Σελίδες

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2014

ΑΛΜΠΕΡ ΚΑΜΙ (ΜΕΡΟΣ Α'): «ΝΑ ΜΗ ΦΟΒΑΣΑΙ!» της Ίρις Ράντις*


μετάφραση και επιμέλεια: Γιώργος Καρτάκης

Στις 7 Νοεμβρίου 2013, ο Αλμπέρ Καμί θα γινόταν 100 ετών. Ας κάνουμε ένα ταξίδι γνωριμίας με τους απογόνους του και τους τόπους όπου έζησε.
Εν ζωή υπήρξε ένας μύθος – ο πιο όμορφος Γάλλος συγγραφέας όλων των εποχών και ένας από τους σημαντικότερους στοχαστές και συγγραφείς του προηγούμενου αιώνα. Τον αποκαλούσαν ηθικολόγο, μια λατρευτική εικόνα ενός αδέκαστου διανοούμενου, που έκανε να διαλυθούν τα μεγάλα όνειρα της ανθρωπότητας για υπέρβαση, ιστορική ουτοπία και έρωτα, σαν σαπουνόφουσκες. Μας κληροδότησε μεγαλειώδεις, μαγικές προτάσεις, που στέκουν όπως ακλόνητοι γιγάντιοι βράχοι, διάσπαρτοι στη γλωσσική έρημο του 20ού αιώνα. Το όνομά του συνδέεται με ένα παράξενο ρίγος, ταυτόχρονα όμως καλύπτεται και από ένα επίστρωμα μαρμαρόσκονης.
Ο Αλμπέρ Καμί στο Παρίσι το 1957
Επ' ευκαιρία αυτής της επετείου είναι καιρός να ξαναθυμηθούμε αυτόν τον καταπληκτικό άντρα, που γεννήθηκε από μια αναλφάβητη στις 7 Νοεμβρίου 1913 στην Αλγερία πάνω στο γυμνό, λασπώδες έδαφος ενός αμπελώνα και πέθανε στις 4 Ιανουαρίου 1960, όταν το πολυτελές αυτοκίνητό του προσέκρουσε με μεγάλη ταχύτητα σε ένα πλατάνι καθ' οδόν προς το Παρίσι. Αυτόν τον σύγχρονο πρεσβευτή των ματαιώσεών μας δεν θα τον βρούμε καν στις προθήκες των βιτρινών ετούτη την επετειακή ημέρα. Για τούτο και ξεκίνησα αυτό το ταξίδι, οδεύοντας από τον μύθο προς τον άνθρωπο Καμί, στους ιδιαίτερους εκείνους τόπους, τους ανθρώπους, τα σπίτια και τα τοπία όπου έζησε.
Πρώτος σταθμός είναι το Παρίσι – η πόλη που στην εποχή του υπήρξε η παγκόσμια πρωτεύουσα της λογοτεχνίας. Ο Σαρτρ, η Μποβουάρ, ο Μπέκετ, ο Ζιντ, ο Μπρετόν, η Ντιράς – όλοι ζούσαν εδώ. Μέχρι και σήμερα φέρνει κανείς στον νου του το Παρίσι εκείνης της εποχής σαν μια μαυρόασπρη εικόνα, ένα τόπο όπου οι άνθρωποι κυκλοφορούσαν με βαριά, μακριά παλτά και σοβαρά πρόσωπα, όπου οι διανοούμενοι κάθονταν σκυμμένοι γύρω από τα τραπέζια των καφέ σαν παίκτες του ράγκμπι λίγο πριν από το σφύριγμα της εκκίνησης. Το Παρίσι είναι η πόλη που ανέδειξε τον Καμί. Το γαλλικό θέατρο, οι Γάλλοι ηθοποιοί, η δημοσιογραφία, ο υπαρξισμός είναι αδιανόητα χωρίς το Παρίσι.
Ακόμα ζουν εδώ κάποιες από τις αλλοτινές ερωμένες του, γριούλες σήμερα με τρεμάμενες φωνές. Εδώ ζει ο 68χρονος γιος του, Ζαν Καμί, που κατοικεί μόνος στο διαμέρισμα των γονιών του στην οδό Rue Madame, κάθεται στην πολυθρόνα του πατέρα του και καπνίζει, παίζει στο πιάνο της μητέρας του και βγαίνει σπάνια από το σπίτι. Εδώ ζει ο εγγονός του, συγγραφέας Νταβίντ Καμί, που του μοιάζει πάρα πολύ. Εδώ πηγαίνει ακόμα καθημερινά ο παλιός του φίλος Ροζέ Γκρενιέ, ένας καλοστεκούμενος 94χρονος, στο γραφείο του των Εκδόσεων Gallimard.
O Καμί δεν είναι εδώ. Βρίσκεται θαμμένος στο κοιμητήριο του Λουρμαρέν στη Νότια Γαλλία. Επί προεδρίας Σαρκοζί υπήρχε η επιδίωξη να μεταφερθούν τα λείψανά του στο Παρίσι, στο Πάνθεον, πλάι στον Βολταίρο, τον Ρουσό και τον Μαλρό – μακριά από τους απλούς ανθρώπους με τα πλαστικά τριαντάφυλλα και τα πορσελάνινα μη με λησμόνει των δημόσιων τάφων του αγροτικού νεκροταφείου. Ο γιος του ήταν αντίθετος. Ήταν βέβαιος πως το Παρίσι θα ήταν ο λάθος τόπος για τον πατέρα του μετά θάνατον – όπως εξάλλου ήταν και εν ζωή.

Δεν μπορεί να ειπωθεί πως ο Καμί μισούσε το Παρίσι. Ο ίδιος, ωστόσο, γράφει το 1945: «Μετανιώνω για τα πληκτικά και μαύρα χρόνια που έζησα στο Παρίσι». Όλη τη ζωή του υπήρξε ένας «ξένος» στο Παρίσι. Η ευτυχία, για την οποία γίνεται ασταμάτητα λόγος στα μυθιστορήματα, τα δοκίμια και τα θεατρικά του έργα, χάθηκε μετά την άφιξή του, στα 27 του χρόνια, σ' αυτή την πόλη – σ' αυτή την «έρημο μιας χρήσης», όπως την ονόμαζε.
Περιεργάστηκα τις πιο απίθανες ώρες της ημέρας και της νύχτας το μεγάλο οροφοδιαμέρισμα της οδού Rue Madame, που ο Καμί είχε αποκτήσει ως επιτυχημένος επιτέλους συγγραφέας έχοντας πουλήσει την Πανούκλα το καλοκαίρι του 1947 εκατό χιλιάδες φορές μέσα σε λίγες εβδομάδες, όπου κατοικεί σήμερα ο γιος του. Πέντε δωμάτια στον δεύτερο όροφο, δυτικά. Η τελευταία διεύθυνση του άντρα, που στα 24 του είχε γράψει πως θα ήθελε να βρεθεί «στα βάθη του διαστήματος».
Πώς έκανε το λάθος, ειδικά ο Καμί, να αγοράσει αυτό το σκοτεινό διαμέρισμα, που πραγματικά δεν το βλέπει ποτέ ήλιος; Τι χρήση είχε; Υπήρξε κάτι σαν αποθηκευτικός χώρος για τη σύζυγο και τα παιδιά του; Για τη Φρανσίν, με την οποία διατηρούσε από το 1940 έναν αποτυχημένο γάμο, και τους Ζαν και Κατρίν, τα δίδυμα, που ήρθαν στον κόσμο το 1945, μολονότι ο ίδιος είχε υποσχεθεί στην ερωμένη του, την ηθοποιό Μαρία Σασαρέ, ότι εφεξής θα αγαπούσε την Αλγερινή σύζυγό του «σαν να ήταν αδελφή του»; Εδώ, σ' αυτόν τον σκοτεινό δεύτερο όροφο στο τέλος αυτού του γάμου, κατά τη διάρκεια του οποίου είχε πηδήσει ήδη μια φορά από το παράθυρο της ψυχιατρικής κλινικής όπου είχε εγκλειστεί, η Φρανσίν σήκωσε το ακουστικό του τηλεφώνου, για να πληροφορηθεί ότι ο άντρας της είχε συντριβεί πέφτοντας πάνω σε ένα δέντρο.
Το κατεστραμμένο Facel Vega, στο οποίο ο Καμί βρήκε τραγικό θάνατο το 1960
Ο Καμί και οι γυναίκες: ένα δύσκολο κεφάλαιο στη ζωή του και, σίγουρα, όχι το καλύτερο. «Εκτός του έρωτα η γυναίκα είναι βαρετή» – δυστυχώς η φοβερή αυτή φράση υπάρχει στα ημερολόγιά του. Κι όμως, η ζωή του υπήρξε γεμάτη γυναίκες – συνήθως ηθοποιούς, καλλιτέχνιδες, δημοσιογράφους, τις οποίες ως επί το πλείστον είχε ερωτευτεί. Στα έργα του παρουσιάζονται ως κομπάρσοι, ως ευφραντικά σκηνικά αντικείμενα, όπως λόγου χάριν η στενογράφος στον Ξένο, με την οποία πηγαίνει στο κρεβάτι μετά τον κινηματογράφο και την κηδεία της μητέρας του. Αρέσκεται στην περιγραφή των πιο ακραίων σημείων του αντρικού κορμιού, των αυτιών, των κλειδώσεων στα πόδια, των ρωμαλέων ώμων, των φρυδιών, των χειλιών, του λαιμού. Το σώμα αποτελεί στο σύμπαν του το πιο σκληρό νόμισμα, είναι το ευαγγέλιό του. Ωστόσο, στην περιγραφή του γυναικείου κορμιού είναι ένας αναλφάβητος. Το γυναικείο σώμα είναι «ένα δύσμορφο ζώο». Αυτό που του προξενεί εντύπωση στις νεαρές γυναίκες είναι τα «απαθή πρόσωπα» και η «φυσική αφέλεια».
Αν και δεν θα ήταν σωστό να ηθικολογεί κάποιος σε σχέση με αυτόν τον σπουδαίο ηθικολόγο, είναι αλήθεια πως υπήρξε ένας «χρήστης» γυναικών, κάποιος που κατέστρεφε τον ίδιο του τον εαυτό αλλά και ό,τι υπήρχε ολόγυρά του. Παντρεύτηκε πρώτη φορά στα 21 του χρόνια, όταν ήταν ακόμη ένας φυματικός δανδής στο Αλγέρι που δεν έδινε σε οποιονδήποτε το χέρι. Η πεθερά του, μια πλούσια γιατρός, πλήρωνε τα κοστούμια του, το δε νεαρό ζευγάρι ζούσε στους λόφους με θέα τη Μεσόγειο, στο Μπέβερλι Χιλς της πόλης. Την ίδια εποχή προσχώρησε για λίγους μήνες στο Κομμουνιστικό Κόμμα, μιμήθηκε οικτρά στα ερωτικά του γράμματα την ακανθώδη γλώσσα της κοινωνικής τάξης στην οποία είχε ενταχθεί με τον γάμο του και έγραφε στομφώδη άρθρα στη φοιτητική εφημερίδα του μέντορά του, του Ζαν Γκρενιέ. Στα 23 του, έχοντας ήδη χωρίσει, διέμενε σε ένα κοινόβιο με νέες γυναίκες, γόνους εύπορων οικογενειών αποίκων, σε μια βίλα στην άνω πόλη του Αλγερίου. Εκεί συνέγραψε και τα πρώτα διηγήματά του, τα οποία περιγράφουν τη ζωή του στο άλλο, το φτωχό Αλγέρι, τη νεότητά του χωρίς τρεχούμενο νερό, χωρίς ρεύμα, χωρίς βιβλία, χωρίς ραδιόφωνο, χωρίς λόγια – σε μια χιλιόχρονη σιωπή, την οποία καμιά φορά διέκοπταν οι ήχοι από τα χτυπήματα που του έδινε η γιαγιά του με το καμτσίκι. Δεν υπήρξε εποχή στη ζωή του –εκτός από τους πρώτους μήνες στο Παρίσι– που να μην έχει ταυτόχρονα πολλές ερωμένες. Πραγματικά, ωστόσο, αγάπησε μόνο τη μητέρα του, μια γυναίκα με αυτιστικές τάσεις, που δεν εξωτερίκευε συναισθήματα. Μέσα σε αυτή τη μητρική σιωπή εμπνεύστηκε το έργο του, ενώ αυτή η ίδια σιωπή υπήρξε ο γνώμονας, το μέτρο με το οποίο έκρινε τον κόσμο.
Μια μέρα χτυπάω επιτέλους το κουδούνι του διαμερίσματος της οδού Rue Madame, που φέρει το όνομα Καμί εδώ και πάνω από εξήντα χρόνια. Ο Ζαν Καμί δεν μπορούσε να αποφασίσει αν όντως ήθελε να με συναντήσει ή όχι. Πολλές φορές είχε συμφωνήσει για μια συνάντηση στο τηλέφωνο και ύστερα από λίγο την είχε πάλι ματαιώσει, γιατί «Δεν αισθανόταν καλά», «Σίγουρα θα πέθαινε μέχρι την επόμενη εβδομάδα», «Έπρεπε απροόπτως να πάει στον γιατρό», «Ήταν κουρασμένος». Όταν όμως στάθηκα απέναντί του στον σκοτεινό διάδρομο του σπιτιού, άστραψε από χαρά: «Έτσι ακριβώς σας φανταζόμουν», είπε. Η συνάντηση, που ως τότε φαινόταν αδιανόητη, έμοιαζε να του κάνει καλό.
Τα δίδυμα αδέλφια έχουν μοιράσει μεταξύ τους και τον εσωτερικό διχασμό του πατέρα τους. Ο Αλμπέρ Καμί, ο οποίος έστεκε αναποφάσιστος ανάμεσα στο δίλημμα της ιδιαίτερα ενδιαφέρουσας θλίψης της ζωής του διανοούμενου στο Παρίσι και της στωικής ευτυχίας που υποσχόταν η απλοϊκή ζωή στις ακτές της Μεσογείου, κληροδότησε στα παιδιά του αυτό το παρισινό διαμέρισμα και ένα εξοχικό σπίτι στην Προβηγκία. Ο γιος κληρονόμησε το διαμέρισμα και τη στοχαστική μελαγχολία του πατέρα του, η κόρη κατοικεί στο μεγάλο σπίτι στο Λουρμαρέν, ζώντας έτσι καθένας μόνος του ως το τέλος κι από ένα τμήμα της ασυμφιλίωτης ζωής του πατέρα τους. Μεταξύ τους δεν έχουν μιλήσει πια εδώ και χρόνια.

Ο χρόνος μοιάζει σαν να έχει σταθεί εδώ και μισόν αιώνα στο διαμέρισμα. Μοιάζει λες και ο ίδιος ο Καμί να έχει μόλις βγει από τον χώρο και έκτοτε να μην έχει προστεθεί τίποτε άλλο αξιόλογο, εκτός από πακέτα τσιγάρων. Επάνω στο παλιό πιάνο της Φρανσίν υπάρχει μια φωτογραφία του Ρομπέρ Γκαλιμάρ, ανεψιού του ιδρυτή του ομώνυμου εκδοτικού οίκου, ο οποίος πέθανε τον Ιούνιο του 2013 και υπήρξε επί πολλά χρόνια ο σύντροφος της Κατρίν, κόρης του συγγραφέα. Στη βιβλιοθήκη είναι ακόμα τα βιβλία του Καμί. Μόνο τα γράμματα και τα χειρόγραφά του, που μέχρι πριν από λίγο καιρό βρίσκονταν διασκορπισμένα εδώ κι εκεί στο διαμέρισμα, φυλάσσονται πια στη βιβλιοθήκη του Εξ-αν-Προβάνς.
Ο Ζαν, καθισμένος απέναντί μου σε μια φθαρμένη ανοιχτόχρωμη πολυθρόνα, μιλά τόσο σιγά, λες κι έχει χάσει κάθε ανάμνηση σε σχέση με τη συνήθη ένταση της φωνής, όταν κανείς βρίσκεται με συντροφιά άλλων ανθρώπων. Στο μπαλκόνι αυτής της κατοικίας έχουν τραβηχτεί οι διάσημες φωτογραφίες των γονιών του. Ο Καμί καπνίζοντας πίπα και η Φρανσίν με κλειστό ως επάνω, λευκό πουκάμισο. Ήταν το έτος 1952.
Ο Ζαν μού λέει ότι την προηγούμενη μέρα ασχολήθηκε δεκαέξι ώρες με τη συγγραφή του ημερολογίου του. Ωστόσο, κατάφερε να γράψει μόνο μισή σελίδα. Αμέσως μετά μιλά, χωρίς να πάρει σχεδόν ανάσα, για τους Καντ, Γιουνγκ και Πασκάλ, τον Τρότσκι και τον Φρόιντ, τον Σοπέν και τον Σούμπερτ. Θυμάται από μνήμης ολόκληρα αποσπάσματα απ' τα έργα του πατέρα του. Απαγγέλλει τα οργισμένα λόγια που ο Μερσό, ο ξένος, απευθύνει στον ιερέα της φυλακής, όταν ήδη καταδικασμένος σε θάνατο περιμένει να εκτελεστεί η ποινή. Πρόκειται για μια από τις πιο συγκινητικές σκηνές του βιβλίου. Ο δολοφόνος Μερσό, έχοντας αγανακτήσει από τις αβάσιμες και παιδαριώδεις υποσχέσεις, με τις οποίες ο χριστιανισμός θολώνει τις καρδιές, εκφράζεται υπέρ της «τρυφερής αδιαφορίας του κόσμου» – λες και το παράλογο είναι ένας Θεός που από καιρό σε καιρό αποκαλύπτεται μέσα στη μεγαλειώδη ματαιότητά του.
Αυτή η αδιαφορία βρήκε τον στόχο της μετά την κυκλοφορία του Ξένου το 1942, στην παράδοξη μοντέρνα αίσθηση της απελπισίας, από την οποία κανείς δεν θέλει πια να λυτρωθεί, αφού αποτελεί επίσης την ίδια την ελπίδα. Μέσα σ' αυτή τη στάση δεν κρυβόταν μόνο μια τολμηρή σκέψη, που συνδυαζόταν τέλεια με τα μαύρα ζιβάγκο, αλλά και ένας αμυντικός μηχανισμός ενάντια σε καθετί που τρομάζει και προξενεί πόνο στον άνθρωπο από εκείνη την εποχή και μετά, που πρέπει να θεωρήσει δεδομένο ότι όλο και κάποιος ίσως να τον περιμένει μερικές φορές στο Café de Flore, αλλά κανείς δεν θα τον προσμένει στο αχανές διάστημα. Όποιος είναι αδιάφορος δεν έχει να φοβάται τίποτα. Ούτε τον φασισμό μπροστά στην πόρτα του, αλλά ούτε και την παράλογη αίσθηση για την ύπαρξη της ζωής. Το μυθιστόρημα όφειλε αρχικά να φέρει τον τίτλο Ο αδιάφορος. Σ' αυτό συνέτεινε επίσης το ότι ο ήρωας απλά αρνείται να συμμετέχει στις συνήθεις γνωμοδοτήσεις της κοινωνίας και δεν κλαίει στην κηδεία της μητέρας του. Αν έχει κάτι να πει, τότε αυτό που λέει, είναι συνήθως: «Αυτό δεν σημαίνει τίποτα». Ο αδιάφορος προτιμά να κοιτά κατάματα τη ματαιότητα, από το να συμφωνήσει με την ιδεολογική και συναισθηματική φλυαρία μιας εποχής. Ωστόσο, η κοσμοθεωρία του απέναντι στις επικρατούσες προκαταλήψεις δεν είναι κενή και μάταιη, αλλά γενναία και ζωντανή. Εκφράζεται στη σιωπή και στο πλάτος, στην πολυσημία του κόσμου και της εσωτερικότητας, και λυτρώνει τους οπαδούς της από τον τρόμο της μονομέρειας. Ο γιος του δεν μπορεί ακόμα να καταλάβει πώς ο 26χρονος πατέρας του έγραψε ένα τέτοιο μεγαλειώδες και πρωτοποριακό έργο, το οποίο απετέλεσε λύτρωση για εκατομμύρια αναγνώστες σε ολόκληρο τον κόσμο από τα ψευδή συναισθηματικά σκουπίδια της εποχής τους.
Σε αντίθεση με τον 43χρονο γιο του Νταβίντ, ο οποίος με υποδέχεται στο σπίτι του στα περίχωρα του Παρισιού και μέσα από έναν χείμαρρο λέξεων με πληροφορεί με ποιον τραγικό τρόπο επιβαρύνει ο ίσκιος του παππού του τη δική του ζωή, ο Ζαν Καμί δεν φαίνεται να φέρει βαρέως αυτό το όνομα. Ο Νταβίντ έχει γράψει δέκα μυθιστορήματα, που όλα τους, όπως λέει, απέτυχαν και έμειναν αδημοσίευτα στο συρτάρι εξαιτίας του βάρους που έχει το όνομα Καμί για έναν νέο συγγραφέα. Παρ' όλα αυτά, υποστηρίζει πως δεν μπορεί να σταματήσει να γράφει ή να αλλάξει το όνομά του. «Είμαστε σε θέση ν' αντιληφθούμε τη νοημοσύνη ενός ανθρώπου από το μέγεθος της ανασφάλειας που μπορεί να αντέξει», λέει ο Νταβίντ με το ίδιο πάθος που ο πατέρας του αποκρούει την υποψία μου ότι ενδέχεται, βεβαρημένος από την τεράστια κληρονομιά του Αλμπέρ Καμί, να έχει οδηγηθεί να ζει απομονωμένος στο διαμέρισμα των γονιών του με κλειστά παντζούρια, αποκομμένος από οτιδήποτε συμβαίνει στον έξω κόσμο. «Κάτι τέτοιο είναι τελείως άτοπο», επιμένει, «αφού στην ουσία ο ίδιος αποτελείται μόνο από αναμνήσεις για τον πατέρα του. Ο πατέρας του δεν έχει χαθεί, αλλά συνεχίζει να είναι παρών, κάποιες φορές μάλιστα ακούει και τη φωνή του».
Μολονότι ο Ζαν έχει προφανώς διακόψει κάθε επαφή με τον έξω κόσμο και αποτελείται μόνο από ποίηση και νικοτίνη, δεν φαίνεται καταβεβλημένος. Συχνά, όπως λέει, αισθάνεται για μια ολόκληρη ημέρα πλήρης και το βράδυ μετουσιώνει αυτή την αίσθηση παίζοντας στο πιάνο της μητέρας του. Αν θα έπρεπε να πει κάτι συγκεκριμένο για τον πατέρα του, θα έλεγε ότι «ήταν ένας καλός άνθρωπος», που δεν υπήρξε ποτέ μικροπρεπής. Και προσθέτει γρήγορα, σχεδόν φευγαλέα: «Τον αγαπούσα πάρα πολύ!» Δεν θέλει να απαντήσει, όταν τον ρωτώ ποια πιστεύει πως είναι η κληρονομιά που άφησε ο πατέρας του, αλλά, όπως λέει, θυμάται τη νουθεσία που του άφησε για τη ζωή: «Να μη φοβάσαι!» Αποχαιρετώντας με στον διάδρομο του διαμερίσματος, απαγγέλλει επί αρκετά λεπτά ένα από εκείνα τα σκοτεινά ποιήματα του Μαλαρμέ, που κάνουν λόγο για έναν τάφο, για ξερά φύλλα και πόλεις, όπου δεν βραδιάζει.
Λίγες εβδομάδες μετά την επίσκεψή μου, μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα, τον συναντώ πάλι στον δρόμο κοντά στους Κήπους του Λουξεμβούργου. Προχωρά μόνος χωρίς να παρατηρεί κανέναν, φορά ένα ζεστό σκούρο παλτό και κρατά στα χέρια του μια παλιά φωτογραφική μηχανή: ένα από εκείνα τα μυστηριώδη φαντάσματα του Παρισιού, που έχουν ως αφετηρία τους ένα παρελθόν που δεν έχει ακόμα τελειώσει.
*Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Die Zeit, 7/11/2013.


Πηγή: http://diastixo.gr/arthra/3114-amprkm

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου