Σελίδες

Δευτέρα 16 Ιουνίου 2014

Ο James Joyce και η Θεσσαλονίκη

του Μάκη Καραγιάννη 


H σημερινή Bloomsday είναι μια καλή αφορμή για να θυμηθούμε τη σχέση του Joyce με τη Θεσσαλονίκη. Όπως αναφέρει στη βιογραφία του ο Ρίτσαρντ Έλλμαν αλλά και η Μαντώ Αραβαντινού, ένας από τους καλούς του φίλους στη Ζυρίχη ήταν ο θεσσαλονικιός Πωλ Ρουτζιέρο. Καθολικός το θρήσκευμα, σπούδασε στο γαλλικό σχολείο της Θεσσαλονίκης, όπου έμεινε μέχρι το 1912. Ο Ρουτζιέρο ήταν τραπεζικός και βοήθησε πάρα πολλές φορές τον Τζόυς. Στη «Λέσχη των Ξένων» ο Τζόυς συζητούσε μαζί του και του εξομολογούνταν τις δυσκολίες με τους εκδότες του. Πίστευε ότι η καλύτερη πύλη εισόδου στο πνεύμα της αρχαίας Ελλάδας ήταν η σύγχρονη. Γι’ αυτό έκανε παρέα με Έλληνες όπως ο Παύλος Φωκάς ή ο φρουτέμπορας Νικόλαος Σάντος που ήξερε να παραθέτει προφορικά αποσπάσματα της «Οδύσσειας». Μάλιστα η στρουμπουλή σύζυγός του, που δεν έβγαινε από το σπίτι της όλη μέρα για να διατηρεί σε καλή κατάσταση το δέρμα της και επιπλέον έφτιαχνε μόνη της κρέμες προσώπου, έχει ένα μερίδιο στη σκιαγράφηση της ηρωίδας του «Οδυσσέα» δηλ. της Μόλλυς Μπλουμ. (Ρ. Έλλμαν, σελ. 450).

Ο ίδιος ο Τζόυς σε μια σημείωσή του με τίτλο «BIRTH-NIGHT» μιλώντας για τον εορτασμό των γενεθλίων του γράφει: : “...but the evening was sure to close with a rendering by Ruggiero and J. of the Greek National Anthem—Χαίρε, χαίρε, Ελέυθεριά (Hail Hail oh!
Liberty!)”. (Budgen, Frank / James Joyce and the making of 'Ulysses', p. xvi)
Α propos, πάνω στο γραφείο του όταν πέθανε βρήκαν δυο βιβλία. Το ένα ήταν το Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας. Όπως φαίνεται και από τα «Σημειωματάρια της Ζυρίχης» που παραθέτει η Μαντώ Αραβαντινού η εκμάθηση των ελληνικών ήταν η μόνιμη φροντίδα του. Τετράδια και σελίδες στις οποίες ο Τζόυς μάθαινε λέξεις, που χρησιμοποιούσε αργότερα στο Οδυσσέα, ή αντέγραφε αποσπάσματα ελληνικών εφημερίδων, ένα από τα οποία αναφέρεται στη Θεσσαλονίκη. 

Αυτό ήταν το πραγματολογικό υλικό για το παρακάτω απόσπασμα του μυθιστορήματος «Το όνειρο του Οδυσσέα» που αναφέρεται στον Τζόυς:
............................

«Tο µυαλό µου, όµως, είχε κολλήσει σε ένα απόσπασµα από τα Σηµειωµατάρια της Ζυρίχης του Τζέηµς Τζόυς. Αγωνιζόταν, τότε, να µάθει λέξη λέξη τα ελληνικά από τον φίλο του Παύλο Φωκά. Πίστευε ότι ανήκε σ’ αυτήν τη γλώσσα. Ότι ήταν το πεπρωµένο του. Βρήκα την εγγραφή µε τη δεξιοκλινή γραφή, τα ωραία ελληνικά του γράµµατα και κάποια µικρά ορθογραφικά λάθη, όπως τη θυµόµουν:

Κατ’ ειδησεις εκ Θεσσαλονίκης Εντός της εβδοµάδος θα αναχωρήση το πρώτον ελληνικόν σύνταγµα δια το µέτωπον του πολέµου, πλήρως καταρτισθέν υπό της επιτροπής της εθνικής αµύνης, υπό την διοίκησιν του ταγµατάρχου κ. Ζ…
Το σύνταγµα τούτο θα περελάση δια των κεντρικοτέρων οδών της πόλεως.
Ο Στρατηγός Σαράιγ εξέφρασεν την επιθυµίαν να παρακολουθύση την παρέλασιν από της πλατείας της ελευθερίας ένθα θα λάβουν θέσιν και πάντες οι αρχηγοί της επαναστάσεος.
Τζέηµς Τζόυς, Σηµειωµατάρια της Ζυρίχης 

Τέτοια η µανία αυτού του ανθρώπου µε τους Έλληνες! Ήταν προληπτικός και πίστευε ότι του έφερναν τύχη. Γι’ αυτό και το 1922 οι αλλεπάλληλες δοκιµές για το εξώφυλλο του Οδυσσέα. Ήθελε να πετύχει το ακριβές χρώµα της ελληνικής σηµαίας. Αν το «αγαπηµένο Βροµοδουβλίνο» τον είχε απαρνηθεί, αυτός αναζητούσε άλλες πατρίδες. Τον φαντάζοµαι µε τα στρογγυλά γυαλιά και το στενό µουστάκι, κάτω από το οποίο πάσχιζε να αρθρώσει τις λέξεις, όταν µαζί µε τον θεσσαλονικιό Πολ Ρουτζιέρο έκλειναν τα βράδια τους τραγουδώντας τον ελληνικό εθνικό ύµνο. Τον οµορφότερο, όπως έγραφε, ύµνο στον κόσµο. 
Χαίρε, ω χαίρε ελευθεριά!
» (Το όνειρο του Οδυσσέα, σελ 182)






Πέμπτη 12 Ιουνίου 2014

Φέτος διαβάζουμε νομπελίστες #5


Χθες το βράδυ στον κήπο του κτιρίου Νεδέλκου, πραγματοποιήθηκε η συνάντηση του Ιουνίου της Λέσχης Ανάγνωσης της Αγιορειτικής Εστίας!!!

Ο κήπος μας προσέφερε τις ευχάριστες μυρωδιές του (ιδιαίτερα μετά την επέλαση της ολιγόλεπτης καταιγίδας) και η παρέα εμπνεύστηκε από την ατμόσφαιρα του καταπράσινου κήπου για να συζητήσει για το βιβλίο του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες με τίτλο «Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας» το οποίο είναι γεμάτο από μυθικές σκηνές οργιώδους βλάστησης καθώς επίσης και σκηνές από σπιτικές αυλές και πολύχρωμους κήπους!!!
Η συζήτηση επικεντρώθηκε στον «μαγικό ρεαλισμό» του Μάρκες και όλα τα μέλη συμφώνησαν ότι οι περιγραφόμενες σκηνές είναι γεμάτες από ένταση και πάθος, βασικά στοιχεία στο έργο του Κολομβιανού συγγραφέα. Έγινε αναφορά στη διαφορετικότητα της κουλτούρας των λατινοαμερικάνικων χωρών σε σχέση με τις ευρωπαϊκές και ιδιαίτερα τις μεσογειακές και κατά πόσο αυτό μπορεί να επηρεάζει την ανάγνωση του εν λόγω έργου. 
Συζητήθηκε διεξοδικά το ζήτημα του ανεκπλήρωτου έρωτα και αν στις μέρες μας μπορεί να υπάρξει ένας τόσο παθιασμένος έρωτας ο οποίος παραμένει ανεκπλήρωτος για 50 χρόνια και τέλος σχολιάστηκε το γεγονός πως τα σύγχρονα νεαρά παιδιά εκφράζουν τον έρωτα τους μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σε σχέση με το ζευγάρι – ήρωες του έργου του Μάρκες, που είχαν ως μοναδικό μέσο επικοινωνίας τις ερωτικές τους επιστολές.

Φυσικά, όπως συμβαίνει σε κάθε συνάντηση, η συζήτηση άνοιξε ακόμα περισσότερο και με συντροφιά το γλυκόπιοτο κρασί, αναφερθήκαμε σε γενικότερα θέματα πολιτισμού, «λύσαμε» κοινωνικά ζητήματα και ασφαλώς κάναμε σχέδια για το προσεχές μέλλον μιας και ετοιμάζεται το πρώτο ταξίδι της Λέσχης Ανάγνωσης.
Τέλος και μετά από ψηφοφορία, τα μέλη επέλεξαν ως το επόμενο προς ανάγνωση βιβλίο, το έργο του νομπελίστα συγγραφέα Ελίας Καννέτι, που φέρει τον τίτλο «Η τύφλωση».
Η επόμενη συνάντηση δεν καθορίστηκε με ακρίβεια λόγω της μεσολάβησης του καλοκαιριού και θα ανακοινωθεί αργότερα.

Λίγα λόγια για το βιβλίο και τον συγγραφέα:


Ο Ελίας Κανέττι (Elias Canetti, βουλγαρικά: Елиас Канети, 1905 - 1994) ήταν βραβευμένος με το Νόμπελ Λογοτεχνίας συγγραφέας, γεννημένος στη Βουλγαρία από Εβραίους Σεφαραδίτες γονείς, που έγραψε στα γερμανικά. Είναι ευρύτερα γνωστός για το μυθιστόρημα «Η τύφλωση» (Die Blendung) και τη μελέτη «Μάζα και Εξουσία» που αφορά τη συμπεριφορά του πλήθους η οποία εκφράζεται σε δραστηριότητες όπως η ομαδική βία και οι θρησκευτικές συγκεντρώσεις. Ο Κανέττι βραβεύτηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1981.

Γεννήθηκε στο Ρουστσούκ της Βουλγαρίας στις 25 Ιουλίου του 1905· ήταν ο μεγαλύτερος από τους τρεις γιους της οικογένειας του. Οι πρόγονοί του, από την πλευρά του πατέρα του, είχαν μετακομίσει στο Ρουστσούκ από την Αδριανούπολη όπου είχαν εγκατασταθεί αρχικά μετά την εκδίωξη των Εβραίων από την Ισπανία το 1492. Το αρχικό όνομα της οικογένειας ήταν Cañete από το όνομα ενός χωριού στην Ισπανία. Η μητέρα του Κανέττι καταγόταν από μια από τις παλαιότερες Σεφαραδίτικες οικογένειες της Βουλγαρίας, την οικογένεια Arditti, της οποίας ορισμένα μέλη ήταν φυσικοί και αστρονόμοι στη βασιλική αυλή του Αλφόνσου του Δ΄ και του Πέτρου του Δ΄ της Αραγωνίας). Στο Ρουστσούκ ο πατέρας και ο παππούς τού Κανέττι ασχολούνταν με το εμπόριο.
Ο Κανέττι έζησε μέχρι το 1911 στο Ρουστσούκ οπότε η οικογένειά του μετακόμισε στην Αγγλία. Το 1912 μετά το ξαφνικό θάνατο του πατέρα του, μετακόμισε με την μητέρα και τα αδέρφια του, στη Βιέννη. Εκεί ο Κανέττι, ο οποίος ήδη μιλούσε λαντίνο, βουλγαρικά, αγγλικά, που τα είχε μάθει τον ένα χρόνο που έζησε στο Λονδίνο, καθώς και λίγα γαλλικά, έμαθε τα γερμανικά από την μητέρα του η οποία επέμενε ιδιαίτερα να μάθει τη γλώσσα αυτή και του τα δίδαξε η ίδια. Το 1916 μετακόμισαν στη Ζυρίχη, όπου έζησαν πέντε χρόνια και έπειτα στη Φρανκφούρτη, μέχρι το 1924, οπότε ο Κανέττι, αφού τελείωσε το γυμνάσιο, επέστρεψε στη Βιέννη για να σπουδάσει χημεία.

Όμως, αν και πήρε το πτυχίο χημείας από το πανεπιστήμιο της Βιέννης πέντε χρόνια αργότερα, δεν εργάστηκε ποτέ ως χημικός. Ήδη κατά τη διάρκεια των σπουδών του άρχισε να ασχολείται με τη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία και εντάχθηκε στους λογοτεχνικούς κύκλους. Ο Κανέττι έκλινε προς την αριστερά και πήρε μέρος στην επανάσταση του Ιουλίου του 1927. Το 1934 παντρεύτηκε τη Βέζα Τάουμπνερ-Καλντερόν (Veza Taubner-Calderon) που στάθηκε αφοσιωμένη βοηθός στο έργο του. Το 1938, μετά το Άνσλους μετακόμισε στο Λονδίνο όπου συνδέθηκε με τη ζωγράφο Μαρί-Λουίζ φον Μοτεσίσκι (Marie-Louise von Motesiczky) και αργότερα με τη συγγραφέα Άιρις Μέρντοχ (Iris Murdoch). Το 1971 παντρεύτηκε για δεύτερη φορά, την Έρα Μπούσορ (Hera Buschor) με την οποία απέκτησαν μία κόρη. Ο Κανέττι παρέμεινε στην Αγγλία μέχρι τη δεκαετία του '70, έχοντας πάρει τη Βρετανική υπηκοότητα ήδη από το 1952. Παρόλα αυτά συνέχισε να γράφει στα γερμανικά. Αργότερα επέστρεψε στη Ζυρίχη όπου έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του.
Το 1981, τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας "για το συγγραφικό του έργο χαρακτηρίζεται από ευρύτητα απόψεων, από πλούτο ιδεών και από καλλιτεχνική δύναμη". Πέθανε στη Ζυρίχη στις 14 Αυγούστου του 1994.

«Η τύφλωση»


«Η Τύφλωση» είναι μια επιβλητική αλληγορία για την αντιπαράθεση του πνεύματος με την πραγματικότητα, για το μεγαλείο και την αθλιότητα του μοναχικού στοχαστή μέσα στον κόσμο.
Πρωταγωνιστής της «Τύφλωσης» είναι ο Κην, ένας διάσημος σινολόγος, που ζει απομονωμένος μέσα στη γιγάντια βιβλιοθήκη του. Όλος ο κόσμος γι αυτόν βρίσκεται μέσα στο κεφάλι του, αλλά το κεφάλι του δεν μετράει διόλου για τον έξω κόσμο. Όταν η γριά, κουτοπόνηρη οικονόμος του τον παγιδεύει και τον αναγκάζει να την παντρευτεί, ο Κην έρχεται για πρώτη φορά αντιμέτωπος με την καθημερινή ζωή, και «σώζεται» αναζητώντας καταφύγιο στην τρέλα.






Τετάρτη 4 Ιουνίου 2014

ΟΤΑΝ Ο ΓΚΡΕΓΚΟΡ ΣΑΜΣΑ ΞΥΠΝΗΣΕ ΕΝΑ ΠΡΩΙ…


Του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου

 Δεν θ’ αποτελεί ίσως υπερβολή αν υποστηρίξουμε ότι είναι ο Κάφκα (και όχι ο Τζόυς, ας πούμε, ή ο Προυστ) ο συγγραφέας που περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο χαρακτηρίζει τον 20ό αιώνα. Δεν πρέπει να υπάρχουν πολλές γλώσσες στον κόσμο απ’ τις οποίες να λείπει το επίθετο «καφκικός». Και μπορεί στα ελληνικά λεξικά να μην καταγράφεται επισήμως η λέξη, χρησιμοποιείται όμως ευρέως, όπως και σε περισσότερες από εκατό γλώσσες σε ολόκληρο τον κόσμο, στις οποίες, όπως σημειώνει ο George Steiner, το επίθετο αυτό συνδέεται με τις σταθερές της απανθρωπιάς και του παραλογισμού του καιρού μας. Μιλάμε συχνά (και γινόμαστε κατανοητοί) για καφκική ατμόσφαιρα, καφκική λογική, καφκικό στοιχείο, καφκικό κτίριο, καφκικό εφιάλτη, καφκικό αδιέξοδο, καφκικό χαρακτήρα, καφκική κατάσταση: στη «Δίκη» ο Γιόζεφ Κ. βασανίζεται από την ενοχή, καθώς είναι ένας κατηγορούμενος χωρίς να γνωρίζει γιατί κατηγορείται· στον «Πύργο» ο χωρομέτρης βασανίζεται από την αδυναμία του, καθώς είναι αποκλεισμένος από τον χώρο στον οποίο επιθυμεί να διεισδύσει και να ενταχθεί· στην «Αμερική» ο ήρωας του βιβλίου βασανίζεται από την επιθυμία του για μια νέα αρχή· στη «Μεταμόρφωση» ο Γκρέγκορ Σάμσα βασανίζεται από αυτοαπέχθεια λόγω της φρικτής του αλλαγής σε ένα τερατώδες ζωύφιο.

Γράφει ο Μπόρχες, ένας από τους σημαντικότερους και δημιουργικότερους επιγόνους του Τσέχου συγγραφέα: «Η πιο αναμφισβήτητη αρετή του Κάφκα είναι η επινόηση αφόρητων καταστάσεων. Του αρκούν λίγες πινελιές για να τις σκαριφήσει ανεξίτηλα· π.χ.: “Το ζώο αρπάζει το μαστίγιο απ’ τα χέρια του αφέντη του κι αυτομαστιγώνεται ώσπου να γίνει το ίδιο αφέντης, και δεν καταλαβαίνει ότι όλο αυτό δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση που την προκάλεσε ένας καινούργιος κόμπος στο μαστίγιο”· ή: “Στο ναό εισβάλλουν λεοπαρδάλεις που πίνουν το κρασί απ’ τα δισκοπότηρα· κι αυτό συμβαίνει επανειλημμένα· στο τέλος, προβλέπεται ότι αυτό πρέπει να συμβεί, και εντάσσεται στις τελετουργίες του ναού”. Στον Κάφκα, η ανάπτυξη είναι λιγότερο θαυμαστή απ’ την ιδέα. Όσο για τους ήρωές του, μόνο ένας υπάρχει στο έργο του: ο homo domesticus –τόσο εβραίος και τόσο γερμανός – που φιλοδοξεί να καταλάβει μια θέση, όσο ταπεινή κι αν είναι, σε μια οποιαδήποτε Τάξη, στον κόσμο, σ’ ένα υπουργείο, σ’ ένα φρενοκομείο, σε μια φυλακή. Το ουσιώδες είναι η κεντρική ιδέα και η ατμόσφαιρα· ούτε η εξέλιξη του μύθου ούτε το φιλοσοφικό του φορτίο. Εξ ου και τα διηγήματά του υπερτερούν των μυθιστορημάτων του».


Απ’ όλα, ενδεχομένως, τα έργα του Κάφκα αυτό που περισσότερο διαβάζεται, και με τη μεγαλύτερη μάλιστα απόλαυση, είναι η «Μεταμόρφωση», γραμμένη στα τέλη του 1912 και δημοσιευμένη όσο ακόμα ζούσε ο Κάφκα. Ο λόγος είναι ότι σε αυτή τη νουβέλα των εκατό περίπου σελίδων εξισορροπούνται ιδανικά όλα τα σημαντικά στοιχεία ενός έργου, όπως τα κατονομάζει ο Μπόρχες. Η κεντρική ιδέα είναι συγκλονιστική, η ατμόσφαιρα χαρακτηριστικά καφκική, η εξέλιξη του μύθου συναρπαστική, το φιλοσοφικό φορτίο τεράστιο. Το πιο σημαντικό ίσως στοιχείο σε αυτό το έργο είναι το γεγονός ότι, αν και πρόκειται σαφέστατα για μια αλληγορία, μια αινιγματική όπως όλες και πολυδιάστατη αλληγορία που επιδέχεται δεκάδες ερμηνείες, είναι πρωτίστως μια συναρπαστική ιστορία που διαβάζεται με περιέργεια και αγωνία για την πλοκή της, με συγκίνηση για τη μοίρα του πρωταγωνιστή της και με απόλαυση για τη γλωσσική της ακριβολογία. Στη «Μεταμόρφωση» ο Κάφκα είναι πάνω απ’ όλα αφηγητής και μόνο ύστερα διανοητής ή δάσκαλος και αφηγείται μια εξαιρετικά απλή όσο και συγκλονιστική ιστορία:
Ο Γκρέγκορ Σάμσα, πλασιέ στο επάγγελμα, είναι ο προστάτης της οικογένειάς του, του χρεοκοπημένου πατέρα του, της μητέρας του και της μικρής του αδελφής. Κάποιο πρωί ξυπνάει στο κρεβάτι του και συνειδητοποιεί ότι έχει μεταμορφωθεί σε ένα τεράστιο και αποκρουστικό έντομο. Παρόλο το εξωφρενικό και παράλογο της κατάστασής του, προσπαθεί να παραμείνει λογικός και να δεχθεί τη νέα αυτή αδιανόητη πραγματικότητα σαν κάτι φυσιολογικό: δεν αντιδράει με θυμό, με απελπισία ούτε καν με φόβο. Παραμένει κλεισμένος στο δωμάτιό του, τρέφεται με τα αποφάγια που του αφήνει η αδελφή του και μια γριά υπηρέτρια, προσπαθεί να κρύβεται, όταν μπαίνει κάποιος στο δωμάτιό του, για να μην του προκαλεί τρόμο και απέχθεια, δέχεται ως δικαιολογημένη την οργή του πατέρα του, αισθάνεται μέσα του τη ζωώδη και την ανθρώπινη πλευρά του να παλεύουν και αφήνεται τελικά να πεθάνει πληγωμένος, αποδιωγμένος και εγκαταλελειμμένος. Το ακριβώς αντίθετο από την οικογένειά του, η οποία μόλις τον ξεφορτώνεται αισθάνεται ανανεωμένη και αισιόδοξη.

Είναι χαρακτηριστική η πρώτη και η τελευταία φράση του βιβλίου, το οποίο ξεκινάει με την περιγραφή του σώματος του Γκρέγκορ Σάμσα: «Ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα –η πλάτη του ήταν σκληρή σαν πλάκα- και ανασηκώνοντας λίγο το κεφάλι του, μπόρεσε να δει τη στρογγυλή καφετιά κοιλιά του που χωριζόταν σε τμήματα από κάτι τοξοειδείς ζώνες. Μπροστά στα μάτια του ανάδευαν αβοήθητα ένα σωρό μικρά ποδαράκια, θλιβερά λεπτεπίλεπτα σε σχέση με το υπόλοιπο σώμα». Ενώ οι τελευταίες σειρές της νουβέλας αναφέρονται στο σώμα της αδελφής του: «Και σαν να επιβεβαίωνε και η ίδια το νέο τους όνειρο και τις καλές τους προθέσεις, στο τέρμα της διαδρομής η κόρη τους σηκώθηκε πρώτη απ’ όλους από το κάθισμα και τέντωσε το δροσερό κορμί της».
«Η μεταμόρφωση», όπως και ολόκληρο το έργο του Κάφκα, μπορεί να διαβαστεί με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους. Ο Μίκαελ Λέβι, στο βιβλίο του «Franz Kafka, Ανυπότακτος ονειροπόλος», έχει ταξινομήσει τις ποικίλες ερμηνείες του έργου του Κάφκα που έχουν επιχειρηθεί ώς σήμερα σε έξι μεγάλες κατηγορίες: 1. Τις στενά λογοτεχνικές αναγνώσεις, που περιορίζονται ηθελημένα στο κείμενο, αγνοώντας το «πλαίσιό» του. 2. Τις βιογραφικές, ψυχολογικές και ψυχαναλυτικές αναγνώσεις. 3. Τις θεολογικές, μεταφυσικές και θρησκευτικές αναγνώσεις. 4. Τις αναγνώσεις υπό το πρίσμα της ιουδαϊκής ταυτότητας. 5. Τις κοινωνικοπολιτικές αναγνώσεις. 6. Τις μεταμοντέρνες αναγνώσεις, που καταλήγουν εν γένει στο συμπέρασμα ότι η σημασία των γραπτών του Κάφκα είναι «απροσδιόριστη». Και οι έξι αυτοί τρόποι ερμηνείας μπορούν νομίζω να εφαρμοστούν στη «Μεταμόρφωση». Αυτή είναι, αναμφισβήτητα, άλλη μια απόδειξη της αξίας του έργου, αν βέβαια χρειαζόμαστε κι άλλη απόδειξη εκτός από την απόλαυση και τον συγκλονισμό που μας προσφέρει η ανάγνωσή του.


Δευτέρα 26 Μαΐου 2014

Αρχείο Γιώργου Ιωάννου: Η επιστροφή


Του Παναγιώτη Γούτα
Η επιστροφή του αρχείου του κορυφαίου πεζογράφου μας Γιώργου Ιωάννου στη γενέτειρα πόλη του ύστερα από 29 ολόκληρα χρόνια είναι ένα πολύ σημαντικό γεγονός και για την πόλη μας και για εκείνους που αγάπησαν και αγαπούν το έργο του.
Είναι και μια δικαίωση κατά κάποιο τρόπο, έστω μετά θάνατον, της φήμης του λογοτέχνη που αυτοεξορίστηκε από τη μοχθηρία και την κακία κάποιων εκπροσώπων της περίκλειστης Θεσσαλονίκης, ενώ κάποιες άλλες πικρόχολες φωνές περί επαρχιώτικης πεζογραφίας στην περίπτωσή του προσπάθησαν να μειώσουν και να μικρύνουν το έργο του. Το αρχείο, τα προσωπικά του αντικείμενα, τα βιβλία του, οι πίνακές του, τα έπιπλα του, όλα βρίσκονται σε χώρο του Βαφοπούλειου πνευματικού κέντρου, ύστερα από πρωτοβουλία της αδελφής του, του γαμπρού του, της φίλης του Αρλέτας, που έπαιξε κι αυτή κάποιο ρόλο, αλλά και κάποιων Θεσσαλονικέων που πρωτοστάτησαν σ’ αυτήν την επαναφορά της μνήμης ενός σπουδαίου ανθρώπου. Το δικό μας αίμα επιστρέφει πλέον στο σώμα της πόλης.
Ωστόσο αυτό το γεγονός της επιστροφής του αρχείου του Ιωάννου γεννά σκέψεις, αναρωτήσεις και προβληματισμούς ποικίλου τύπου. Πρώτον: Γιατί έπρεπε να μεσολαβήσουν τόσα πολλά χρόνια για να συμβεί αυτή η επάνοδος; Γιατί δεν δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις να γίνει νωρίτερα; Τι συμβαίνει με τα αρχεία άλλων κορυφαίων λογοτεχνών μας και πώς αυτά αξιοποιήθηκαν ή αξιοποιούνται; Υπάρχει κάποιος ενδεδειγμένος δρόμος που πρέπει να ακολουθήσει ένας καταξιωμένος λογοτέχνης, που νιώθει πως βρίσκεται στη δύση της ζωής του, για το πού και με ποιον τρόπο θα καταλήξει το όποιο αρχείο του; Ο Ιωάννου ο ίδιος θα επιθυμούσε αυτήν την επιστροφή στη γενέθλια πόλη ή θα ήταν αρνητικός σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο; (οπωσδήποτε ο αιφνίδιος και αδόκητος χαμός του μας αφήνει να υποθέσουμε πως δεν πρόλαβε να σκεφτεί κάτι τέτοιο, αφού έφυγε τελείως απροσδόκητα σε ηλικία μόλις 58 χρονών, από επιπλοκές μιας απλής εγχείρισης). Επίσης αρκεί η στέγαση ενός αρχείου σε κάποιον χώρο για να διαφυλαχτεί έτσι η πολύτιμη μνήμη του λογοτέχνη;
Μήπως πρέπει να επανεξετάσουμε τη σημαντικότητα του έργου του Ιωάννου απαλείφοντας κάποιες μικρές γκρίζες ζώνες που επεσήμανε στο παρελθόν ένα μέρος της λογοτεχνικής κριτικής, άλλες δικαίως, άλλες αδίκως (ξενοφοβικά σύνδρομα, υπέρμετρη προσκόλληση στην παράδοση κτλ.); Ο Ιωάννου είναι επίκαιρος ή ανεπίκαιρος; Είναι επιδραστικός συγγραφέας ή είναι απλώς ένας μεγάλος συγγραφέας του παρελθόντος; Είναι τοπικός συγγραφέας ή πανελλήνιας εμβέλειας; Διαβάζονται σήμερα ευχάριστα τα βιβλία του ή θεωρείται πια ξεπερασμένος πεζογράφος; Επίσης, μας αρκεί η επιστροφή του αρχείου του να απασχολήσει μονάχα λογοτέχνες, φιλολόγους και πανεπιστημιακούς, ως είθισται; Πρέπει, ως είθισται, να μείνουν εκεί τα πράγματα; Οι φιλόλογοι να φιλολογήσουν, οι ερευνητές να ερευνήσουν και οι λογοτέχνες να λογοτεχνίσουν, και όλο το εγχείρημα να λάβει μια μουσειακής αντίληψης σπουδή, διανθισμένη από κάποιες τυπικές επισκέψεις Σχολείων στον χώρο των προσωπικών του αντικειμένων; Τέλος, γιατί η Θεσσαλονίκη δεν κρατά τα παιδιά της και τα σκορπίζει από παλιά στους πέντε ανέμους; Γιατί προσωπικότητες όπως ο Ασλάνογλου, ο Ιωάννου, ο Ηλίας Πετρόπουλος, ο Σαββόπουλος δεν άντεξαν τα πράγματα και σηκώθηκαν και έφυγαν απ’ αυτήν την πόλη; Μήπως άλλαξαν τα πράγματα τελευταία στην πόλη, ή η Θεσσαλονίκη εξακολουθεί να παραμένει μια περίκλειστη, μοχθηρή, εκδικητική, μικρόψυχη, κι εντέλει μια αχάριστη πόλη απέναντι σε σημαντικούς ανθρώπους και δη λογοτέχνες;
Ο Γιώργος Ιωάννου, κατά τη γνώμη μου, είναι κορυφαίος πεζογράφος και σημείο αναφοράς της λογοτεχνίας της Θεσσαλονίκης. Υπήρξε ένας ιδανικός μεσολαβητής, ένας ιδανικός δημιουργός που αφουγκράστηκε τον λόγο και την ιστορία της πόλης, μεταποιώντας τα σε λόγο κειμένων. Με όχημα την ιστορία και τα βιώματά του σύνθεσε τον μύθο της πόλης και μέσω αυτού τον δικό του μύθο. Υπήρξε καθαρά βιωματικός λογοτέχνης, που, όπως και ο ίδιος δήλωνε, δεν πίστευε στη λογοτεχνία που γράφεται έξω από τόπο και χρόνο. Πολύ εύστοχα και σοφά χαρακτήρισε τα κείμενά του πεζογραφήματα, γιατί ήταν κάτι ανάμεσα σε αφηγήματα, δοκίμια, χρονικά και μαρτυρίες. Ήταν ο πρώτος που υιοθέτησε αυτό το μικτό είδος πεζογραφίας, πατώντας στον ρεαλισμό αλλά χρησιμοποιώντας ταυτοχρόνως στοιχεία συνειρμικής γραφής, αυτού που γνωρίσαμε ως εσωτερικό μονόλογο. Υπήρξε σύμφωνα με τον κριτικό Γιώργο Αράγη προσωπικός και πρωτότυπος – νομίζω πως αυτά τα δύο επίθετα περικλείουν θαυμάσια όλη την αξία και σημαντικότητα του έργου του Ιωάννου. Πέρασε σταδιακά, στο έργο του, από το ατομικό βίωμα στο συλλογικό, και ξεκινώντας από τη μοναξιά, τη νύχτα, το σκοτάδι, την αμαρτία και τις ενοχές («Για ένα φιλότιμο») οδηγήθηκε σταδιακά σε αποενοχοποιημένα κείμενα, παντρεύοντας θαυμάσια ατομικό και συλλογικό βίωμα. Η πόλη της Θεσσαλονίκης δεν είναι απλώς σωματική προέκταση στο έργο του Ιωάννου, αλλά είναι το ίδιο του το σώμα. Οι χώροι των πεζογραφημάτων του είναι φορτισμένοι από συλλογική μνήμη και μοίρα. Η οδός Ευριπίδη, η πλατεία Αγίου Βαρδαρίου, το Σέιχ Σου, οι βυζαντινές εκκλησίες της πόλης, οι λαϊκοί σινεμάδες, οι λαϊκές σταμπαρισμένες συνοικίες, τα καλντερίμια της παλιάς πόλης, η Άνω Πόλη, η Αχειροποίητος, τα εβραϊκά μνήματα, το Πανεπιστήμιο και χίλια δυο άλλα σημεία που αναφέρονται στο έργο του, αποτελούν ένα πρώτης τάξης υλικό για να ενταχθεί ο Ιωάννου σε εκπαιδευτικά προγράμματα Τοπικής Ιστορίας, με ελκυστικό, άμεσο και βιωματικό τρόπο, ώστε τα νέα παιδιά, η νέα γενιά, οι μαθητές του γυμνασίου και του λυκείου (γιατί όχι και των μεγάλων τάξεων του δημοτικού) να γνωρίσουν την ιστορία της πόλης τους μέσα από τα κείμενα ενός μεγάλου λογοτέχνη που πια δεν υπάρχει.

Το κείμενο εκφωνήθηκε στην 11η ΔΕΒΘ, την Κυριακή 11 Μαίου 2014, σε εκδήλωση για την επιστροφή του αρχείου του Γ. Ιωάννου στη Θεσσαλονίκη.



Πέμπτη 15 Μαΐου 2014

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες: Ένας χαιρετισμός


Της Σοφίας Σταυριανίδου

Αργά τη νύχτα παραμονών της πιο θλιμμένης ημέρας του χρόνου, της Μεγάλης Παρασκευής, μου έφτασε με μήνυμα από καλό μου φίλο η είδηση του θανάτου του πιο αγαπημένου μου συγγραφέα, του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Είχε εδώ και λίγα λεπτά δημοσιευθεί στην EL PAIS. Πράγματι. Μεγάλη Παρασκευή. Σβέλτα, ήρθαν μηνύματα και από άλλους φίλους. Μια παράλυση, μια μοναξιά, ένα απέραντο κενό για τούτη την βίαιη απώλεια, ήταν τα πρώτα συναισθήματα. Ανακατεμένα με λίγη ευτυχία, γιατί οι φίλοι σου ξέρουν τόσο καλά αυτά που αγαπάς. Σημαίνει ότι έκανες κάτι καλά στη ζωή.
Εμείς που, ίσως με αυθάδεια, παινευόμαστε ότι είμαστε άνθρωποι των εικόνων και επικεντρωνόμαστε μονόμπατα σε αυτές, το όνομα του Μάρκες χρειάστηκε να το διαχειριστούμε/νε κάποιες φορές για τις κινηματογραφικές μεταφορές των βιβλίων του. Ο Μάρκες δεν ευτύχησε, κατά πλειονότητα, να δει επιτυχώς εικονοποιημένα τα υπέροχα μυθιστορήματά του. «Η Ιστορία της Αθώας Ερέντιρα και της Άσπλαχνης Γιαγιάς της» (Eréndira, 1984) από τον Ρούι Γκέρα ήταν μια μάλλον μονότονη και προβλέψιμη στην πλοκή της μεταφορά. «Το Χρονικός ενός Προαναγγελθέντος Θανάτου» (Cronaca di una Morte Annunciata, 1987) του Φραντσέσκο Ρόζι και σε διασκευή του Τονίνο Γκουέρα, ενώ ήταν άνοιγμα στο Φεστιβάλ των Καννών, χαρακτηρίστηκε φιλόδοξο και εντελώς μακριά από το πνεύμα του πρωτοτύπου. «Ο Συνταγματάρχης δεν Έχει Κανέναν να του Γράψει» (El Coronel no Tiene Quien le Escriba, 1999) του Αρτούρο Ριπστάιν ήταν μια σχετικά καλή μεταφορά και οι κριτικές δεν το κατακρεούργησαν. Το ίδιο ισχύει και για το «Περί Έρωτος και Άλλων Δαιμονίων» (Del Amor y Otros Demonios, 2010), την πιο πρόσφατη ταινία βασισμένη στο Μάρκες, την οποία σκηνοθέτησε η Χίλντα Χιντάλγκο από την Κόστα Ρίκα, στέκεται εγγύτερα του πρωτοτύπου δίχως να το βιάζει και, μάλιστα, ήταν η επίσημη πρόταση της χώρας για τα Όσκαρ του επόμενου έτους. Όσο για τον «Ερωτα στα Χρόνια της Χολέρας» (Love in the Time of Cholera, 2007) του Μάικ Νιούελ δεν ήταν παρά μια μεγάλη αποτυχία, όσο κι αν αποπειράθηκε, ιδιαίτερα προς το τέλος, να συμπυκνώσει με συναίσθημα την αγάπη των εβδομήντα χρόνων μεταξύ του Φλορεντίνο Αρίσα και της Φερμίνα Δάσα

Το να μεταφέρεις το Μάρκες στο σινεμά στάθηκε δύσκολο, παρά το ότι οι λέξεις του, οι προτάσεις του, τα νοήματά του είναι γεμάτα εικόνες, η γραφή του γεμάτη από αχανείς πολυσέλιδες παρεμβάσεις που σε πάνε σε άλλα σύμπαντα, σε «ταινίες» που αυτοβούλως και αυθορμήτως κατασκευάζεις στο μυαλό, αυτό που οι κάμερες και οι σκηνοθέτες δεν κατάφεραν και τόσο καλά να τυπώσουν στο celluloid. Ο κόσμος του Μάρκες λες και είναι ένα δημιούργημα που πρέπει να στέκεται στη μνήμη και το θυμικό των αναγνωστών, πολυσχιδώς, αφού κάθε μυαλό και κάθε καρδιά «σκηνοθετούν» τη δική τους ταινία, διυλίζουν τα δικά τους νοήματα, αντίστοιχα με τα βιώματα και τις εμπειρίες. Στη «Χολέρα», ειδικά, ένα αληθινό αριστούργημα που οι ταπεινές μου λέξεις αδυνατούν να αποδώσουν το μεγαλείο του, οι εικόνες του Νιούελ εισέβαλαν σα βιαστής στα ρυάκια του μυαλού μου για να απεμπολήσουν την υπάρχουσα «ταινία» μου, την κατάδική μου ταινία, το δικό μου δημιούργημα που ποτέ δεν ήθελα να αποχωριστώ, που ήμουν και είμαι «εγώ». Αυτή είναι η ανεκτίμητη ομορφιά τού αναγνώσματος και, εν προκειμένω, της επίδρασης του Μάρκες εσωτερικά: με χάραξε και, με έναν τρόπο, έπλασε αυτό που είμαι τώρα. Και τούτο είναι Τέχνη, γιατί, αν εκείνη στέκεται στην ακαδημαϊκότητα και δε σου αλλάζει τη ζωή, τότε σε τι χρησιμεύει; Χώστε τη στα συρτάρια και αφήστε τη στα άραχνα υπόγεια της σιωπής

Ο θάνατος, λες, είναι δημοκράτης. Ισχύει για όλους όμοια και αέναα. Συχνότερα, έρχεται δίχως να τον καλέσεις. Ογδόντα επτά χρόνια περπάτησε εδώ ο Μάρκες. Δεν μπορώ παρά να συλλογιστώ το υπέροχα ζεστό και ντροπαλό χαμόγελό του, στα λίγα πλάνα από κείνον που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο. Κείνες τις εικόνες από τις ευγνώμονες υποκλίσεις του στην Ακαδημία Γραμμάτων και Τεχνών, όταν έλαβε το Νομπέλ του. Τη γεμάτη αναγνώριση ζωή του. Τη γεμάτη αγάπη ζωή του, με οικογενειακή σταθερότητα. Το γεγονός – δόξα σοι ο Θεός – ότι έγραψε, έγραψε, έγραψε και μας έδωσε, μας έδωσε, μας έδωσε. Μας έδωσε τόσα που γίνεται πατέρας πνευματικός, ένας από τους εργάτες του στριφνού κόσμου μας για καλύτερους ανθρώπους, για καλύτερες συνυπάρξεις, για καλύτερες κοινωνίες, για καλύτερη ζωή. Είναι ανεκτίμητα όσα έδωσε. Το φυσικό του τέλος ήρθε, αλλά η παρακαταθήκη του αδιάλειπτα θα αναπνέει, θα φωτίζει και θα μας οδηγεί. Ο Φλορεντίνο Αρίσα έγινε φίλος μας. Και τον φέρουμε.

Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες υπήρξε προσφορά στη ζωή. Στους αιώνας των αιώνων.

Δευτέρα 12 Μαΐου 2014

Ο «ιερός κώδικας» του Αθω στο Γκετί

Της Μαριάννας Κακαουνάκη

Ήταν ένα βράδυ του καλοκαιριού του 1960 όταν ένας μοναχός ονόματι Λάζαρος περνούσε το κατώφλι της βιβλιοθήκης της Μονής Διονυσίου στο Αγιον Ορος όπου φυλάσσονται πολλά από τα σπάνια κειμήλια της μονής. Ηταν η ώρα της καθιερωμένης «τελετουργίας» που είχε αναλάβει: του καθαρισμού τους. Δεν πρέπει να πέρασε πολλή ώρα και ο μοναχός σήμανε συναγερμό. Η εικονογραφημένη Καινή Διαθήκη του 12ου αιώνα διά χειρός Θεόκλητου –ενός διάσημου καλλιτέχνη της Κωνσταντινούπολης– είχε κλαπεί.

Το «παράνομο» ταξίδι του πολύτιμου αυτού βυζαντινού χειρογράφου που είχε μόλις ξεκινήσει από το Αγιον Ορος διήρκησε τέσσερις δεκαετίες: πέρασε από τη Νέα Υόρκη, τη Γερμανία για να καταλήξει στο Λος Αντζελες, όπου εντοπίστηκε μόλις πριν από μερικές εβδομάδες. Πολύ σύντομα το ταξίδι αυτό θα «ολοκληρωθεί». Στα τέλη του καλοκαιριού ο κώδικας –όπως ονομάζεται το σπάνιο αυτό κειμήλιο– θα επιστέψει και πάλι στη Μονή.

Στο Μουσείο Γκετί στο Λος Αντζελες βρέθηκε, περίπου σαράντα χρόνια μετά την κλοπή της, η εικονογραφημένη διά χειρός Θεόκλητου Καινή Διαθήκη του 12ου αιώνα και παρέμεινε εκεί μέχρι την πρόσφατη «ανακάλυψή» της. Σύντομα θα επιστρέψει στη Μονή Διονυσίου στο Αγιον Ορος.
Η αποκάλυψη έγινε με αφορμή τη μεγάλη έκθεση «Ουρανός και Γη, Η τέχνη στο Βυζάντιο μέσα από ελληνικές συλλογές» που εγκαινιάστηκε πριν από τρεις εβδομάδες στο μουσείο Γκετί, στο Λος Αντζελες. Το διάσημο μουσείο είχε αποφασίσει να συμπεριλάβει και 13 κομμάτια από τη δική του μόνιμη συλλογή. Μέσα σε αυτά και ο εν λόγω βυζαντινός θησαυρός. «Πρόκειται για ένα σπάνιο εύρημα» έγραφε το 1987 σε περιοδικό του μουσείου ένας από τους ιστορικούς του. Χειρόγραφες 288 σελίδες με εικονογραφήσεις, πράγμα σπάνιο που «ανεβάζει» κατακόρυφα την ιστορική του αξία.

Όπως προβλέπεται, το Γκετί έστειλε αναλυτική λίστα με τα δικά του εκθέματα στην αρμόδια διεύθυνση του υπουργείου Πολιτισμού. Σε αυτή, τους ενημέρωνε πως ο κώδικας είχε περιέλθει στο μουσείο το 1983 από μια γερμανική συλλογή, η οποία το είχε αγοράσει –άγνωστο πότε– από άλλη ιδιωτική συλλογή με έδρα τη Νέα Υόρκη. Δεν υπήρχε βέβαια καμία διευκρίνιση για το πότε ή υπό ποιες συνθήκες είχε «φύγει» από το Αγιον Ορος.

Οι απαντήσεις αυτές ήρθαν όταν οι μοναχοί της μονής ανέτρεξαν στα σκονισμένα αρχεία της δεκαετίας του ‘60. Όπως προκύπτει από σχετική αναφορά που είχε κάνει ο τότε ηγούμενος, τρεις Γερμανοί επισκέπτες συνοδευόμενοι από έναν Ελληνα δημοσιογράφο είχαν ζητήσει να δουν αποκλειστικά και μόνο το πολύτιμο αυτό κειμήλιο. Η κίνηση αυτή δεν είχε κινήσει υποψίες, φαίνεται όμως πως ήταν καθοριστική για την τύχη του χειρογράφου: Όταν λίγες εβδομάδες αργότερα το ατμόπλοιο «Αδριατική» προσάραξε σε κόλπο του Αγίου Όρους, ένα μεγάλο γκρουπ Γερμανών ζήτησε να περιηγηθεί στη βιβλιοθήκη. Εν μέσω της «αναμπουμπούλας», από την πολυκοσμία, το χειρόγραφο εκλάπη από κάποιον που σίγουρα ήξερε πολύ καλά πού ήταν τοποθετημένο. Οι μοναχοί ενημέρωσαν τις αρχές για το οργανωμένο κόλπο, οι πρεσβείες κινητοποιήθηκαν και η Ιντερπόλ έβγαλε σχετικά εντάλματα, αλλά μάταια.

Έκοψαν ένα φύλλο
Κανείς δεν ξέρει πότε και μέσω ποίου έφτασε ο κώδικας στην πρώτη συλλογή που τον «φιλοξένησε», στη Νέα Υόρκη, αλλά όπως αποκαλύπτει σήμερα η «Κ», δεν έφτασε ποτέ ολόκληρος. Φαίνεται πως οι άνθρωποι πίσω από την κλοπή και διακίνηση είχαν κόψει ένα από τα 288 φύλλα και το είχαν πουλήσει χωριστά. Το φύλλο αυτό –που είναι πολύτιμο από μόνο του, αφού περιέχει μια σπάνια εικονογράφηση Αγίων– βρίσκεται εδώ και τουλάχιστον 30 χρόνια στο Μουσείο Κανελλοπούλου στην Αθήνα. Η επιμελήτρια της μεγάλης αυτής συλλογής, που το 1972 δωρήθηκε στο ελληνικό κράτος, μας είπε πως δεν υπάρχει καταγεγραμμένο κανένα στοιχείο προέλευσης για το συγκεκριμένο κομμάτι.
Πρόκειται για συνήθη πρακτική μιας περιόδου που ακόμα και μεγάλα μουσεία –πόσω μάλλον ιδιωτικές συλλογές– ελάχιστη σημασία έδιναν στην προέλευση των θησαυρών που αποκτούσαν. Αλλά ακόμα και σήμερα, πολλά νέα αποκτήματα μουσείων κρύβουν μυστικά... Χαρακτηριστική η ιστορία κάποιων άλλων χειρογράφων που επεστράφησαν πριν από λίγους μήνες στο μοναστήρι της Παναγίας Χοζοβιώτισσας στην Αμοργό. Αυτή τη φορά όχι από κάποιο μουσείο του εξωτερικού, αλλά από το Μουσείο Μπενάκη.

Το παράδειγμα της Χοζοβιώτισσας

H ιστορία των χειρογράφων που επεστράφησαν πριν από λίγους μήνες στο μοναστήρι της Παναγίας Χοζοβιώτισσας στην Αμοργό, είναι από μόνη της εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Τι συνέβη: Κάποιος είχε καταφέρει να μπει στον χώρο του κειμηλιοφυλακείου της μονής, όπου φυλάσσεται το βιβλίο, και είχε κόψει 11 σπαράγματα, δηλαδή σελίδες, από χειρόγραφο βιβλίο του 1253, με τους λόγους του Αγίου Ιωάννη της Κλίμακος.

Χαρακτηριστικές κινήσεις μιας εγκληματικής πρακτικής κάποιων εμπόρων και συλλεκτών είναι οι ακόλουθες:
α) είτε να κόβουν από χειρόγραφα δημοσίων συλλογών κάποιες σελίδες ή
β) εάν τύχει να βρεθούν στα χέρια τους ολόκληροι τόμοι, να τους τεμαχίζουν και να τους πωλούν χωριστά για να επιτύχουν πολλαπλάσιο αντίτιμο.
Το 2006, αυτά τα σπαράγματα από τη Μονή της Παναγίας Χοζοβιώτισσας έφτασαν σε αθηναϊκό Μουσείο μέσω μιας δωρεάς ενός αρχιτέκτονα και «φίλου» του μουσείου, ο οποίος, όμως, δεν βρίσκεται πλέον εν ζωή για να δώσει περισσότερα στοιχεία για το πότε και κυρίως πώς τα είχε αποκτήσει. Οπότε το μυστήριο, ως προς αυτό το κρίσιμο σημείο της ιστορίας, παραμένει.
Ο εντοπισμός τους πραγματοποιήθηκε χάρη στην εμμονή ενός σχολαστικού συλλέκτη: Ο Στέλιος Γκαρίπης στο πλαίσιο μιας αγοράς από οίκο δημοπρασιών του εξωτερικού ξεκίνησε μια έρευνα για το τι υπάρχει στα μουσεία και στις δημοσιευμένες συλλογές. Ψάχνοντας λοιπόν αρχεία και παλιές εκδόσεις ανακάλυψε πως τα σπαράγματα που είχε δει στη συλλογή χειρογράφων του Μουσείου προέρχονται όντως από το βιβλίο της Μονής το οποίο είχε δημοσιευτεί σε προσβάσιμη γαλλική βάση δεδομένων.

Από εκεί κι έπειτα, όλα ήταν εξαιρετικά απλά. Οσοι έπρεπε να κινηθούν, κινήθηκαν και τελικά τα χειρόγραφα, όπως προαναφέρθηκε, πριν από μερικούς μήνες πήραν τον δρόμο για την Αμοργό και το μοναστήρι της Παναγίας...


Παρασκευή 9 Μαΐου 2014

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες: Δεν είναι εύκολο να γράφεις, όσο ιδιόρρυθμα ανόητος κι αν είναι ο συγγραφέας

του Κώστα Κρεμμύδα

«Αν μπορούσαμε να φτιάξουμε μια χώρα με όλους τους εξόριστους και καταδικασμένους της Λατινικής Αμερικής, αυτή θα είχε το μέγεθος του πληθυσμού της Νορβηγίας. Ποιητές και ζητιάνοι, μουσικοί και προφήτες, πολεμιστές και πλάνητες, όλα τα πλάσματα αυτής της υπερβατικής πραγματικότητας δεν ζητάμε τίποτα άλλο παρά λίγη φαντασία, γιατί το πιο ουσιαστικό μας πρόβλημα ήταν η έλλειψη συμβατικών μέσων για να μπορέσουμε να πιστέψουμε στη ζωή μας. Κι αυτός φίλοι μου, είναι ο σταυρός της μοναξιάς μας», έλεγε στις 8 Δεκεμβρίου του 1982 στην τελετή για την απονομή του βραβείου Νόμπελ ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες (Gabriel José García Márquez).
Αν σκεφτούμε πως το βιβλίο του «Εκατό χρόνια μοναξιάς», που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στα ισπανικά στις 5 Ιουνίου του 1967 από τον εκδοτικό οίκο της Καταλανής Carmen Balcells, μεταφράστηκε σε πάνω από 30 γλώσσες, απέσπασε τέσσερα εθνικά βραβεία, ξεπέρασε σε πωλήσεις τα 600.000 αντίτυπα, το όνομά του έγινε γνωστό σε εκατομμύρια ανθρώπους στον πλανήτη, οι απόψεις του μπόρεσαν να περάσουν από τον Φιντέλ Κάστρο μέχρι τον Μπιλ Κλίντον και τον κομαντάντε Μάρκος, αν θυμηθούμε πως οι συνεντεύξεις του γίνονταν για χρόνια πρωτοσέλιδα και όχι μόνο στο λογοτεχνικό χώρο, ενώ το έργο και η προσωπικότητά του ήταν σεβαστή για δεκάδες ηγέτες κρατών, τότε οφείλουμε να παραδεχτούμε την αναποτελεσματικότητα της τέχνης, τη μηδενική συμβολή της στη διαμόρφωση προϋποθέσεων για έναν καλύτερο κόσμο.
Κι όμως ο Μάρκες στα μυθιστορήματα, τις συνεντεύξεις, τις παρεμβάσεις του δεν έπαψε να υπερασπίζεται το πολιτικό/πολιτισμικό όραμά του να δημιουργηθεί η αληθινή, η μεγαλύτερη δημοκρατία του κόσμου από το Ρίο Μπράβο ως την Παταγωνία, μια ενότητα της Λατινικής Αμερικής όπως την ονειρεύτηκε ο Μπολιβάρ τις απόψεις που οποίου θεωρούσε «πιο επίκαιρες από ποτέ», διατύπωνε το αίτημα να ανακαλύψει από την αρχή η Ευρώπη και να σεβαστεί τη διαφορετικότητα αλλά και τις αξίες του λαού της, την πίστη των Λατινοαμερικάνων να διαμορφώσουν τη δική τους ζωή ελεύθεροι πέρα από τον πόνο, την αδικία τη φτώχεια, δεν έπαυε να αποκαλύπτει τις θηριωδίες της πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας, να ιστορεί μέσα από ένα κουβάρι εικόνων, αναμνήσεων, στιγμών, αιώνων, όσα θεωρούσε χρήσιμο να εκφράσει με την ελπίδα πως μπορεί κάποτε να εισακουστεί. Άλλωστε εδώ εδράζεται κατά κάποιον τρόπο και το σκεπτικό της απόφασης για το βραβείο Νόμπελ: «για τα μυθιστορήματα και τα διηγήματά του, στα οποία το φανταστικό και το πραγματικό συνδυάζονται σε έναν πλούσιο κόσμο φαντασίας, αντανακλώντας τη ζωή και τις συγκρούσεις μιας ηπείρου».

Ο Γκαμπριέλ Χοσέ Γκαρσία Μάρκες γεννήθηκε στις 6 Μαρτίου 1927 στο χωριό Αρακατάκα της Κολομβίας. Το 1947 ξεκίνησε να σπουδάζει Νομικά και Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο της Μπογκοτά. Την ίδια χρονιά δημοσίευσε σε εφημερίδα το πρώτο του διήγημα, «Η Τρίτη Παραίτηση». Το 1948 μετακόμισε στην Καρθαγένη για να συνεχίσει εκεί τις σπουδές του, ενώ από το 1954 εγκαθίσταται στην πρωτεύουσα της Κολομβίας κι αρχίζει να γράφει σε εφημερίδες και περιοδικά αναμετρούμενος τόσο με τη λογοκρισία όσο και με την πάγια αγωνία του συγγραφέα στην αναζήτηση του κατάλληλου θέματος, όπως σχολιάζει χιουμοριστικά στο άρθρο «Το προσκύνημα της καμηλοπάρδαλης»: Κατ’ αρχάς, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι αυτή η δουλειά, να γράφεις δεκατέσσερα εκατοστά ανοησίας κάθε μέρα, δεν είναι εύκολη, όσο ιδιόρρυθμα ανόητος κι αν είναι ο συγγραφέας. Έπειτα, υπάρχει το θέμα των δύο λογοκριτών. Ο πρώτος, ο οποίος βρίσκεται εδώ μέσα, δίπλα μου, κάθεται ντροπαλά κοντά στον ανεμιστήρα, διατεθειμένος να μην αφήσει την καμηλοπάρδαλη να έχει οποιοδήποτε χρώμα εκτός από εκείνο που φυσικά δημοσίως επιτρέπεται. Έπειτα, υπάρχει ο δεύτερος λογοκριτής για τον οποίο δεν μπορεί να ειπωθεί τίποτα χωρίς τον κίνδυνο ο μακρύς λαιμός της καμηλοπάρδαλης να μειωθεί στο ελάχιστο δυνατό. Τέλος, το ανυπεράσπιστο θηλαστικό φθάνει στον σκοτεινό θάλαμο του λινοτύπη, όπου αυτοί οι πολυσυκοφαντημένοι συνάδελφοι εργάζονται κοπιωδώς νυχθημερόν μετατρέποντας σε μολύβι ό,τι έχει γραφτεί επάνω σε ελαφριά και μηδαμινά φύλλα χαρτιού.
Πρώτα βιβλία του «Τα νεκρά φύλλα» (La hojarasca) το 1955, και «Ο Συνταγματάρχης δεν έχει κανέναν να του γράψει» (El coronel no tiene quien le escriba) που δημοσιεύθηκε το 1958 –χρονιά του γάμου του με τη φαρμακοποιό Μερσέδες Μπάρτσα Πάρδο με την οποία απέκτησε δύο γιους– στο περιοδικό Mito και κυκλοφόρησε το 1961. Με την κήρυξη της κουβανικής επανάστασης εγκαταστάθηκε στην Αβάνα όπου δούλεψε μέχρι το 1961 οπότε κι επέστρεψε στην Κολομβία κι από κει οικογενειακώς στο Μεξικό όπου έζησε μέχρι το θάνατό του στις 17 Απριλίου 2014, σε ηλικία 87. Τα τελευταία χρόνια είχε αποσυρθεί από τη δημόσια ζωή καθώς αντιμετώπιζε από το 1999 προβλήματα με τον καρκίνο των λεμφαδένων.

Το έργο του Μάρκες ίσως αποτελεί το ιδανικό για κάθε συγγραφέα: εδράζεται σε όσα έζησε, πόνεσε, αφουγκράστηκε, ονειρεύτηκε, βασισμένο αποκλειστικά στην ιστορία της πολύπαθης Λατινικής Αμερικής διαχύθηκε και εισπράχθηκε από την Ευρώπη –ίσως ο μόνος ισπανόφωνος συγγραφέας που «προσφέρει και δεν παίρνει τίποτα από την Ευρώπη» (Φ. Δ. Δρακονταειδής)–, ενώ ταυτόχρονα πέτυχε να μιλήσει για όσα τον έπνιγαν δίχως ευφυολογήματα και τερτίπια καλλιτεχνικο-αισθητικά: με λιτή γραφή, ποιητικότητα, ρεαλισμό, μετατρέποντας το εθνικό σε παγκόσμιο, αποδεικνύοντας πως η τέχνη, η μουσική, το μοντάζ, η «ξυλουργική της λογοτεχνίας» μπορεί κάποτε να μοντάρει μια ντουλάπα χρήσιμη και ασφαλή για την πραμάτεια μας και ν’ ανοίξει μια πόρτα στον κόσμο. Από κει και πέρα όλα επαφίενται σε μας, στην κρίση και τις δυνατότητές μας. Γιατί…, όπως καταλήγει και στο περίφημο μυθιστόρημά του, …ράτσες καταδικασμένες σ’ εκατό χρόνια μοναξιάς δεν θα χουν δεύτερη ευκαιρία πάνω στη γη.