του: «Το αντμι ίθετο του φόβου» δηλώνει απερίφραστα «είναι η αγάπη». Ας αναφερθεί εδώ ότι ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στην Α΄ Επιστολή του γράφει επί λέξει (Κεφ. 4 στίχ. 18): «η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον».

Κυριακή 7 Μαΐου 2017

Σύγχρονοι Αμερικανοί Συγγραφείς του 20ου αιώνα #7



Στον όμορφο κήπος της Αγιορειτικής Εστίας πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 4 Μαΐου 2017 η έβδομη  συνάντηση της φετινής χρονιάς, των μελών της Λέσχης Ανάγνωσης της Αγιορειτικής Εστίας. Όπως ήδη είναι γνωστό σε όλους, η θεματική ενότητα της χρονιάς είναι αφιερωμένη στους σύγχρονους Αμερικανούς συγγραφείς.
Το βιβλίο λοιπόν με το οποίο ασχοληθήκαμε και σχολιάσαμε ποικιλοτρόπως, ήταν το έργο του Στίβεν Πρέσσφιντ με τίτλο «Οι πύλες της φωτιάς». Το ιστορικό μυθιστόρημα του Πρέσσφιλντ μας μετέφερε πολλούς αιώνες πίσω, στο κόσμο των Σπαρτιατών και τη σπουδαία μάχη των Θερμοπυλών. Η συζήτηση που έγινε κατά τη διάρκεια της συνάντησης ήταν άκρως ενδιαφέρουσα. Ξεκινήσαμε συζητώντας για τους ήρωες και τις σκηνές του έργου, για τις περιγραφές της καθημερινότητας των Σπαρτιατών, για τις σκηνές των γυμνασίων τους, για το φιλοσοφικό τους υπόβαθρο, και καταλήξαμε να συζητάμε για τον ρόλο των ιστορικών μυθιστορημάτων στο πεδίο της γνώσης και κατά πόσο προσφέρουν στον τομέα αυτό. Για ακόμα μία φορά ένα βιβλίο μας έδωσε τροφή για σκέψη και συζήτηση. 
 Ο επόμενος Αμερικανός συγγραφέας με τον οποίο θα ασχοληθούμε, είναι ο Paul Auster και το βιβλίο που θα διαβάσουμε φέρει τον τίτλο: «Η τριλογία της Νέας Υόρκης». Η επόμενη συνάντηση ορίστηκε για την Πέμπτη 1 Ιουνίου 2017, στην αυλή της Αγιορειτικής Εστίας και στις 19:00.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα και το βιβλίο.
 Ο Πολ Όστερ γεννήθηκε το 1947 στο Νιου Τζέρσεϊ και σπούδασε αγγλική, γαλλική και ιταλική λογοτεχνία. Του έχει απονεμηθεί ο τίτλος του fellow από το Εθνικό Κληροδότημα των ΗΠΑ για τις Τέχνες τόσο για την ποίηση όσο και για τον πεζό λόγο, ενώ το 1990 του απονεμήθηκε το βραβείο Μόρτον Ντάουεν Ζέιμπελ από την Αμερικανική Ακαδημία και το Ινστιτούτο Τεχνών και Γραμμάτων. Έγραψε τα σενάρια των ταινιών "Καπνός" και "Μελανιασμένο πρόσωπο". Στο κινηματoγραφικό φεστιβάλ του Βερολίνου το 1995 η ταινία "Καπνός" βραβεύτηκε με την Αργυρή Άρκτο, με το ειδικό βραβείο Κριτών, με το βραβείο του Διεθνούς Κύκλου Κινηματογραφικών Κριτικών και με το Βραβείο Κοινού για την καλύτερη ταινία. Το 1998 έγραψε το σενάριο και σκηνοθέτησε την ταινία "Η Λουλού πάνω στη γέφυρα". Το έργο του έχει μεταφραστεί σε 21 γλώσσες. Το 1997 εκδόθηκε μια συλλογή με τις δυσεύρετες πλέον μεταφράσεις που είχε κάνει ο Πολ Όστερ με τίτλο "Μεταφράσεις" και το 2001 μια επιλογή από τα διηγήματα που έστειλε το κοινό της ραδιοφωνικής του εκπομπής στο National Public Radio των ΗΠΑ, με τίτλο "True Tales from American Life". Ζει στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης με τη γυναίκα του, επίσης συγγραφέα, Σίρι Χούστβεντ, και τα δύο τους παιδιά. Περισσότερες πληροφορίες για τον Πολ Όστερ περιλαμβάνονται στην επίσημη ιστοσελίδα του στο διαδίκτυο, www.paulauster.co.uk (ή: www.stuartpilkington.co.uk/paulauster/faq.htm).

Η τριλογία της Νέας Υόρκης
 Ένας μυθιστοριογράφος που γράφει αστυνομικές ιστορίες με ψευδώνυμο αποφασίζει να παραστήσει τον —άγνωστό του— ντετέκτιβ Paul Auster. Κατά τη διάρκεια της έρευνάς του, παρακολουθεί έναν ηλικιωμένο κύριο —χωρίς να είναι βέβαιος ότι πράγματι πρόκειται γι’ αυτόν που θα έπρεπε να παρακολουθεί— στις βόλτες του στη Νέα Υόρκη, και σημειώνει με προσοχή τις διαδρομές του για να διαβάσει το μήνυμα που γράφουν τα βήματα του παρακολουθούμενου.  Υπάρχει, όμως, πράγματι κάποιο μήνυμα σε αυτές τις διαδρομές ή μήπως ο ντετέκτιβ-που-δεν-είναι-ντετέκτιβ διαβάζει όπως θέλει τυχαίες γραμμές και σχήματα;  Εκτός κι αν αρκεί αυτή του η ανάγνωση για να πάψουν οι γραμμές να είναι τυχαίες.
Στην πιο συμβατική της εκδοχή, η νουάρ ιστορία έχει καθαρά διατυπωμένα ερωτήματα —κρυμμένα στην κάπνα, έστω— που εντέλει βρίσκουν απάντηση· και οι ήρωες μπορεί να είναι λιγότερο ή περισσότερο πολύπλοκοι, σάρκινοι ή χάρτινοι, πάντως η ταυτότητά τους —παρά τις εκάστοτε μεταμφιέσεις, αποσιωπήσεις, υπεκφυγές, παρά τα όποια τεχνάσματα του συγγραφέα— είναι καθαρή ή ξεκαθαρίζει όταν πια φτάνουμε στο τέλος: στη θέση του αγνώστου Χ μπαίνει ένα πρόσωπο.  Στην οστερική εκδοχή του νουάρ, οι συνηθισμένες ερωτήσεις δεν παίρνουν απάντηση — δεν είναι καν οι κατάλληλες ερωτήσεις, αυτές που ενδιαφέρουν τον συγγραφέα·  το «ποιος το έκανε;» μπορεί να είναι «τι σημαίνει ποιος;»· κι ίσως κι αυτός που ρωτάει να είναι ο ίδιος ένα ερωτηματικό.  Με άλλα λόγια, εδώ το μυστήριο είναι η ίδια η καρδιά της ύπαρξης — και ως εκ τούτου, η αναζήτηση της λύσης συνεχίζεται πολύ μετά την τελευταία σελίδα.
 Έτσι, ακόμα και η Νέα Υόρκη, σχεδόν μόνιμο φόντο στο έργο του Auster, είναι ταυτόχρονα μια απεικόνιση της πραγματικής πόλης, ένα σκηνικό, και ένα blue screen: μια ρευστή πόλη για ρευστούς ανθρώπους που κλειδώνονται σε κάποιο από τα αναρίθμητα δωμάτιά της ή που παρακολουθούν ο ένας τον άλλον κορνιζωμένοι σε αντικριστά παράθυρα, χωρίς τελικά να ξέρουν ποιος παρακολουθεί ποιον — ένα σύστημα ατελείωτων αντικατοπτρισμών· ένας καμβάς γεμάτος σχήματα για τα οποία δεν μπορείς να είσαι σίγουρος ότι δεν είναι τυχαίες γραμμές που τις διαβάζεις σαν σχήματα, όπως ο ντετέκτιβ-που-δεν-είναι-ντετέκτιβ.

Δευτέρα 24 Απριλίου 2017

Ο χαμένος χρόνος της ανάγνωσης και τα παράδοξα

Ο χαμένος χρόνος της ανάγνωσης και τα παράδοξα

του Γιώργου Τσακνιά*

O Δημήτρης Μαρωνίτης πήγαινε κάθε μεσημέρι στο ίδιο καφέ και διάβαζε. Μια μέρα, η κοπέλα που δούλευε εκεί τον πλησίασε και του είπε:
– Κύριε Μαρωνίτη, να σας κάνω μια ερώτηση;
– Ναι.
– Γιατί διαβάζουμε;
– Για να αποκτήσουμε αυτογνωσία.
– Μόνο γι’ αυτό;
– Μία ερώτηση είπατε.
Είτε συμφωνεί κανείς με την περί αυτογνωσίας απόφανση είτε όχι, το βέβαιο είναι ότι ο Δ. Ν. Μαρωνίτης πρότεινε μια απάντηση στο υπαρξιακό περί ανάγνωσης ερώτημα (και φλεγματικά αρνήθηκε να μπει σε λεπτομέρειες, έχει σημασία ωστόσο ότι βιαζόταν να επιστρέψει στη μεσημεριανή του ανάγνωση· αυτό από μόνο του ήταν μέρος της απάντησης εν τοις πράγμασι).
Το ίδιο ερώτημα («γιατί διαβάζουμε»), αν προσπαθήσουμε να το θέσουμε και να το απαντήσουμε πιο τεχνικά, ας πούμε «συμπεριφορικά» («τι είναι αυτό που μας ωθεί να γίνουμε αναγνώστες»), ανοίγει μια συζήτηση μεγάλη, πολυπαραγοντική και εξαρτώμενη προφανώς από χίλιες δυο ιστορικές, οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, η οποία οδηγεί, εκτός των άλλων, και σε ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα: το βιβλίο ως κείμενο και το βιβλίο ως αντι-κείμενο.
Γιατί γινόμαστε λοιπόν αναγνώστες; Πρόσφατες έρευνες έχουν δείξει (για λόγους οικονομίας παρουσιάζω γενικευτικά τα συμπεράσματα) ότι συνήθως γίνονται αναγνώστες τα παιδιά που βλέπουν τους γονείς τους να διαβάζουν και που ενθαρρύνονται από νωρίς να διαβάζουν, αλλά και τα παιδιά που μεγαλώνουν σε σπίτια με βιβλιοθήκες· που εξοικειώνονται, δηλαδή, από νωρίς με το βιβλίο ως αντικείμενο. Ακόμη πιο ενδιαφέροντα είναι τα συμπεράσματα των ερευνών που ερμηνεύουν το εύρημα αυτό λιγότερο ταξικά, με το σχήμα δηλαδή της αναπαραγωγής μιας ελίτ, και περισσότερο με τον εντοπισμό στοιχείων που συνδέουν ευθέως την ανάπτυξη μαθησιακών δεξιοτήτων με την ύπαρξη βιβλίων στο σπίτι.
Οπως όλες οι στατιστικές έρευνες, έτσι κι αυτές στις οποίες αναφέρθηκα δείχνουν τάσεις και γενικές κατευθύνσεις. Προφανώς δεν αποκλείεται να γίνει κάποιος μανιώδης αναγνώστης από μόνος του, αγοράζοντας σιγά σιγά ο ίδιος τα βιβλία του ή ως θαμώνας δημοσίων βιβλιοθηκών. Η κτήση βιβλίων, εξάλλου, έχει τους κινδύνους της, αφού η βιβλιοφιλία μπορεί εύκολα να εξελιχθεί σε συλλεκτική μανία. Ας θυμηθούμε εδώ τον αφορισμό του Anthony Burgess – διόλου τυχαία, ξεκινά με αυτόν η εισαγωγή του James Salter στην αγγλόφωνη έκδοση του βιβλίου του Jacques Bonnet «Des bibliothèques pleines de fantômes» («Βιβλιοθήκες γεμάτες φαντάσματα», 2008): «Ο καλύτερος τρόπος να μη διαβάσεις ένα βιβλίο είναι να το έχεις».
Το παράδοξο με το έργο του Σαλάμοφ είναι ότι δεν πρόκειται για μια ιστορία της ανάγνωσης ως μέσου επιβίωσης, όπως ίσως θα περίμενε κανείς γνωρίζοντας το βιογραφικό του συγγραφέα και τα ατέλειωτα χρόνια που πέρασε στη κολαστήριο της Κολιμά για «αντεπαναστατική τροτσκιστική δράση». Ο συγγραφέας περιγράφει τις βιβλιοθήκες ως χώρους, τα έπιπλα, τους ανθρώπους που τις στελέχωναν, τις διαδικασίες και τους όρους ανάγνωσης ή δανεισμού – βεβαίως και τα βιβλία, τα οποία αξιολογεί, δεν τα αντιμετωπίζει τεχνικά, συλλεκτικά ή αποστασιοποιημένα, πάντως η θέση του είναι αυτή του βιβλιόφιλου αναγνώστη: ούτως ή άλλως, δηλώνει πως δυσκολευόταν πολύ, μαθητής ακόμη, να διαβάζει στο αναγνωστήριο της βιβλιοθήκης, μαζί με άλλους. «Το καλύτερο, το πιο αποδοτικό, είναι να διαβάζεις σπίτι σου, μόνος σου, εσύ και το βιβλίο». Παρά ταύτα, ο ίδιος αρχίζει το βιβλίο με τη διαπίστωση ότι η μόνη βιβλιοθήκη που είχε ποτέ αποτελείτο από δύο βιβλία, όταν ήταν τριών ετών· και τελειώνει με την πικρή δήλωση: «Λυπάμαι που ποτέ δεν είχα τη δική μου βιβλιοθήκη».
Πρόκειται για μια ιστορία του χαμένου χώρου, της χαμένης ιδιωτικότητας (privacy) – αυτού δηλαδή που φαίνεται πως ήταν η ελευθερία για τον Σαλάμοφ. Ο εγκλεισμός σε στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας σού στερεί κάθε ελευθερία κίνησης και την ιδιωτικότητα – σου περιορίζει τον χώρο λοιπόν, όχι μόνο με την κυριολεκτική έννοια. Υπάρχουν περίφημες ιστορίες κρατουμένων που διάβασαν ή και έγραψαν πολύ στη διάρκεια του εγκλεισμού τους· κατά κανόνα ήταν είτε στην απομόνωση είτε, εν πάση περιπτώσει, όχι σε πολυπληθείς θαλάμους – και σίγουρα δεν είχαν την υποχρέωση της καθημερινής εξοντωτικής εργασίας.
Πρόκειται επίσης για μια ιστορία του χαμένου (κλεμμένου) χρόνου: τα διαστήματα που ο Σαλάμοφ δεν διάβασε, που δεν είδε καν ένα βιβλίο, οποιοδήποτε, μια εφημερίδα, ένα κείμενο (στις πιο δύσκολες φάσεις, αυτές της δουλειάς στα χρυσωρυχεία):
«Τα βιβλία της φυλακής Μπουτύρκα, για πολλούς από μας, ήταν τα τελευταία βιβλία που διαβάσαμε στη ζωή μας. Ακολούθησε το χρυσωρυχείο, το “χρυσάφι”, τέσσερα φοβερά χρόνια, όταν οι άνθρωποι βεβαιώνονταν κάθε ώρα, κάθε μέρα, πόσο ευάλωτο είναι το σαρκίο του πολιτισμού. […] Τα βιβλία τα είχαμε ξεχάσει. Δεν υπήρχε θέση για βιβλία στη σκέψη μας, στο λεξιλόγιό μας των είκοσι λέξεων: “σήκω”, “δουλειά”, “φαΐ”, “κασμάς”, “φτυάρι”, “συνοδεία”, “διανομέας”, “φύλακας” κ.λπ. Η λέξη «βιβλίο» μάς φαινόταν άγνωστη, ίσως και να μην υπήρξε ποτέ […]».
* * *
Χαμένος χρόνος ή χρόνος κλεμμένος από το διάβασμα. Στην περίπτωση του Σαλάμοφ, το σταλινικό καθεστώς τού έκλεψε χρόνο από την αγαπημένη του ασχολία: την ανάγνωση. Ακολουθεί και μια περίπτωση όπου η ανάγνωση έκλεψε χρόνο από μια ερωτευμένη γυναίκα – κι εκείνη, φυσικά, δεν τη συγχώρεσε, παρά την εκδικήθηκε με τον μόνο τρόπο που μπορούσε (αντικειμενικά). O Lucien X. Polastron, στο «Books on Fire: The Destruction of Libraries throughout History», αφηγείται την ιστορία της βιβλιοθήκης του πρίγκιπα Mahmud al-Dawlah ibn Fatikh του Καΐρου, που ήταν στην εποχή της η σημαντικότερη από τις τέσσερις μεγάλες βιβλιοθήκες της Ανατολής:
«Ο πρίγκιπας αγαπούσε το διάβασμα και το γράψιμο περισσότερο από κάθε τι άλλο στον κόσμο. Κάθε βράδυ παραδιδόταν σε αυτό το πάθος του, αμέσως μόλις ξεπέζευε από το άλογό του. Ηταν εξαιρετικός ποιητής. Οταν πέθανε ξαφνικά, η γυναίκα του –πριγκίπισσα και η ίδια της βασιλικής οικογένειας– διέταξε να μαζέψουν όλα τα βιβλία του Μαχμούντ στην εσωτερική αυλή του παλατιού του. Εψαλε η ίδια την εξόδιο ακολουθία, ενώ πετούσε στο σιντριβάνι ένα ένα τα βιβλία που της είχαν στερήσει την αγάπη του άντρα της».

* Ο κ. Γιώργος Τσακνιάς είναι ιστορικός. Το παρόν κείμενο γράφηκε με αφορμή τη σημερινή Παγκόσμια Ημέρα Ανάγνωσης και με σημείο εκκίνησης το βιβλίο του Βαρλάμ Σαλάμοφ «Οι βιβλιοθήκες μου» (μετάφραση: Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ, Αγρα 2014). Τέλος, η Κική Παναγιωτίδου αφηγήθηκε τη συζήτησή της με τον Δημήτρη Μαρωνίτη στο προφίλ της στο Facebook.

Πηγή:  http://www.kathimerini.gr/905970/article/politismos/vivlio/o-xamenos-xronos-ths-anagnwshs-kai-ta-parado3a